ΜΕΡΟΣ Γ’ ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (Άρθρα 38-46)

Άρθρο 38

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος μέρους είναι ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των Ιατροδικαστών και των υπαλλήλων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και τη λειτουργία τους, καθώς και η αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες και το κοινωνικό σύνολο.

Άρθρο 39

Αντικείμενο

Αντικείμενο του παρόντος μέρους είναι η αντικατάσταση των άρθρων 1, 2 και 9Β του ν. 3772/2009 (Α΄ 112) και η συμπλήρωση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των ιατροδικαστών και των υπαλλήλων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών.

Άρθρο 40

Αρμοδιότητα ιατροδικαστικών υπηρεσιών – Ιατροδικαστική έκθεση – Αντικατάσταση άρθρου 2 ν. 3772/2009

Το άρθρο 2 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), περί αρμοδιότητας, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 2

Αρμοδιότητα

  1. Οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες που υπάγονται στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία του Κράτους διενεργούν ιατροδικαστικές πράξεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ύστερα από παραγγελία των εισαγγελικών, ανακριτικών και προανακριτικών αρχών και υπαλλήλων καθώς και των εν γένει δικαστικών αρχών που λειτουργούν στη χωρική τους περιφέρεια. Οι ανωτέρω πράξεις δύνανται υπό τις αυτές προϋποθέσεις, να διενεργούνται από τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, καθώς και από ιατροδικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας που διαθέτουν κατάλληλη υποδομή.

Για τις ως άνω πράξεις συντάσσεται, χωρίς υπαίτια βραδύτητα, έκθεση από τον ιατροδικαστή, όταν δε, συντρέχει αυτόφωρη σύλληψη και επικείμενη εισαγωγή σε δίκη, η έκθεση συντάσσεται και παραδίδεται στην αρμόδια αρχή αμελλητί.

Οι ιατροδικαστικές πράξεις διενεργούνται είτε επί ζώντος είτε επί θανόντος προσώπου και περιλαμβάνουν όλα τα κρίσιμα κατά τους κανόνες της επιστήμης στοιχεία για τη διερευνώμενη υπόθεση. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης.

  1. Σε περίπτωση θανάτου ασθενούς από παθολογικά αίτια, που πιστοποιούνται από τον θεράποντα ιατρό νοσηλευτικού ιδρύματος, ιατροδικαστική διερεύνηση διενεργείται με παραγγελία εισαγγελικής ή προανακριτικής αρχής, μόνο κατόπιν αίτησης οικείου του θανόντος ή τρίτου εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τον χρόνο διαπίστωσης του θανάτου.

Σε κάθε άλλη περίπτωση θανάτου, που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν έχει πιστοποιηθεί από τον προσωπικό ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας του θανόντος και σε περίπτωση αδυναμίας του, από τον θεράποντα ιατρό ότι ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια.

Σε περίπτωση που υφίσταται ιατρική πιστοποίηση άλλου ιατρού, πλην των αναφερόμενων στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, πως ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν ο αρμόδιος εισαγγελέας, αφού λάβει γνώση των στοιχείων, κρίνει πως η διενέργειά της δεν είναι αναγκαία.

  1. Από την εφαρμογή της παρ. 2, εξαιρούνται θάνατοι ανηλίκων από κάθε αιτία, θάνατοι που σχετίζονται άμεσα με χειρουργική επέμβαση, θάνατοι κατά την περιγεννητική περίοδο, θάνατοι κρατουμένων, θάνατοι τροφίμων οίκων ευγηρίας και κάθε περίπτωση θανάτου από εξωτερικά αίτια (βίαιος θάνατος). Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται υποχρεωτικά ιατροδικαστική διερεύνηση.
  1. Σε όλες τις περιπτώσεις ιατροδικαστικής διερεύνησης, επί θανόντος προσώπου, απόσπασμα προκαταρκτικής ιατροδικαστικής εκτίμησης διαβιβάζεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο από τη διενέργεια της νεκροψίας, στην παραγγέλλουσα αρχή.
  1. Αν δημόσια ιατροδικαστική υπηρεσία αδυνατεί να διενεργήσει ιατροδικαστικές πράξεις, επιτρέπεται να δοθεί εντολή για διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων σε άλλη ιατροδικαστική υπηρεσία ή στους λοιπούς φορείς που κατά τις διατάξεις του παρόντος δύνανται να διενεργούν τέτοιες πράξεις, έπειτα από έγκριση του αρμόδιου Εισαγγελέα.
  1. Σε υποθέσεις που υπάγονται στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα των στρατιωτικών δικαστηρίων, οι ιατροδικαστικές πράξεις της παρ. 1 διενεργούνται σε στρατιωτικά νοσοκομεία, από Αξιωματικούς Υγειονομικού Ιατρών των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων με ειδικότητα ιατροδικαστή. Αν αυτοί αδυνατούν να διενεργήσουν ιατροδικαστικές πράξεις ή κινδυνεύει η έγκαιρη ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας, η αρμόδια αρχή του στρατιωτικού δικαστηρίου αναθέτει τη διενέργειά τους στους φορείς της παρ. 1.
  1. Η Διεύθυνση Υγειονομικού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας καταρτίζει πίνακα στρατιωτικών ιατροδικαστών και των Στρατιωτικών Νοσοκομείων στα οποία υπηρετούν, με ειδική αναφορά στην τοπική τους αρμοδιότητα, τον οποίο κοινοποιεί στις στρατιωτικές εισαγγελίες και στα στρατιωτικά δικαστήρια, όπως και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή του.
  1. Η παραβίαση της παρ. 1 συνιστά για τον ιατροδικαστή ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα.».

Άρθρο 41

Χρήση Πληροφοριακού Συστήματος Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους – Προσθήκη άρθρου 9Α στον ν. 3772/2009

Στον ν. 3772/2009 (Α’ 112) προστίθεται άρθρο 9Α ως εξής:

«Άρθρο 9Α

Χρήση Πληροφοριακού Συστήματος Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους

  1. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναπτύσσει πληροφοριακό σύστημα, το οποίο τηρείται στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες με σκοπό τη διαχείριση των ιατροδικαστικών πράξεων.

Το σύστημα περιλαμβάνει στις λειτουργίες του κατ’ ελάχιστον την ψηφιακή λήψη της παραγγελίας εξέτασης, τη δημιουργία ηλεκτρονικής καρτέλας υπόθεσης, την ψηφιακή καταχώρηση των ευρημάτων καθώς και άλλων απαραίτητων στοιχείων, την καταγραφή αποστολής δειγμάτων σε τρίτους και την παραγωγή της ιατροδικαστικής έκθεσης.

  1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται ο τρόπος εισαγωγής στο πληροφοριακό σύστημα των ευρημάτων από τους ιατροδικαστές κατά τη διάρκεια της εξέτασης, το είδος της διαδικτυακής εφαρμογής για τη διαχείριση των υποθέσεων και την επεξεργασία της ιατροδικαστικής έκθεσης, η ειδική εφαρμογή του εξοπλισμού καταγραφής των ευρημάτων, τα στοιχεία που καταχωρούνται ψηφιακά στο πληροφοριακό σύστημα, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.
  2. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος του παρόντος σε όλη την επικράτεια. Μετά την έκδοση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες του Κράτους και οι λοιπές εμπλεκόμενες αρχές και υπηρεσίες λειτουργούν μόνο μέσω του πληροφοριακού συστήματος, σε διαφορετική περίπτωση ο υπαίτιος τελεί ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα.».

Άρθρο 42

Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή από ιατροδικαστή – Προσθήκη παρ. 2Α στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009

  1. Στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009 (Α’ 112) προστίθεται παρ. 2Α, ως εξής:

«2Α. Ο ιατροδικαστής επιτρέπεται να ασκεί ιδιωτικό έργο επ’ αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) μόνο για ταρίχευση σωρού και αποτέφρωση σωρού. Η άσκηση ιδιωτικού έργου χωρίς αμοιβή απαγορεύεται.».

  1. Η ταρίχευση σορού εντός του νεκροτομείου ιατροδικαστικής υπηρεσίας του κράτους επιτρέπεται μόνο αν αυτή προορίζεται για ιατροδικαστική διερεύνηση. Στην περίπτωση αυτή, καταβάλλεται από τον παραγγέλλοντα την ταρίχευση παράβολο ύψους τριάντα (30) ευρώ, το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, για τη χρήση του χώρου του νεκροτομείου και των υλικών της ταρίχευσης υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων, προς κάλυψη λειτουργικών δαπανών των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών,

Άρθρο 43

Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών – Τροποποίηση άρθρου 9Β ν. 3772/2009

Στο άρθρο 9Β του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), περί Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η παρ. 2 αντικαθίσταται, β) στην παρ. 3 οι λέξεις «με βαθμό τουλάχιστον Δ΄, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού της Κεντρικής Υπηρεσίας», γ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 οι λέξεις «του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης», δ) στην παρ. 6 διαγράφονται οι λέξεις «όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α΄ 54)», ε) καταργούνται οι παρ. 9 και 12 και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 9Β διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 9Β

Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών

  1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης συστήνεται Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών, το οποίο έχει αρμοδιότητα για κάθε θέμα που αφορά την πειθαρχική κατάσταση των ιατροδικαστών.
  2. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών είναι πενταμελές και αποτελείται από: α) έναν (1) πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή εφέτη των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων ή αντεισαγγελέα εφετών, ως πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή από τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, β) έναν (1) αντεισαγγελέα πρωτοδικών, ως μέλος, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, γ) έναν (1) πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως μέλος, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δ) τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται από προϊστάμενο άλλης γενικής διεύθυνσης του ιδίου Υπουργείου και ε) έναν προϊστάμενο διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης ως μέλος, ο οποίος αναπληρώνεται από προϊστάμενο άλλης διεύθυνσης του ιδίου Υπουργείου.
  3. Γραμματέας του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών ορίζεται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
  4. Τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών με ισάριθμους αναπληρωτές τους, ορίζονται με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης για θητεία δύο (2) ετών, που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με απόφαση που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου λήγει την 31η Δεκεμβρίου των ετών των οποίων ο τελευταίος αριθμός είναι άρτιος. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.
  5. Ο αναπληρωτής του προέδρου προεδρεύει σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προέδρου. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών.
  6. Για τη διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 136, 137, 138, 139 και 140 του Μέρους Ε΄ του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26).
  7. Ο ιατροδικαστής μπορεί να παρίσταται ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών που κρίνει την πειθαρχική του υπόθεση αυτοπροσώπως ή με συμπαράσταση δικηγόρου ή μόνο δια δικηγόρου.
  8. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών ορίζονται ως εισηγητές με πράξη του προέδρου, μόνο μέλη αυτού, τακτικά ή αναπληρωματικά. Το Συμβούλιο ευρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τρία τουλάχιστον μέλη του, στα οποία απαραιτήτως πρέπει να περιλαμβάνεται ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη, οφείλουν να προσχωρήσουν σε μια από τις επικρατέστερες. Η ψηφοφορία των μελών γίνεται κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της απόφασης ορισμού τους. Δεν επιτρέπεται η αποχή από την ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος.
  9. (Καταργείται)
  10. Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από το παρόν άρθρο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί συλλογικών οργάνων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α` 45).
  11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται η αποζημίωση των τακτικών και των αναπληρωματικών μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών, ανάλογα με τις συνεδριάσεις στις οποίες μετείχαν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
  12. (Καταργείται)»

Άρθρο 44

Διαδικασία πλήρωσης θέσεων του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων – Προσθήκη άρθρου 4Α στον ν. 3772/2009

 

Στον ν. 3772/2009 (Α’ 112) προστίθεται άρθρο 4Α ως εξής:

«Άρθρο 4Α

Διαδικασία πλήρωσης θέσεων του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων

  1. Για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών των ιατροδικαστικών υπηρεσιών της χώρας καταρτίζεται, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ηλεκτρονικός κατάλογος, του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων, στον οποίο εγγράφονται όσοι κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα.
  2. Οι υποψήφιοι εγγράφονται, μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής, στον ηλεκτρονικό κατάλογο, κάθε έτος, μέσα στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιανουαρίου. Ο κατάλογος αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της κάθε ιατροδικαστικής υπηρεσίας μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του ίδιου έτους και παραμένει, επικαιροποιημένος, μέχρι την ανάρτηση του νέου ηλεκτρονικού καταλόγου του επόμενου έτους. Στην περίπτωση που υποψήφιος παραιτείται σε χρόνο μικρότερο του έτους από την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, προσλαμβάνεται ο επόμενος κατά σειρά στον ηλεκτρονικό κατάλογο υποψήφιος για χρονικό διάστημα ίσο με αυτό της αρχικής σύμβασης.
  3. Τα αιτήματα των ιατροδικαστικών υπηρεσιών για προσλήψεις του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων υποβάλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
  4. Το προσωπικό του παρόντος προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Είναι προσωπικό πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και η πρόσληψή του γίνεται με τους όρους που καθορίζονται στην υπουργική απόφαση της παρ. 10, κατόπιν έγκρισης του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και απόφασης τοποθέτησης του ιδίου.
  5. Αρμόδιο για την κατάρτιση του καταλόγου, τον έλεγχο της νομιμότητας των δικαιολογητικών των εγγεγραμμένων σε αυτόν και τη σύνταξη των πινάκων κατάταξης είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μετά το πέρας του ελέγχου, προχωρά στην πρόσληψη του προσωπικού, στις Ιατροδικαστικές υπηρεσίες όπως ορίζεται ανωτέρω.
  6. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) δύναται να προβαίνει σε κατ’ ένσταση έλεγχο νομιμότητας των πινάκων κατάταξης. Η ένσταση κατά των πινάκων κατάταξης ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή τους. Ο έλεγχος του Α.Σ.Ε.Π. σύμφωνα με την παρούσα δεν αναστέλλει την απασχόληση του προσωπικού που έχει προσληφθεί μέχρι την έκδοση της απόφασης επί των ενστάσεων.
  7. Οι αποφάσεις του Α.Σ.Ε.Π. της παρ. 6 εκτελούνται άμεσα από τον οικείο φορέα. Εφόσον η συμμόρφωση στις ανωτέρω αποφάσεις του Α.Σ.Ε.Π. συνεπάγεται την απόλυση προσωπικού που έχει προσληφθεί κατά τους όρους των παρ. 1 έως 5, οι απολυόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται για την απασχόλησή τους έως την ημέρα της απόλυσης, χωρίς οποιαδήποτε αποζημίωση από την αιτία αυτή. Η σύμβαση του προσωπικού, που προσλαμβάνεται συνεπεία της εν λόγω απόφασης του Α.Σ.Ε.Π., έχει τη διάρκεια που έχει ορισθεί στην αρχικά συναφθείσα σύμβαση.
  8. Η διάρκεια του χρόνου απασχόλησης του ανωτέρω προσωπικού καθορίζεται στην απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αναφέρεται ρητά σε κάθε απόφαση τοποθέτησής του, καθώς και σε κάθε σύμβαση εργασίας που συνάπτεται. Σε κάθε περίπτωση, το χρονικό διάστημα της απασχόλησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ενός (1) έτους και μεγαλύτερο των δύο (2) ετών.
  9. Η δαπάνη για την αμοιβή του ανωτέρω προσωπικού βαρύνει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του φορέα, στον οποίο εργάζονται, ενώ δύναται να καλύπτεται και από ενωσιακούς πόρους και συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα. Στην τελευταία περίπτωση η διάρκεια της σύμβασης δύναται να ανανεώνεται, πέραν της διετίας και μέχρι τη λήξη των ως άνω προγραμμάτων. Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως αυτές για τις άδειες των εργαζομένων και για τα επιδόματα που αυτοί δικαιούνται, ισχύουν και εφαρμόζονται και για το εν λόγω προσωπικό.
  10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών καθορίζονται ο τρόπος κατάρτισης και τήρησης του ηλεκτρονικού καταλόγου του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Υγειονομικού Προσωπικού ειδικότητας ΥΕ Νεκροτόμων, το περιεχόμενο και η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων των υποψηφίων, ο χρόνος και η διαδικασία ελέγχου των δικαιολογητικών τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα που σχετίζεται με την πρόσληψη του προσωπικού αυτού. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται τα απαιτούμενα τυπικά και τυχόν πρόσθετα προσόντα, καθώς και τα κριτήρια και ο τρόπος μοριοδότησης και κατάταξής τους.».

Άρθρο 45

Κάλυψη κενών θέσεων Ιατροδικαστών  στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία

Οι κενές θέσεις Ιατροδικαστών της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους για τα επόμενα δύο (2) ημερολογιακά έτη καλύπτονται από τον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού για την πλήρωση είκοσι μίας (21) κενών οργανικών θέσεων ιατροδικαστών που εκδόθηκε δυνάμει της υπ’ αρ. 31715/6.8.2021 προκήρυξης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΑΣΕΠ 45).

Άρθρο 46

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

  1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης εκδίδονται πρωτόκολλα ενεργειών της ιατροδικαστικής υπηρεσίας για τις περιπτώσεις μαζικών καταστροφών, εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ενδοοικογενειακής βίας, εγκλημάτων με θύματα ανηλίκους, καλής και ασφαλούς λειτουργίας του νεκροτομείου και των εργαστηρίων, διαχείρισης άγνωστων και αζήτητων σορών, καθώς και της εν γένει ιατροδικαστικής διερεύνησης.
  2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας Ιατροδικαστικού επαγγέλματος.
  3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, συστήνεται ειδικό συμβούλιο ιατροδικαστών με αρμοδιότητα την επιλογή των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και ρυθμίζονται όλα τα αναγκαία θέματα για την επιλογή των ανωτέρω προϊσταμένων και την αξιολόγηση του προσωπικού τους. Με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του πρώτου εδαφίου τοποθετούνται ως προϊστάμενοι στις οργανικές μονάδες ιατροδικαστών υπάλληλοι που διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία, λαμβανομένων υπόψη της ευδόκιμης υπηρεσίας, των τίτλων σπουδών, της γνώσης ξένων γλωσσών και της κατοχής μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων.
  • 7 Ιανουαρίου 2025, 19:23 | ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΠΑΤΣΙΔΗΣ

    Σχετικά με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρ. 2 του Ν. 3772/2009: Οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες που υπάγονται στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία του Κράτους διενεργούν ιατροδικαστικές πράξεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ύστερα από παραγγελία των εισαγγελικών, ανακριτικών και προανακριτικών αρχών και υπαλλήλων καθώς και των εν γένει δικαστικών αρχών που λειτουργούν στη χωρική τους περιφέρεια. Οι ανωτέρω πράξεις δύνανται υπό τις αυτές προϋποθέσεις, να διενεργούνται από τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, καθώς και από ιατροδικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας που διαθέτουν κατάλληλη υποδομή.
    ΤΟ ΟΡΘΟ: Κατ’ αρχάς, 1. το παρόν σχέδιο Νόμου είναι ανεπαρκές και βιαστικό. Θα έπρεπε να συνταχθεί Ιατροδικαστικός Κώδικας. 2 Πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι ιατροδ. υπηρεσίες είναι δημόσιες ή οιονεί καλύτερα δικαστικές υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν κανονικά κάθε εργάσιμη ημέρα, καθώς μέχρι και σήμερα έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο η Ι.Υ. Αθηνών π.χ. να λειτουργεί μόνον 3 ημέρες, ή η Ι.Υ. Πειραιώς 3 ημέρες ή 4. 3. Πρέπει οπωσδήποτε να απαλειφθεί η φράση περί ιατροδ. πράξεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Π.Δ. Οι ιατροδικαστές ΔΕΝ είναι πραγματογνώμονες, αλλά κρατικοί λειτουργοί ΑΠΑΞ ορκισθέντες.
    Η παραβίαση της παρ. 1 συνιστά για τον ιατροδικαστή ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα: Η διάταξη είναι απολύτως αόριστη.
    Το άρθρο 9Α, Χρήση Πληροφοριακού Συστήματος Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους, είναι πραγματικά σκανδαλώδες, ως απολύτως αόριστο. Δεν επιτρέπεται κατά τη γνώμη μου να εργαλειοποιείται ο Νόμος, όταν όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει εν εξελίξει απευθείας ανάθεση, αρχικά με 800.000 ευρώ, η οποία εξ όσων αντιλαμβανόμαστε δεν θα βοηθήσει πουθενά όπως γίνεται. Όπως μία δικαστική απόφαση ΔΕΝ γίνεται να καθοριστεί Νομοθετικά πως θα συνταχθεί, έτσι και η ιατροδ. έκθεση είναι δοκίμιο και είναι ντροπιαστικό να οριοθετείται πως θα συνταχθεί. Ειλικρινά δημιουργήστε με τα ίδια χρήματα ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ εντός του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και ουχί ΔΗΘΕΝ ηλεκτρ. φάκελο ιατροδ. εκθέσεων (χωρίς πρόβλεψη για τήρηση του ιατρικού απορρήτου και των δεδοδ. προσωπικού χαρακτήρα), με απευθείας μάλιστα ανάθεση!
    Η άσκηση ιδιωτικού έργου χωρίς αμοιβή απαγορεύεται:Γιατί; Θα θεωρείται άσκηση ιδιωτ. έργου και η ένορκη κατάθεση στα Δικαστήρια; Θα θεωρείται άσκηση ιδιωτικού έργου και η «υπηρεσιακή» ταρίχευση; Είναι ορθή μεν η πρόβλεψη παραβόλου για διενέργεια ταριχεύσεων εντός των Νεκροτομείων. ΟΜΩΣ, γνωρίζετε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ΥΓΙΕΙΝΗΣ και σε περίπτωση καταγγελίες σε ξένες αρχές, θα κλείσουν τα Νεκροτομεία. Συνεπώς, όλα τα Νεκροτομεία της χώρας δέον όπως αποκτήσουν ISO για όλα τα θέματα και μετά ΤΑΡΙΧΕΥΣΕΙΣ. Σε κάθε περίπτωση το παράβολο πρέπει να είναι 100 ευρώ, όπως και για την υποβολή εγκλήσεως.
    Σχετικά με το άρ. 9 Β, προστίθεται ως Μέλος ένας (1) αντεισαγγελέας πρωτοδικών, ως μέλος, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, αλλά αφαιρείται ένας Ιατρ. Α΄ ή Β΄ Τάξεως. Αυτό δεν είναι ορθό ! Είναι άδικο και θα προκαλέσει σοβαρά προβλήματα. Όπως σε όλα τα πειθ. συμβούλια θα έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον ένας Ιατροδ., αρχαιότερος μάλιστα με εμπειρία, και πρωτίστως έντιμος (όχι απαραίτητα ο εκάστοτε Προϊστάμενος της Ι.Υ. Αθηνών), ώστε να διαφωτίζει το Συμβούλιο επί εξειδικευμένων ιατροδικαστικών θεμάτων. Προτείνεται λοιπόν να προστεθεί ένας Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, καλύτερα μάλιστα ένας ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, και να αφαιρεθεί ένας Προϊστάμενος Διεύθυνσης. Πως είναι δυνατόν να κρίνονται οι Δικαστές από Δικαστές και οι Δικηγόροι από Δικηγόρους, αντίστοιχα οι Συμβολαιογράφοι κλπ, και στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρ. να μην υπάρχει κανείς ιατροδικαστής; Ειλικρινά αυτό προσβάλλει το σώμα των Ιατροδικαστών.
    Επί της επιλογής Προϊσταμένων βλέπουμε το εξής άρθρο, που προκαλεί θυμηδία: Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, συστήνεται ειδικό συμβούλιο ιατροδικαστών με αρμοδιότητα την επιλογή των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και ρυθμίζονται όλα τα αναγκαία θέματα για την επιλογή των ανωτέρω προϊσταμένων και την αξιολόγηση του προσωπικού τους. Με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του πρώτου εδαφίου τοποθετούνται ως προϊστάμενοι στις οργανικές μονάδες ιατροδικαστών υπάλληλοι που διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία, λαμβανομένων υπόψη της ευδόκιμης υπηρεσίας, των τίτλων σπουδών, της γνώσης ξένων γλωσσών και της κατοχής μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων.
    1. Με ποιο δικαίωμα ένας Υπηρεσιακός Γραμματέας μέχρι να συσταθεί υπηρεσιακό συμβούλιο ειδικής κατεύθυνσης μάλιστα θα αποφασίζει για τον ορισμό Προϊσταμένων; Είναι αυτό δημοκρατικό, είναι δίκαιο; Έχει λογική κράτους Δικαίου; Θα δούμε μία παρόμοιο λογική επιλεκτικής-φωτογραφικής ανανέωσης θητείας του τωρινού Προϊσταμ. Ι.Υ. Αθηνών; Οφείλετε να το ξανασκεφθείτε διότι οι Νόμοι οριοθετούν το μέλλον και το παρελθόν οιουδήποτε και θα πρέπει να είναι Δίκαιοι και Δημοκρατικοί, και όχι τύπου Χαμουραμπί.
    2. Εφόσον υπάρχει Υπηρεσ. Συμβ. Ιατροδ., ποια η χρησιμότητα ενός ακόμη ειδικού υπηρ. συμβουλίου και γιατί αυτό δεν συστήνεται κατά την ψήφιση του Νόμου;
    3. Εκ παραδρομής αναφέρεται ότι χρέη Προϊσταμένων θα ασκούν υπάλληλοι και όχι Ιατροδικαστές ;
    4. Η αρχαιότητα των ιατροδικαστών καταργείται με το Νόμο , κατά το δοκούν;

    Εν γένει ο Νόμος ΔΕΝ προωθεί το Κράτος Δικαίου, είναι αποσπασματικός και φωτογραφικός και δεν παρέχει καλές υπηρεσίες . Η ιατροδικαστική επιστήμη ευτελίζεται στη χώρα μας, και εφόσον υπάρχουν καλές προθέσεις, θα πρέπει με τη βοήθεια των δικαστ. λειτουργών που υπηρετούν στο γραφείο του κ. Υπουργού να αλλάξει όλη η φιλοσοφία των διατάξεων.

    Καλή Τύχη.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 19:43 | Α. Κωνσταντινίδου

    Άρθρο 40
    Αρμοδιότητα ιατροδικαστικών υπηρεσιών – Ιατροδικαστική έκθεση – Αντικατάσταση άρθρου 2 ν.3772/2009
    Παράγραφος 3
    Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή προβλέπεται υποχρεωτική ιατροδικαστική διερεύνηση, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις θανάτων κατά την περιγεννητική περίοδο. Η διενέργεια περιγεννητικής νεκροτομής σε περιπτώσεις περιγεννητικού ή νεογνικού θανάτου (μέχρι τις 28 ημέρες ζωής), που συμβαίνει εντός νοσοκομείου/κλινικής, αποτελεί διεθνώς βασική ιατρική πράξη της «Παιδιατρικής/Περιγεννητικής Παθολογικής Ανατομικής», η οποία σε πολλές χώρες αποτελεί ξεχωριστή ειδικότητα της Ιατρικής ή εξειδίκευση της Παθολογικής Ανατομικής, προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση και διενεργείται από περιγεννητικό παθολογοανατόμο κατόπιν γονικής συναίνεσης, με διεπιστημονική προσέγγιση, σύμφωνα με συγκεκριμένα πρωτόκολλα. Επισημαίνεται ότι στο γνωστικό πεδίο της περιγεννητικής παθολογοανατομίας περιλαμβάνονται και διαγνωστικά ευρήματα πιθανής ιατρογενούς βλάβης.
    https://www.england.nhs.uk/long-read/perinatal-post-mortem-investigation-of-fetal-and-neonatal-deaths-england-scotland-and-wales/
    https://www.has-sante.fr/upload/docs/application/pdf/2014-06/protocole_examen_autopsique_foetal_neonatal_cd_20140528_vd.pdf
    Η διεθνής εμπειρία σύμφωνα με τα ισχύοντα πρωτόκολλα και οδηγίες καταδεικνύει ότι η ανάγκη ιατροδικαστικής διερεύνησης σε περιπτώσεις περιγεννητικού και νεογνικού θανάτου επισυμβαίνοντος εντός νοσοκομείου/κλινικής, είναι δυνατόν να ενεργοποιηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν τίθενται συγκεκριμένα ζητήματα ιατροδικαστικού ενδιαφέροντος, π.χ. μετά από καταγγελία για κακοποίηση της εγκύου με συνέπειες στο κύημα, καταγγελία των γονέων του νεκρού εμβρύου /νεογνού ή καταγγελία τρίτου προσώπου, π.χ. μέλους του νοσηλευτικού προσωπικού. Στις περιπτώσεις αυτές η νεκροψία/νεκροτομή του εμβρύου ή νεογνού (συμπεριλαμβάνει τις ιστοπαθολογικές εξετάσεις και την αξιολόγηση λοιπών υποβοηθητικών κλινικοεργαστηριακών εξετάσεων) πρέπει να διενεργείται από κοινού και με στενή συνεργασία περιγεννητικού παθολογοανατόμου με ιατροδικαστή.

    Α. Κωνσταντινίδου
    Καθηγήτρια Παθολογικής Ανατομικής ΕΚΠΑ

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 18:48 | ΑΡΣΙΣ Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων

    ΑΡΣΙΣ Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης νέων

    Παρατηρήσεις επί του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης

    ΜΕΡΟΣ Γ’ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

    Άρθρο 35: Κατ’ εξαίρεση υπέρβαση της μέγιστης διάρκειας προσωρινής κράτησης ανηλίκου και αντικατάσταση περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 287 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

    Είμαστε αντίθετοι με τις προτεινόμενες αλλαγές στο άρθρο 287 ΚΠΔ για την προσωρινή κράτηση ανηλίκου. Ειδικότερα, είμαστε αντίθετοι με την προτεινόμενη δυνατότητα επιμήκυνσης κατά 3 μήνες του χρόνου προσωρινής κράτησης που επιβάλλεται σε ανήλικο με τις προϋποθέσεις που και τώρα ισχύουν. Ο χρόνος της φυλάκισης και η επί μακρόν διαβίωση σε σωφρονιστικό κατάστημα με τις υφιστάμενες συνθήκες λειτουργίας τους επιβαρύνει υπέρμετρα την ψυχοκοινωνική κατάσταση ενός ανηλίκου και οι 3 μήνες παραπάνω προσωρινής κράτησης που θα προστίθενται στο σημερινό όριο των 6 μηνών δεν είναι καθόλου αμελητέος χρόνος, πολύ περισσότερο που μιλάμε για προσωρινή κράτηση πριν την έκδοση απόφασης, επομένως μπορεί εν συνεχεία να εκδοθεί αθωωτική απόφαση.
    Επίσης είμαστε αντίθετοι με την προτεινόμενη δυνατότητα αντικατάστασης των περιοριστικών όρων που επιβλήθηκαν σε ανήλικο με επιβολή προσωρινής κράτησης σε περίπτωση επαναλαμβανόμενης παραβίασης των περιοριστικών όρων που συντρέχει με άσκηση νέας ποινικής δίωξης για κακούργημα. Εάν, όπως αντιλαμβανόμαστε την προτεινόμενη διάταξη, για να επιβληθεί προσωρινή κράτηση σε αντικατάσταση επιβληθέντων περιοριστικών όρων θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και η επαναλαμβανόμενη παραβίαση των περιοριστικών όρων από τη μεριά του ανηλίκου και η εις βάρος του άσκηση νέας δίωξης για πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα, θα έχουμε περίπτωση που θα μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση για το νέο (δεύτερο) κακούργημα όταν η υπόθεση αχθεί ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή. Επομένως ποιος ο λόγος να υπάρξει αυτή η προβληματική για το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου ανηλίκου τροποποίηση;

    Άρθρο 37: Αντικατάσταση περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση σε περίπτωση άσκησης νέας ποινικής δίωξης για συγκεκριμένα εγκλήματα – Τροποποίηση άρθρου 296 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

    Η προτεινόμενη προσθήκη νέων εδαφίων στο υπάρχον άρθρο 296 ΚΠΔ μας βρίσκει αντίθετους. Ειδικότερα, αν για τα αναφερόμενα κακουργήματα για τα οποία επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι έχει ασκηθεί νέα ποινική δίωξη, φαίνεται από την προτεινόμενη διατύπωση να είναι υποχρεωτική η αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση πριν καν κριθεί ο ενήλικος κατηγορούμενος ως προφυλακιστέος ή μη για τη νέα κακουργηματική ποινική δίωξη. Στη δεύτερη περίπτωση της δυνητικής επιβολής προσωρινής κράτησης, μια ποινική δίωξη για ομοειδές πλημμέλημα και μόνο θα μπορεί να στείλει τον κατηγορούμενο στη φυλακή ως προσωρινά κρατούμενο από μόνη της και χωρίς να υπάρχει καμία παραβίαση των περιοριστικών όρων που είχαν τεθεί για το κακούργημα! Τέλος, δεν είναι σαφές τι εννοεί το τελευταίο προτεινόμενο εδάφιο σύμφωνα με το οποίο “Σε κάθε περίπτωση διατάσσεται η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου και για τη νέα ποινική δίωξη, σύμφωνα με το άρθρο 286.”
    Αυτό σημαίνει άραγε ότι όταν ο ενήλικας κατηγορούμενος απολογείται για το δεύτερο κακούργημα για το οποίο κατηγορείται είναι μονόδρομος για τον ανακριτή και τον εισαγγελέα να τον προφυλακίσουν, ακόμη και χωρίς να εξετάσουν αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το ίδιο το άρθρο 286 ΚΠΔ; Τι μπορεί να σημαίνει το “σε κάθε περίπτωση”;

    Κλείνοντας, θέλουμε να επισημάνουμε τα εξής: ο εγκλεισμός ανηλίκου ή και νέου μετεφηβικής ηλικίας σε σωφρονιστικό κατάστημα, όπως έχει δειχθεί και από σειρά ερευνών δεν αποτρέπει, αλλά αντίθετα δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την εν συνεχεία εγκληματική υποτροπή των ανηλίκων κρατουμένων.

    Εκτιμούμε ότι η δημιουργία και η υποστήριξη εναλλακτικών κοινωνιοπαιδαγωγικών προγραμμάτων στην κοινότητα υπό την αιγίδα της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων και με τη συνεργασία άλλων δημοσίων υπηρεσιών και κοινωφελών οργανισμών για τα παιδιά σε κίνδυνο ή στα πρώτα στάδια παραβατικής εκτροπής θα μπορούσε να συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάσχεση του φαινομένου της παραβατικότητας των ανηλίκων.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 16:41 | Σωκράτης Τσαντίρης

    Σχολιασμός του Άρθρου 46 που αφορά Εξουσιοδοτικές διατάξεις:
    2.Αναφέρεται ότι με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας Ιατροδικαστικού επαγγέλματος.
    Οι ιατροδικαστές είναι ιατροί και είναι απαραίτητα εγγεγραμμένοι στους οικείους ιατρικούς συλλόγους. Συνεπώς, πρέπει να εναρμονίζονται με τον κώδικα ιατρικής Δεοντολογίας ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ 3418/2005 [ΦΕΚ Α’ 287], που συυμπεριλαμβάνει άρθρα για ορθή πρακτική σε διαγνωστικές πράξεις κτλ. Σύμφωνα με το Άρθρο 338 – Νόμος 4512/2018 Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, οποιαδήποτε απόφαση αντίθετη με τις διατάξεις του ν. 3418/2005 (Α΄287) είναι άκυρη. Αν στη λήψη των αποφάσεων αυτών έχουν συμμετάσχει ιατροί, υπέχουν πειθαρχικές ευθύνες.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 15:32 | Β. Μπουμπα

    Σχόλιο στο Άρθρο 39 – Αντικείμενο
    Αναφέρεται αντικατάσταση του άρθρου 1 του ν.3772/2009, χωρίς να αναφέρεται κάποια αλλαγή στο παρόν νομοσχέδιο. Επισημαίνεται ότι εκκρεμεί η αιτηθείσα ενεργοποίηση λειτουργίας της τοπικής Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων, παράλληλα με το υπάρχον Εργαστήριο Ιατροδικαστικής & Τοξικολογίας, γεγονός που κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την Περιφέρεια της Ηπείρου.

    Σχόλια στο Άρθρο 40:
    Η άποψη ότι θα πρέπει να διαβιβάζεται στον απολ;eτως αναγκαίο χρόνο από τη διενέργεια της νεκροψίας-νεκροτομής, στην παραγγέλουσα αρχή, απόσπασμα προκαταρκτικής ιατροδικαστικής εκτίμησης, σε όλες τις περιπτώσεις ιατροδικαστικής διερεύνησης, επί θανόντος προσώπου, έχει εκφραστεί στη χώρα μας, κατά το παρελθόν, σε συμφωνία με την αντίστοιχη διαδικασία που εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες και είναι σωστή. Η αρχική εκτίμηση επιβάλλεται να παραμείνει στην περιγραφή των αντικειμενικών ευρημάτων κατά τη ν-ν και εν αναμονή των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών εξετάσεων. Είναι δεδομένο ότι η πλήρης ιατροδικαστική εκτίμηση θα πρέπει να είναι μία και μόνη, αλλά μπορεί να εκφράζεται σε μεταγενέστερο χρόνο, και δεν μπορεί να διαμορφωθεί πριν την ολοκλήρωση των εργαστηριακών εξετάσεων (όπου απαιτούνται).
    Το νομοσχέδιο κινείται κατά βάση στη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο με αφορμή τις υποθέσεις της Πάτρας και της Αμαλιάδας εγείρονται πολλά ερωτήματα στο κατά πόσο οι Ιατροδικαστικές εκθέσεις αποδίδουν την αληθινή αιτία θανάτου. Το κύρος της ιατροδικαστικής, όπως αποδείχθηκε στο πρόσφατο παρελθόν, βλάπτεται από βεβιασμένα συμπεράσματα, ακόμη και αν φαινομενικά είναι «επιστημονικά» τεκμηριωμένα, που απαιτούν ειδικές γνώσεις τις οποίες δεν μπορεί να διαθέτουν οι ιατροδικαστές ή τουλάχιστον όχι όλοι.
    Το θέμα της διαφάνειας και της δεοντολογίας δεν πρέπει να εξαντλείται στο αν θα ενημερώνεται μόνο ο ιατροδικαστής υπηρεσίας και όχι οι άλλοι ιατροδικαστές της υπηρεσίας ή ο προϊστάμενος του κοκ. Ειδικά στην ιατροδικαστική διερεύνηση του θανάτου όλοι οι δυνητικά εμπλεκόμενοι επιστήμονες στη διερεύνηση του περιστατικού (ιατροδικαστές, τοξικολόγοι, παθολογοανατόμοι) και ο αντίστοιχος προϊστάμενος, ως υπεύθυνος λειτουργίας της υπηρεσίας του και εφαρμογής της ορθής διαδικασίας θα πρέπει να έχουν δυνατότητα ενημέρωσης σε πραγματικό χρόνο. Είναι στρεβλή η άποψη ότι ο ιατροδικαστής ως πραγματογνώμονας υπογράφει μόνο αυτός επειδή επιλαμβάνεται το περιστατικό («ιατροδικαστικός εγωισμός» χαρακτηρίστηκε), ενεργεί και ενημερώνεται μόνο αυτός – δηλαδή μπορεί να ενημερώνει ανεπίσημα και κατά το δοκούν τους άλλους συνεργάτες-επιστήμονες στα εργαστήρια κλπ χωρίς τήρηση κάποιας διαφανούς, θεσμικής διαδικασίας;;
    Συνεπώς, στα πλαίσια διερεύνησης των αιτιών θανάτου, και με δεδομένο ότι συχνά κρίνεται αναγκαία η διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων, θα πρέπει να υπάρχει υπεύθυνη και θεσμική ενημέρωση των αντίστοιχων επιστημόνων που διενεργούν τις εργαστηριακές εξετάσεις – τοξικολόγος και παθολογοανατόμος για τις τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις αντίστοιχα – για όλα τα στοιχεία που αφορούν το υπό εξέταση περιστατικό από την αντίστοιχη παραγγέλουσα αρχή, που ζήτησε τη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής. Οι επιστημονικές γνωματεύσεις των δικαστικών επιστημόνων και οι υπογράφοντες δικαστικοί επιστήμονες που έχουν την ευθύνη των εργαστηριακών εξετάσεων και των γνωματεύσεων τους θα πρέπει να αντιμετωπίζονται νομικά ως (υπεύθυνοι) προανακριτικοί υπάλληλοι, συνεργαζόμενοι με τους ιατροδικαστές.
    Οι εργαστηριακές εξετάσεις -τοξικολογικές και ιστολογικές- είναι εξειδικευμένες εξετάσεις που σε κάποιες περιπτώσεις απαιτούν μεγάλο χρόνο ολοκλήρωσης, πόσο μάλλον επειδή απαιτείται εξειδικευμένο (και επαρκές σε αριθμό) προσωπικό, καθώς και σύγχρονη και εξειδικευμένη οργανολογία, τουλάχιστον για την ολοκληρωμένη τοξικολογική διερεύνηση του περιστατικού, που δεν είναι πάντοτε άμεσα διαθέσιμη. Με βάση τα προαναφερόμενα, δεν μπορεί να γίνει εναρμόνιση του χρόνου ολοκλήρωσης των εργαστηριακών εξετάσεων και αναγκαία θα υπάρχουν κάποιες καθυστερήσεις στην εξαγωγή των αποτελεσμάτων των τοξικολογικών και ιστολογικών εξετάσεων. Το θέμα της κοστολόγησης των εξετάσεων είναι σοβαρό και θα πρέπει να υπάρξει σχετική διαβούλευση μεταξύ των εμπλεκομένων Εργαστηρίων/ επιστημόνων και του Υπουργείου Δικαιοσύνης, προκειμένου να επικαιροποιηθεί το κόστος και το είδος των εργαστηριακών εξετάσεων.
    Σχόλιο στο άρθρο 41: Στο θέμα αυτό θα πρέπει να υπάρξει πρόνοια για το ποια πρόσωπα θα είναι υπεύθυνα για την διαχείριση της εισαγωγής και εξαγωγής δεδομένων από το σύστημα προκειμένου να υπάρξει η βέλτιστη διαφάνεια και αξιοπιστία.
    Σχόλιο στο άρθρο 42: Ο όρος ιατροδικαστής εκλαμβάνεται λανθασμένα από τον κόσμο ως «Ιατρος-Δικαστής», κατι που και οι ίδιοι οι ιατροδικαστές αρέσκονται να καλλιεργούν. Η ορθή διατύπωση βέβαια είναι «Δικαστικός ιατρός» σε απόδοση του όρου «forensic” (αντίστοιχα δικαστικός τοξικολόγος, παθολογοανατόμος κλπ) και συνεπώς δεν «δικάζουν», αλλά εκφράζουν την επιστημονική τους άποψη και γνωμάτευση για δεδομένο περιστατικό που αφορά την ιατρική τους ειδικότητα, συνεισφέροντας στο προανακριτικό έργο, με αναμφισβήτητο το κύρος της γνωμάτευσης τους στην δικαστική διερεύνηση του περιστατικού και τις πιθανές νομικές συνέπειες για τους εμπλεκομένους.
    Σε κάθε περίπτωση οι ιατροδικαστές δεν είναι απλοί δημόσιοι υπάλληλοι ούτε απλοί γιατροί του ΕΣΥ και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες, όπως αυτής του συμβούλου ή εμπειρογνώμονα/τεχνικού συμβούλου είτε σε ιδιώτες είτε σε επιχειρήσεις, όπως ασφαλιστικές εταιρίες κλπ, είτε αφορούν περιστατικά της υπηρεσίας του είτε άλλης υπηρεσίας (είμαστε άλλωστε πολύ μικρή χώρα). Βέβαια το θέμα της παροχής εκπαιδευτικού έργου σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς εκπαίδευσης, συγγραφικό έργο ή συμμετοχής σε μια έμμισθη επιτροπή κλπ, θα πρέπει να επανεξεταστεί. Επίσης, θα ήταν χρήσιμη η διερεύνηση της δυνατότητας συμμετοχής τους στην εκπαίδευση των ειδικευομένων ιατροδικαστών που είναι σήμερα ευθύνη των πανεπιστημιακών εργαστηρίων Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας και μόνο.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 14:48 | ΑΠΟΣΤΟΛΙΑ ΑΚΡΙΒΟΥΣΗ

    Άρθρο 38 Σκοπός: Σκοπός του παρόντος μέρους είναι ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου……και τη λειτουργίας τους, καθώς και η αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες και το κοινωνικό σύνολο. Αυτό το άρθρο πρέπει να αποσυρθεί και να αντικατασταθεί απο το ορθά συνταγματικά άρθρο της αιτιολογικής έκθεσης του Ν.3772/09 για το σκοπό δημιουργίας και λειτουργίας με Ειδικές Νομοθετικές Διατάξεις της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτους απο το 1910 έως σήμερα ήτοι: Η ανάγκη της υποβοηθήσεως της Δικαιοσύνης στον ειδικό επιστημονικό τομέα της Ιατροδικαστικής οδήγησε το νομοθέτη, ήδη απο το 1910 με το ν.ΓΧΠ να αναθέσει το σχετικό έργο σε δημόσια υπηρεσία που συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτόν, ούτως ώστε οι σχετικές πραγματογνωμοσύνες να καταρτίζονται από πρόσωπα που διέπονται από αίσθημα ευθύνης για την αποστολή τους και να παρέχονται μείζονα εχέγγυα αντικειμενικότητας και αμεροληψίας. Τον Ιδρυτικό νόμο και το εκτελεστικό του β.δ 8/17.5.1910 ακολούθησε σειρά διατάξεων με τις οποίες ρυθμίστηκαν περαιτέρω ζητήματα της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και από τις οποίες επισημαίνονται ο ν.2266/1952 σε συνδυασμό με το ν.2347/1953,ο ν.885/1971, το άρθρο 39 του , ν.2721/1999, το άρθρο 7 του ν.3060/2002 και το άρθρο 60 του ν.3160/2003. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας σε συνδυασμό με το μη συστηματικό χαρακτήρα των σχετικών ρυθμίσεων, κατέστησαν αναγκαία αφ ενός μέν την αναμόρφωση της διοικητικής οργάνωσης, αφ ετέρου δε τον σαφή προσδιορισμό των χαρακτηριστικών της υπηρεσιακής καταστάσεως των Ιατροδικαστών και την οριοθέτηση τους σε σχέση με τα λοιπά, εφαρμοστέες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Τους σκοπούς αυτούς επιδιώκεται να υπηρετήσει το παρόν σχέδιο νόμου, προκειμένου η λειτουργία της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας να καταστεί αποτελεσματικότερη. Αρθρο 43 Επαναφορά του άρθρου 76 του ν.3659/2008 που υπήρχε στο άρθρο 10 παρ. 3 του ν.3772/09 και που αναφέρεται σε εφταμελές Υπηρεσιακό-Πειθαρχικό Συμβούλιο και στα πειθαρχικά των Ιατροδικαστών που δεν έχουν σχέση με τον δημοσιουπαλληλικό κώδικα,ώστε να διαφυλάσσεται η ανεξαρτησία και όχι μόνο Ιατροδικαστών και Ιατροδικαστικών Πράξεων.Επίσης νομοθετική πρόβλεψη γιά Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο. Αρθρο 40 Να παραμείνει το άρθρο 2 του ν.3772/09 ως είχε και να εμπλουτιστεί με τη σύσταση R (99)3, η οποία είναι σύσταση και όχι οδηγία για να ενσωματωθεί στό Εθνικό Δίκαιο(άρθρο288 συνθήκης Ε.Ε) Αρθρο 46. Η παράγραφος 3 α)
    πρέπει να διευκρινιστεί ποιοι θα συμμετέχουν στο συμβούλιο επιλογής Προισταμένων και με ποιά κριτήρια β)να είναι εν ισχύ το άρθρο 6 του ν.3772/09 για τη κρίση προισταμένων (υπηρεσιακό συμβούλιο) ειδική διάταξη μέχρι τη δημιουργία του Σ.Ε.Π. γ) Η Ευρωπαική Σύσταση R(99)3 καλύπτει και όχι μόνο αυτή πρωτόκολλα και κανόνες διαχείρησης διαφόρων Ιατροδικαστικών ενεργειών επειγουσών και μη. Σημειώνεται και επισημαίνεται ότι η Προκαταρκτική Ιατροδικαστική Εκτίμηση είναι εφαρμογή της σύστασης R(99)3 και ειναι το πρώτο στάδιο της Ιατροδικαστικής Διερευνήσεως και αποτελεί επίσης ένα από τα στοιχεία αξιολόγησης Ιατροδικαστών για επάρκεια, αντικειμενικότητα επιστημονικής τεκμηρίωσης.Το δεύτερο στάδιο είναι της Ιατροδικαστικής Απόφανσης και μετά το πέρας των εργαστηριακών εξετάσεων.
    ΑΠΟΣΤΟΛΙΑ ΑΚΡΙΒΟΥΣΗ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΗΣ Β ΤΑΞΕΩΣ ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 14:46 | Ελληνική Εταιρεία Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας (ΕΕΠΑΟ)

    Στους στόχους της Ελληνικής Εταιρείας Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας (ΕΕΠΑΟ) ως καθ’ ύλην αρμόδιας επιστημονικής εταιρείας για τη φροντίδα του παιδιού με καρκίνο περιλαμβάνεται όχι απλά η επιβίωση, αλλά η ίαση με την έννοια της διαβίωσης με ισότιμη ποιότητα ζωής με κάθε άλλο παιδί της ίδιας ηλικίας.
    Η ποιότητα της φροντίδας επιπλέον αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά το τελικό στάδιο της νόσου και επεκτείνεται και μετά την απώλεια της ζωής για τα παιδιά που δυστυχώς χάνουν τη μάχη. Ο σεβασμός μετά θάνατον είναι ένδειξη πολιτισμού. Επιπλέον η ολιστική φροντίδα με σεβασμό στο ίδιο το παιδί και το σύνολο της οικογένειας απαιτεί χειρισμούς που θα εξασφαλίσουν την κατά το δυνατόν ισορροπημένη συνέχεια της οικογένειας δημιουργώντας τη βεβαιότητα ότι «έγιναν όλα όπως οφείλαμε».

    Με γνώμονα τα ανωτέρω η ΕΕΠΑΟ πιστεύει πως παραπομπή στις αρμόδιες ιατροδικαστικές υπηρεσίες απαιτείται σε περίπτωση

    Αιφνιδίου θανάτου
    Ανεξήγητου θανάτου
    Θανάτου εκτός κλινικής ή Νοσοκομείου εφόσον δεν υπήρχε παρακολούθηση για εύλογο χρονικό διάστημα από τη θεραπευτική ομάδα
    Αιτήματος της οικογένειας
    Αιτήματος της θεραπευτικής ομάδας

    Σε παιδιά με σαφή διάγνωση, πρόοδο νόσου και για τα οποία η θεραπευτική ομάδα έχει εξαντλήσει τις θεραπευτικές επιλογές χαρακτηρίζοντας τη φάση νόσου ως τελικό στάδιο δεν απαιτείται παραμπομπή. Ιδιαίτερα αν ο θάνατος συμβεί εντός Νοσοκομείου υπό τη φροντίδα των θεραπόντων.

    Εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΕΠΑΟ,

    Σοφία Πολυχρονοπούλου Δημήτριος Δογάνης
    Η Πρόεδρος Ο Γενικός Γραμματέας

  • Συγχαρητήρια για το νομοσχέδιο, είναι πολύ θετικό ότι προβλέπεται η δημιουργία πρωτοκόλλων και κώδικα δεοντολογίας για τις ιατροδικαστικές υπηρεσίες.

    Θεωρούμε σημαντικό να εξεταστεί το ενδεχόμενο εισαγωγής δεικτών ποιότητας των ιατροδικαστικών υπηρεσιών. Οι δείκτες ποιότητας, ως τυποποιημένη διαδικασία παρακολούθησης όλων των πτυχών της όποιας παρεχόμενης υπηρεσίας, θα είναι ιδιαίτερα βοηθητικοί στην προσαρμογή και βελτίωση των υπηρεσιών ανά πάσα στιγμή, με απώτερο βέβαια σκοπό την ανθρωποκεντρική προσέγγιση των ιατροδικαστικών υπηρεσιών. Αυτό άλλωστε συμβαδίζει και με την προτεραιοποίηση των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανθρωποκεντρική προσέγγιση στην υγεία μέχρι το 2030, καθώς και με τις κατευθυντήριες προτάσεις του Π.Ο.Υ. για ορισμό δεικτών ποιότητας στην υγεία και τη φροντίδα από το 2023 και στον Ευρωπαϊκό χώρο.

    Δρ. Χριστίνα Καραμανίδου, Ψυχολόγος Υγείας, Ερευνήτρια Γ’
    Ινστιτούτο Εφαρμοσμένων Βιοεπιστημών | Εθνικό κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 13:24 | Κούση Χρυσαυγή, Ιατροδικαστής

    Οι απόψεις των Καθηγητών Ιατροδικαστικής, κας Παπαδόδημα Σταυρούλας και του κου Χατζηνικολάου Φώτη με βρίσκουν απολύτως σύμφωνη. Επίσης, συμφωνώ με τις περαιτέρω τοποθετήσεις των αξιότιμων συναδέλφων ιατροδικαστών.

    Ειδικότερα:
    1. Άρθρο 40, παρ. 2
    «Σε κάθε άλλη περίπτωση θανάτου, που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν έχει πιστοποιηθεί από τον προσωπικό ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας του θανόντος και σε περίπτωση αδυναμίας του, από τον θεράποντα ιατρό ότι ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια.»
    Σύμφωνα με τις πρόσφατες οδηγίες του ΠΟΥ κατά την ιατρική πιστοποίηση ενός θανάτου, «η συλλογή των πληροφοριών αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τη διαδικασία της ιατρικής πιστοποίησης της αιτίας θανάτου, ανεξάρτητα από το αν ο ιατρός είχε παρακολουθήσει τον αποθανόντα στο παρελθόν ή μόνο μετά την επέλευση του θανάτου»
    Σχετικός σύνδεσμος: WHO Recommendations for conducting an external inspection of a body and filling in the Medical Certificate of Cause of Death. 2023. https://www.who.int/standards/classifications/classification-of-diseases/cause-of-death)

    2.Άρθρο 40
    Αρμοδιότητα ιατροδικαστικών υπηρεσιών – Ιατροδικαστική έκθεση – Αντικατάσταση άρθρου 2 ν. 3772/2009, Άρθρο 2, παρ. 3.
    Κατά την άποψή μου η παράγραφος αυτή θα πρέπει να αντικατασταθεί και να υιοθετηθεί η παράγραφος της Ευρωπαϊκής Σύστασης Νο R(99)3 του Συμβουλίου των Υπουργών των κρατών μελών για την εναρμόνιση των κανόνων των ιατροδικαστικών πράξεων, παρότι δεν έχει θεσμοθετηθεί στη χώρα μας όπως σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. :
    «…ανθρωποκτονίας ή υπόνοια ανθρωποκτονίας, αιφνιδίου θανάτου, παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων (όπως βασανιστήρια ή οποιασδήποτε μορφής κακή μεταχείριση), αυτοκτονίας ή υπόνοιας αυτοκτονίας, υπόνοιας ιατρικής αμέλειας, ατυχημάτων, είτε με τα μέσα μεταφοράς είτε στον επαγγελματικό χώρο είτε στο οικιακό περιβάλλον, επαγγελματικών νοσημάτων και ατυχημάτων, τεχνολογικών ή περιβαλλοντικών καταστροφών, θανάτων στις φυλακές ή σε σχετιζόμενων με ενέργειες της αστυνομίας ή του στρατού, μη ταυτοποιημένων πτωμάτων ή σκελετών…».
    Η νεκροτομή αφενός, δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να διενεργείται άκριτα και μαζικά, χωρίς να υπάρχει σαφής λόγος για τη διενέργειά της (δηλαδή όταν υπάρχει σαφές ιατρικό ιστορικό), αφετέρου η χωρίς σαφή λόγο διενέργεια νεκροτομής σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας (ανήλικοι, ενήλικες) αποτελεί προσβολή για τον νεκρό, αλλά και μια αδικαιολόγητη ψυχική ταλαιπωρία για την οικογένεια, ειδικά στις περιπτώσεις που η ίδια η οικογένεια δεν το επιθυμεί.
    Ορθά παραθέτει η κα Παπαδόδημα πως: «η διερεύνηση των περιγεννητικών θανάτων εμπίπτει στο γνωστικό αντικείμενο των εξειδικευμένων παθολογοανατόμων. Όταν τίθενται συγκεκριμένα ιατροδικαστικά ζητήματα, μετά από σχετική παραγγελία ζητείται η συνδρομή του ιατροδικαστή σε συνεργασία πάντα με τον ειδικό παθολογοανατόμο.»
    Τέλος, αξίζει να μελετηθεί η τακτική που εφαρμόζεται σε άλλες χώρες, εντός και εκτός Ευρώπης.

    3.Άρθρο 42, » Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή από ιατροδικαστή»
    Όπως οι ιατροί των νοσοκομείων ΕΣΥ έτσι και όλοι οι ιατροδικαστές δημόσιοι λειτουργοί, οι οποίοι δεν παύουν να είναι προτίστως ιατροί, θα πρέπει να αποκτήσουν το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικού έργου, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα αφορά σε περιστατικά, τα οποία επιλαμβάνονται οι ίδιοι ως πραγματογνώμονες ή οι αντίστοιχες Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, στις οποίες υπηρετούν. (ΦΕΚ 20-07-2024, Τεύχος Β’ 04271, Αριθμ. Γ4α/Γ.Π.οικ.36150
    «Όροι, προϋποθέσεις και διαδικασία άσκησης ιδιωτικού έργου των ιατρών και οδοντιάτρων κλάδου ΕΣΥ).

    Δόκιμο είναι λοιπόν, να προσδιορισθούν όλες οι επιτρεπτές δραστηριότητες των ιατροδικαστών και να αφαιρεθεί από το σχετικό άρθρο το «μόνο ταριχεύσεις και αποτεφρώσεις». Να κρίνεται η δυνατότητα διεκπεραίωσης του έργου κατά περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26). Πολύ ορθά αναφέρεται από την κα Παπαδόδημα: «ένας ιατροδικαστής του Υπουργείου Δικαιοσύνης θα μπορούσε να προσφέρει εκπαιδευτικό έργο σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς εκπαίδευσης, συγγραφικό έργο ή να συμμετέχει σε μια έμμισθη θέση σε επιτροπή.» Και θα συμπληρώσω επ’αυτού ότι, ένας ιατροδικαστής του Υπ.Δικαιοσύνης μπορεί να εκπαιδεύει ειδικεύομενους Ιατροδικαστικής, εφόσον πληρεί συγκεκριμένες επιστημονικές και ακαδημαϊκές προϋποθέσεις, στο ίδιο νεκροτομείο όπως πολύ σωστά αναφέρει ο κος Χατζηνικολάου:»Προτείνω σε κάθε πόλη που υπάρχει ιατροδικαστική υπηρεσία, εργαστήριο ιατροδικαστικής και ιατροδικαστής νοσοκομείου ή έστω δύο από τα παραπάνω, να λειτουργεί ένα κοινό νεκροτομείο με όλους τους εμπλεκομένους φορείς, με μοιρασμένες ημερολογιακές υπηρεσίες, βάση μηνιαίου καταρτισμένου προγράμματος». Επιπροσθέτως, θα μπορούσαν οι ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, οι οποίοι δύναται να εκπαιδεύουν ειδικευόμενους της ιατροδικαστικής, να συμμετέχουν σε Επιτροπή Εξετάσεων για τον τίτλο Ειδικότητας της Ιατροδικαστικής αφενός μεν διότι δεν υπάρχουν αρκετοί ιατροδικαστές με βαθμό Διευθυντή ΕΣΥ, αφετέρου δε, ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης συμμετείχαν σε Επιστημονικές Επιτροπές του Υπουργείου Υγείας για την εκπαίδευση των ειδικευόμενων.

    4.Επί των ανωτέρω τοποθετήσεων προτείνω την άμεση λειτουργία/ενεργοποίηση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων, η οποία δεν έχει λειτουργήσει ακόμη, παρόλες τις προσπάθειες του Υπ.Δικαιοσύνης όπως αυτές καταδυκνείονται από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο παρόλο που υπάρχει Πανεπιστημιακό Εργσστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας με πληθώρα περιστατικών, με έτοιμο τον χώρο του νεκροτομείου και εξειδικευμένο προσωπικό, έτοιμο Εργαστήριο Τοξικολογίας και έτοιμο εξειδικευμένο Παθολογο-Ανατόμο (Προεδρικό Διάταγμα 6/2021, καθώς και το Άρθρο 39 του ν. 2721/1999 (Α΄112) ενώ κατόπιν των μεταρρυθμίσεων που επέφεραν στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας οι διατάξεις του ν. 3772/2009 (Α΄112) υφίσταται πλέον ως Τοπική Ιατροδικαστική Υπηρεσία υπαγόμενη στην Περιφερειακή Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πάτρας).

    5. Συμφωνώ με τα κάτωθι όπως αυτά ειπώθηκαν από τον κο Χατζηνικολάου και τα οποία είναι μείζονος σημασίας για την ορθή έκβαση κάθε περιστατικού: » Για κάθε περιστατικό θα πρέπει ο ιατροδικαστής υπηρεσίας να λαμβάνει γνώση ανεξαιρέτως, χωρίς κανέναν άλλο συνάδελφο – μεσάζοντα, προς αποφυγή λαθών, γιατί ως πραγματογνώμονας υπογράφει μόνο αυτός που επιλαμβάνεται το περιστατικό. Ομοίως σε περιστατικά στα οποία κρίνεται αναγκαία η αυτοψία, πρέπει να ενημερώνεται ο ιατροδικαστής που τελεί σε υπηρεσία και όχι μόνο ο εκάστοτε προϊστάμενος, που δεν παρίσταται καν στην διαδικασία. Το ημερολογιακό ονομαστικό μηνιαίο πρόγραμμα επιβάλλεται να αποστέλλεται εγκαίρως (από τον προηγούμενο μήνα), στις προανακριτικές αρχές.»
    Κούση Χρυσαυγή, Ιατριδικαστής

  • Αρθρο 40 παρ. 3

    ……….. Από την εφαρμογή της παρ. 2, εξαιρούνται θάνατοι ανηλίκων από κάθε αιτία, θάνατοι που σχετίζονται άμεσα με χειρουργική επέμβαση, θάνατοι κατά την περιγεννητική περίοδο, θάνατοι κρατουμένων, θάνατοι τροφίμων οίκων ευγηρίας και κάθε περίπτωση θανάτου από εξωτερικά αίτια (βίαιος θάνατος). Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται υποχρεωτικά ιατροδικαστική διερεύνηση.

    Η νεκροψία-νεκροτομή δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να διενεργείται άκριτα και μαζικά, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τη διενέργειά της.

    Τα παιδιά που νοσούν από καρκίνο δεν μπορεί να υποβάλλονται σε νεκροψία-νεκροτομή. Τα παιδιά αυτά πεθαίνουν μετά από μακροχρόνιες και επώδυνες θεραπείες, και όταν ο καρκίνος έχει ήδη προσβάλει όλα τα όργανα του σώματος, γεγονός που αποδεικνύεται με έγγραφα, προηγούμενες εξετάσεις και γνωματεύσεις των αρμόδιων ογκολογικών τμημάτων. Οι οικογένειες των παιδιών ήδη γνωρίζουν τα πάντα για τη νόσο του παιδιού τους καθώς και για το επικείμενο τέλος.

    Η διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής στις περιπτώσεις αυτές:

    1.Αποτελεί ασέβεια στο ήδη ταλαιπωρημένο σώμα του παιδιού.
    2.Δημιουργεί επιπρόσθετο ψυχολογικό και διαχειριστικό βάρος για την
    οικογένεια του παιδιού σε μια τόσο καίρια δύσκολη στιγμή.
    3.Συνεπάγεται καθυστερήσεις που απλώς επιβαρύνουν και δυσκολεύουν την οικογένεια και τους οικείους, χωρίς πραγματικό λόγο, αφού η αιτία θανάτου είναι ήδη γνωστή, και συνήθως από πολύ καιρό πριν επέλθει το συμβάν.

    Προτείνουμε να τροποποιηθεί το σχέδιο νόμου ως εξής:
    «Να εξαιρούνται από την υποχρεωτική νεκροψία-νεκροτομή, ανήλικοι με τεκμηριωμένα διαγνωσμένο απειλητικό για τη ζωή νόσημα, με πολλαπλές νοσηλείες εντός και εκτός ειδικού νοσοκομείου, για τις οποίες υπάρχει τεκμηριωμένη διάγνωση του θεράποντος ειδικού ιατρού ως αιτία θανάτου».
    «Νεκροψία-νεκροτομή μπορεί να πραγματοποιείται σε περίπτωση που το ζητά αιτιολογημένα είτε ο θεράπων ιατρός, είτε οι γονείς των παιδιών».

    Σύλλογος Γονιών Παιδιών με Νεοπλασματική Ασθένεια ΦΛΟΓΑ
    Για το Διοικητικό Συμβούλιο
    Μαρία Τρυφωνίδη
    Πρόεδρος ΔΣ

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 12:42 | ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΗΣ

    1. Άρθρο 40, παρ.1
    Αναφέρεται πως όταν συντρέχει αυτόφωρη σύλληψη και επικείμενη εισαγωγή σε δίκη, η έκθεση συντάσσεται και παραδίδεται στην αρμόδια αρχή αμελλητί. Ωστόσο οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι εξετάζονται την ημέρα της εκδίκασης του αυτοφώρου, δηλαδή περίπου 2 ώρες νωρίτερα, και η σύνταξη και υποβολή ιατροδικαστικής έκθεσης στον χρόνο αυτό είναι πρακτικά αδύνατη. Προτείνω να καθοριστεί χρονικό όριο, τουλάχιστον 24 ωρών από την εξέταση, για την υποβολή της έκθεσης και την αρχικά προφορική ενημέρωση της αρμόδιας αρχής.
    2. Άρθρο 40, παρ.3
    Σε περιπτώσεις θανάτων ανηλίκων, κρατουμένων και τροφίμων οίκων ευγηρίας, να μην πραγματοποιείται ιατροδικαστική διερεύνηση σε περίπτωση που υπάρχει διεγνωσμένη νόσος που δικαιολογεί τη θανατηφόρα έκβαση, καθώς ο κύριος λόγος διενέργειας της νεκροτομής, η διαπίστωση της αιτίας του θανάτου, δεν υφίσταται. Περιττές ιατροδικαστικές πράξεις διενεργούνται σε βάρος επιβεβλημένων περιστατικών ως προς την κατανομή του χρόνου και των διαθέσιμων πόρων.
    3. Άρθρο 40, παρ.4
    Καταρχάς, η ιατροδικαστική εκτίμηση διαμορφώνεται μετά την ολοκλήρωση των εργαστηριακών εξετάσεων. Επιπλέον, με την παραπάνω διάταξη, διπλασιάζεται ο όγκος των ιατροδικαστικών εκθέσεων που καλείται να διακινήσει και να αρχειοθετήσει η υπηρεσία, δυσχεραίνοντας το έργο όλων των υπαλλήλων. Θεωρώ λοιπόν ότι το άρθρο αυτό πρέπει να απαλειφθεί. Εξάλλου η αιτία θανάτου ή το κύριο ιατροδικαστικό εύρημα αναγράφονται στο πιστοποιητικό θανάτου, το οποίο μπορεί να αποσταλεί στην παραγγέλλουσα αρχή.
    4. Άρθρο 42, Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή από ιατροδικαστή – Προσθήκη παρ. 2Α στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009
    Στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009 (Α’ 112) προστίθεται παρ. 2Α σύμφωνα με την οποία ο ιατροδικαστής επιτρέπεται να ασκεί ιδιωτικό έργο επ’ αμοιβή μόνο για ταρίχευση και αποτέφρωση σορού. Ωστόσο, τόσο οι ιατροδικαστές των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων όσο και οι ιατροί του ΕΣΥ πλέον, μόνιμοι και επικουρικοί, σύμφωνα με την Υπ. Απόφαση Γ4α/Γ.Π.οικ.36150/2024 – ΦΕΚ Β 4271/19.07.2024, «δύνανται να διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο, να παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες με οποιαδήποτε σχέση, συμπεριλαμβανόμενης και αυτής του συμβούλου ή εμπειρογνώμονος/τεχνικού συμβούλου και για θέματα εκπαίδευσης/επιμόρφωσης/εποπτείας των επαγγελματιών υγείας, οργάνωσης διαλέξεων και επιστημονικών εκδηλώσεων, συγγραφής επιστημονικών άρθρων, ιατρικών ενημερώσεων υγείας για νοσολογικές οντότητες, σε ιδιωτική κλινική ή ιδιωτικό διαγνωστικό ή θεραπευτικό εργαστήριο ή φαρμακευτικές επιχειρήσεις, ή εταιρείες ιατροτεχνολογικών προϊόντων και γενικότερα σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις που παρέχουν ή καλύπτουν υπηρεσίες υγείας, υπό την προϋπόθεση χορήγησης σε αυτούς σχετικής άδειας, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρούσας.»
    Δηλαδή, οι ιατροδικαστές που ανήκουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ εκτελούν τον μεγαλύτερο όγκο ιατροδικαστικών πράξεων στη χώρα, είναι οι μόνοι πλέον ιατροδικαστές που δεν έχουν το αντίστοιχο δικαίωμα, παραμένοντας οι χαμηλότερα αμειβόμενοι. Επομένως, για την τήρηση της αρχής της ισότητας, προτείνω να προστεθεί στο άρθρο 42 το δικαίωμα της ίδρυσης ιδιωτικού ιατρείου, με τους κανόνες και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τους ιατρούς (και τους ιατροδικαστές) του ΕΣΥ. Σκοπός δεν πρέπει να είναι ο περιορισμός των δραστηριοτήτων του ιατροδικαστή που ανήκει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης αλλά η διεύρυνσή τους, με νόμιμες και διαφανείς διαδικασίες.
    Σχετικά με την απαγόρευση ιδιωτικού έργου χωρίς αμοιβή έρχεται σε αντίθεση με τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (Νόμος 3418/2005 Άρθρο 19 παρ. 2 και παρ. 3). Τι προβλέπεται για την περίπτωση που επιβάλλεται να γίνει ταρίχευση σε μία σορό, όμως δεν υπάρχουν οικείοι για να καλύψουν τα έξοδα ή οι υπάρχοντες αδυνατούν? Επειδή, προφανώς, ο σκοπός της παραπάνω διάταξης είναι η αποφυγή της πλασματικής χρήσης του ιδιωτικού έργου χωρίς αμοιβή ή η κατάχρησή του προτείνω να προστεθεί ότι απαγορεύεται η άσκηση ιδιωτικού έργου χωρίς αμοιβή εντός της υπηρεσίας. Επιπλέον, ο αποκλεισμός των ιατροδικαστών από εκπαιδευτικές εργασίες όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 10 του ν. 3772/2009 αλλά το κυριότερο είναι ότι θα οδηγήσει σε επιστημονικό μαρασμό. Ο δε περιορισμός των δραστηριοτήτων μόνο των ιατροδικαστών, τους καθιστά τους λιγότερο δραστήριους επιστημονικά και παράλληλα τους χαμηλότερα αμειβόμενους, όχι μόνο σε σχέση με τους ιατροδικαστές των υπολοίπων φορέων αλλά και σε σχέση με το λοιπό προσωπικό των υπηρεσιών (νεκροτόμοι, παθολογοανατόμοι, τοξικολόγοι, διοικητικοί υπάλληλοι), χωρίς να δικαιολογείται.
    Ορθή και δίκαιη η απόφαση για την καταβολή παραβόλου για τη χρήση του χώρου του νεκροτομείου και των υλικών της ταρίχευσης. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί και για ιατροδικαστικές πράξεις, νεκροτομές και κλινικές εξετάσεις, που εκτελούνται πέραν του ισχύοντος ωραρίου λειτουργίας των υπηρεσιών, αυστηρά και μόνο για τις περιπτώσεις που δεν είναι επιβεβλημένη η κατεπείγουσα εξέταση αλλά γίνεται προς διευκόλυνση του ενδιαφερόμενου, υιοθετώντας το πρότυπο λειτουργίας των ολοήμερων ιατρείων και των απογευματινών χειρουργείων του ΕΣΥ.
    5. Να δοθεί σε όλους τους ιατροδικαστές η δυνατότητα προαγωγής μέχρι το βαθμό Α’ και όχι μόνο σε τρεις.
    6. Να δίνεται προτεραιότητα στους ιατροδικαστές για την εξέταση τους ως μάρτυρες από τα Δικαστήρια καθώς η πολύωρη, και πολλές φορές πολυήμερη, αναμονή αποτελεί νεκρό υπηρεσιακό χρόνο και έχει ως συνέπεια την καθυστέρηση διεκπεραίωσης των υπολοίπων περιστατικών που επιλαμβάνεται. Επιπλέον να καθοριστούν οι τρόποι μετάβασης και η καταβολή αποζημίωσης διότι στην πράξη καλύπτονται από ιδίους πόρους ενώ αποτελούν υπηρεσιακό καθήκον.
    Εν κατακλείδι, οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες μοιράζονται χαρακτηριστικά τόσο των υπηρεσιών υγείας όσο και των δικαστικών υπηρεσιών, ως αρωγοί της Δικαιοσύνης, ωστόσο λειτουργικά ομοιάζουν περισσότερο με τις δομές υγείας. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι για την αναδιάρθρωσή τους πρέπει να επεκταθούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ορισμένες από τις διατάξεις του Υπουργείου Υγείας, που ισχύουν για τα νοσοκομεία και τους εργαζόμενους του ΕΣΥ, καθώς οι ιατροδικαστικές πράξεις είναι ιατρικές πράξεις. Οι ιατροδικαστές του υπουργείου Δικαιοσύνης, αν και είναι οι συνδετικοί κρίκοι μεταξύ Δικαιοσύνης και Ιατρικής επιστήμης, δεν απολαμβάνουν τα προνόμια των δικαστικών λειτουργών και επιπλέον στερούνται των δικαιωμάτων των υπολοίπων ιατρών.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 12:47 | Ιατροδικαστής Δ’ Τάξης

    Από τη μελέτη του νομοσχεδίου δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχει μία διάθεση υποβάθμισης των Ιατροδικαστών εκ μέρους του Υπουργείου και είναι εμφανές τόσο με την πρωτοφανή εξαίρεσή τους από το Πειθαρχικό Συμβούλιο όσο και με την σχεδόν πλήρη απαγόρευση του ιδιωτικού έργου. Ανάλογες διατάξεις δεν ισχύουν ούτε για τους δικαστικούς λειτουργούς, ούτε για τους ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, ούτε για τους δημοσίους υπαλλήλους. Η δημιουργία αυτού του κλίματος έλλειψης εμπιστοσύνης, ακόμη και αν δικαιολογείται από τις ενέργειες ορισμένων ιατροδικαστών, δεν είναι σωστό να γενικεύεται και να συμπαρασύρει όσους λειτουργούν υπεύθυνα και ευσυνείδητα. Ωστόσο και οι ιατροδικαστές είναι δυσαρεστημένοι από τη στάση του υπουργείου διαχρονικά και νιώθουν αδικημένοι καθώς θεωρούν ότι δεν αποτελούν προτεραιότητα και δεν αναγνωρίζεται η αξία του αντικειμενικά δύσκολου έργου τους. Ο περιορισμός των δραστηριοτήτων και η υποβάθμιση των ιατροδικαστών, με σχεδόν τιμωρητική διάθεση, δύσκολα θα αποδώσουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η σωστή επιλογή των προϊσταμένων και η δημιουργία ελεγκτικού οργάνου είναι τα κρισιμότερα σημεία για την ορθή λειτουργία των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και την εξάλειψη κάθε πιθανής παθογένειας. Τέλος, ίσως θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετάταξης των ιατροδικαστών στο Υπουργείο Υγείας, το οποίο διαθέτει μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση ιατρικών ζητημάτων.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 12:29 | Σωκράτης Τσαντίρης

    Σχολιασμός στο άρθρο 42 “Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή από ιατροδικαστή – Προσθήκη παρ. 2Α στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009” και συγκεκριμένα:
    1. Στο άρθρο 10 του ν. 3772/2009 (Α’ 112) προστίθεται παρ. 2Α, ως εξής:
    «2Α. Ο ιατροδικαστής επιτρέπεται να ασκεί ιδιωτικό έργο επ’ αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) μόνο για ταρίχευση σωρού και αποτέφρωση σωρού. Η άσκηση ιδιωτικού έργου χωρίς αμοιβή απαγορεύεται.».
    Πρέπει να επιτραπεί και στους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης όπως όσων εργάζονται στα Α.Ε.Ι., στα Στρατιωτικά Νοσοκομεία και στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, ιδιωτικό έργο ή δυνατότητα εργασίας και γενικότερα σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις, που παρέχουν ή καλύπτουν υπηρεσίες διάγνωσης, εκπαίδευσης, κτλ. 

    Τούτων δοθέντων, δέον να εφαρμοσθεί αναλογικά η διάταξη του άρ. 10 του ν. 4999/2022 καθώς και εναρμόνιση με το ΦΕΚ: Αρ. Φύλλου 4271 – 19 Ιουλίου 2024 – β΄τεύχος, όπου επιτρέπεται το ιδιωτικό έργο σε ιατρούς πλήρους απασχόλησης, όπως π.χ. του Ε.Σ.Υ.. Άλλωστε σύμφωνα με τον νόμο 5129/2024-άρθρο 76, δύνεται η δυνατότητα σε ιατρούς του ΕΣΥ (π.χ. ψυχιάτρους) και συγκεκριμένα σε ιατρούς του κλάδου του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) σε πλήρες ιδιωτικό έργο και δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ . τους ειδικευόμενους και επικουρικούς ιατρούς και τους ιατρούς του ΕΚΑΒ του πρώτου εδαφίου, σε χρόνο εκτός του τακτικού ωραρίου τους και των εφημεριών, να ασκούν ιδιωτικό έργο, υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνουν τις ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις για το συγκεκριμένο διάστημα απασχόλησης. Ειδικότερα, οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., οι ειδικευόμενοι και επικουρικοί ιατροί και οι ιατροί του ΕΚΑΒ δύνανται να διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο, να παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες συμπεριλαμβανόμενης και αυτής του συμβούλου ή εμπειρογνώμονος/τεχνικού συμβούλου και για θέματα εκπαίδευσης/επιμόρφωσης/εποπτείας των επαγγελματιών υγείας, οργάνωσης διαλέξεων και επιστημονικών εκδηλώσεων, συγγραφής επιστημονικών άρθρων, ιατρικών ενημερώσεων υγείας για νοσολογικές οντότητες, σε ιδιωτική κλινική ή ιδιωτικό διαγνωστικό ή θεραπευτικό εργαστήριο ή φαρμακευτικές επιχειρήσεις, ή εταιρείες ιατροτεχνολογικών προϊόντων και γενικότερα σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις που παρέχουν ή καλύπτουν υπηρεσίες υγείας υπό την προϋπόθεση χορήγησης σε αυτούς σχετικής άδειας σύμφωνα με τη διαδικασία της παρούσας. Οι ως άνω ιατρικές υπηρεσίες δεν παρέχονται με σχέση μισθωτής εργασίας.
    Επομένως, πρέπει να εκλείψει το «μόνο ταριχεύσεις και αποτεφρώσεις» και τουλάχιστον να κρίνεται η δυνατότητα διεκπεραίωσης του ιδιωτικού έργου κατά περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) και βέβαια όχι σε περιστατικά που αφορούν την υπηρεσία που εργάζονται ή έχουν διεκπεραιώσει.
    Είναι γνωστό και υπάρχουν πολλά παραδείγματα ότι όλα τα μέλη ΔΕΠ – Ιατροδικαστές των Πανεπιστημιακών Εργαστηρίων αλλά και οι Ιατροδικαστές του Ε.Σ.Υ. ή στα Στρατιωτικά Νοσοκομεία, διενεργούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό ιατροδικαστικών πράξεων, χωρίς αυτό να παρακωλύει την άδεια που έχουν λάβει για ιδιωτικό έργο και συμμετέχουν σε επιτροπές, παρέχουν επιστημονική συνδρομή, αναλαμβάνουν εκπαιδευτικό έργο, κτλ.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 12:31 | Σωκράτης Τσαντίρης

    Επομένως, εκτιμώ ότι πρέπει να εκλείψει το «μόνο ταριχεύσεις και αποτεφρώσεις» και τουλάχιστον να κρίνεται η δυνατότητα διεκπεραίωσης του ιδιωτικού έργου κατά περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) και βέβαια όχι σε περιστατικά που αφορούν την υπηρεσία που εργάζονται ή έχουν διεκπεραιώσει.
    Είναι γνωστό και υπάρχουν πολλά παραδείγματα ότι όλα τα μέλη ΔΕΠ – Ιατροδικαστές των Πανεπιστημιακών Εργαστηρίων αλλά και οι Ιατροδικαστές του Ε.Σ.Υ. ή στα Στρατιωτικά Νοσοκομεία, διενεργούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό ιατροδικαστικών πράξεων, χωρίς αυτό να παρακωλύει την άδεια που έχουν λάβει για ιδιωτικό έργο και συμμετέχουν σε επιτροπές, παρέχουν επιστημονική συνδρομή, αναλαμβάνουν εκπαιδευτικό έργο, κτλ.
    Όσον αφορά την φράση «ιδιωτικό έργο δεν επιτρέπεται άνευ αμοιβής» θεωρώ ότι αφενός δεν είναι σαφής και αφετέρου έρχεται σε αντίθεση με τα ισχύοντα. Παράδειγμα αποτελεί η διαχείριση περιστατικών μετά από πρόσφατο ναυάγιο με πολλά θύματα, όπου διενεργήθηκαν ταριχεύσεις εντός νεκροτομείου χωρίς αμοιβή, προκειμένου να καταστεί εφικτή η μεταφορά των σορών – επαναπατρισμός μετά την αναγνώριση. Επιπρόσθετα, ιδιωτικό έργο άνευ αμοιβής μπορεί να περιλαμβάνονται δραστηριότητες όπως π.χ. εθελοντική εργασία σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, ερευνητικό έργο, διενέργεια δωρεάν μαθημάτων ή σεμιναρίων, έκφραση επιστημονικών συμβουλών λόγω της εξειδίκευσης, κτλ και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό το έργο απαγορεύεται. Άρα αυτή η φράση πρέπει να απαλειφθεί.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 11:30 | ΣΥΜΕΩΝ ΜΕΣΟΓΙΤΗΣ

    Στο παρόν Νομοσχέδιο υπό διαβούλευση και στο Άρθρο 43 με επικεφαλίδα: «Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών-Τροποποίηση Άρθρου 9Β ν. 3772/2009, δεν υπάρχει εκπροσώπηση από Ιατροδικαστή. Φρονώ ότι πρέπει να υπάρχει ως μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστής Α’ τάξης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τον αναπληρωτή του. Σε περίπτωση κολλήματος Ιατροδικαστή Α’ τάξης να ορίζονται οι Ιατροδικαστές Β’ τάξης.

  • 7 Ιανουαρίου 2025, 09:28 | Σωκρατης Τσαντιρης

    Α. Επί του άρθρου 42 του Σχεδίου Νόμου:
    Με την προτεινόμενη διάταξη επέρχεται δραστικός περιορισμός της δυνατότητας των ιατροδικαστών που υπηρετούν στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία να ασκούν ιδιωτικό έργο με αμοιβή σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που ισχύουν για το σύνολο των πολιτικών – δημοσίων υπαλλήλων, δηλαδή υπό τους όρους του άρθρου 31 του Ν. 3528/2007, καθώς ορίζεται ότι η παροχή ιδιωτικού έργου επιτρέπεται αποκλειστικά για την ταρίχευση και την αποτέφρωση σωρού. Αποκλείονται έτσι άλλες μορφές παροχής ιδιωτικού έργου, όπως η παροχή εκπαιδευτικού έργου, η σύνταξη γνωμοδοτήσεων για περιστατικά που δεν αφορούν την Ιατροδικαστική Υπηρεσία κ.ά.
    Η προτεινόμενη προσθήκη παραβιάζει κατάφωρα την συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή άλλως απαγορεύει την ανόμοια μεταχείριση αυτών (ΣτΕ 2100-1/2019, 874/2018, 1120-24/2016, 3372/2015, 17/2015 κ.ά.). Οι Ιατροδικαστές απασχολούνται κατά βάση στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία, στις μονάδες του Ε.Σ.Υ., στα Στρατιωτικά Νοσοκομεία, καθώς και σε Πανεπιστημιακές Μονάδες. Ασκούν δε σε όλες τις παραπάνω θέσεις παρεμφερή καθήκοντα, καθώς το βασικό αντικείμενο εργασίας τους είναι η διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων. Όπως δε έχει κριθεί από τη νομολογία, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία αποτελεί πολιτική – διοικητική υπηρεσία και οι υπηρετούντες σ’ αυτήν Ιατροδικαστές είναι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι (ΣτΕ 2467/2010, 1678/1985, 2989/1983 κ.ά.), για τους οποίους ισχύουν επικουρικά οι διατάξεις του Ν. 3528/2007.
    Σημειωτέον ότι οι Ιατροδικαστές της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας δεν απολαμβάνουν πλέον ειδικής μισθολογικής μεταχείρισης, αλλά αντιθέτως θα εξομοιωθούν μισθολογικά με τους Ιατρούς, Οδοντιάτρους κ.λπ. που υπηρετούν στο Ε.Σ.Υ., με δεδομένο ότι ο βασικός μισθός τους είναι απόλυτα διασυνδεδεμένος με το Μ.Κ. του Συντονιστή Διευθυντή Τμημάτων Νοσοκομείων Ε.Σ.Υ. (αρ. 138 Ν. 4472/2017 και αρ. 58 Ν. 4999/2022).
    Ενώ λοιπόν το σύνολο των Ιατροδικαστών που υπηρετούν στις μονάδες του Ε.Σ.Υ., στα Α.Ε.Ι, στα Στρατιωτικά Νοσοκομεία της χώρας και σε Πανεπιστημιακές κλινικές έχουν τη δυνατότητα να ασκούν και είναι γνωστό ότι ασκούν ιδιωτικό έργο (βλ. ιδίως το αρ. 10 του Ν. 4999/2022), η προτεινόμενη ρύθμιση έρχεται επί της ουσίας να καταργήσει κάθε σχετική δυνατότητα των Ιατροδικαστών που υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης χωρίς να υπάρχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί τη διαφορετική αυτή μεταχείριση. Ταυτόχρονα, διαφοροποιείται αδικαιολόγητα το καθεστώς των Ιατροδικαστών ακόμη και σε σχέση με το σύνολο των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων, για τους οποίους ισχύει το άρθρο 31 του Ν. 3528/2007, που επιτρέπει την παροχή ιδιωτικού έργου κατόπιν γνωμοδότησης του υπηρεσιακού συμβουλίου εφόσον: (α) η άδεια αφορά σε παροχή επ’ αμοιβή έργου σε ιδιώτη, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην αίτηση κατά τρόπο που να επιτρέπει τον έλεγχο της συμβατότητας αυτού με τα υπηρεσιακά καθήκοντα του υπαλλήλου, (β) το ιδιωτικό έργο να μην δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων με την υπηρεσία και να μην θίγει το κύρος της και (γ) η άσκησή του να μην παρακωλύει την απρόσκοπτη άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου (ΝΣΚ 228/2018). Εν προκειμένω, ο νομοθέτης έρχεται να περιορίσει «προληπτικά» κατά τρόπο αυθαίρετο κάθε άσκηση ιδιωτικού έργου ακόμη και εάν αυτή είναι σύμφωνη προς τα κριτήρια του άρθρου 31 του Ν. 3528/2007.
    Η προτεινόμενη ρύθμιση θίγει επίσης το επιστημονικό κύρος των Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς τους διαφοροποιεί ριζικά και αδικαιολόγητα από τους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Υγείας , των Α.Ε.Ι. Που εργάζονται και ιδιωτικά ή και άλλων υπηρεσιών.
    Σωκρατης Τσαντιρης
    Ιατροδικαστης

  • 6 Ιανουαρίου 2025, 21:46 | ΤΣΑΚΩΝΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ

    Στο προηγούμενο, πιο πρόσφατο Νομοσχέδιο που αναφέρεται στην λειτουργία του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατροδικαστών (Άρθρο 9Β Νόμος 4198/2013), το Πειθαρχικό Συμβούλιο ήταν πενταμελές και αποτελείτο εκτός των άλλων τεσσάρων μελών από ένα ακόμα μέλος, το οποίο ήταν Ιατροδικαστής Α’ τάξης των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τον αναπληρωτή του. Εάν δεν υπήρχαν οι Ιατροδικαστές Α’ τάξης, ορίζονταν οι Ιατροδικαστές Β’ τάξης.
    Στο παρόν Νομοσχέδιο υπό διαβούλευση και στο Άρθρο 43 με επικεφαλίδα: «Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών-Τροποποίηση Άρθρου 9Β ν. 3772/2009 υπάρχει ΠΑΝΤΕΛΗΣ απουσία της λέξεως Ιατροδικαστής, δηλαδή δεν υπάρχει εκπροσώπηση από Ιατροδικαστή.
    Επειδή το Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι ένα όργανο, το οποίο συμμετέχει στην καλώς εννοούμενη λειτουργία των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών (με την έννοια ότι ασχολείται με τα όποια κακώς κείμενα μπορεί να υπάρξουν) και αφορά όπως λέει και ο τίτλος του «Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατροδικαστών» θεωρώ ότι η απουσία συνάδελφου Ιατροδικαστή θα πρέπει να απασχολήσει εντονότατα τόσο τους εισηγητές αυτού του Νομοσχεδίου όσο και τους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

  • 6 Ιανουαρίου 2025, 20:18 | Ιατροδικαστής Δ’ Τάξης

    Άρθρο 40, παρ.4
    Σε όλες τις περιπτώσεις ιατροδικαστικής διερεύνησης, επί θανόντος προσώπου, απόσπασμα προκαταρκτικής ιατροδικαστικής εκτίμησης διαβιβάζεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο από τη διενέργεια της νεκροψίας, στην παραγγέλλουσα αρχή.

    Η ιατροδικαστική εκτίμηση δεν μπορεί να διαμορφωθεί πριν την ολοκλήρωση των εργαστηριακών εξετάσεων και θα πρέπει να είναι μία και μόνο. Η μεταβολή της αρχικής εκτίμησης ενδέχεται να περιπλέξει τη νομική διαδικασία και να βλάψει το κύρος της ιατροδικαστικής, όπως αποδείχθηκε στο πρόσφατο παρελθόν, ακόμη και όταν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, καθώς αφορά σε ειδικές γνώσεις τις οποίες δεν διαθέτουν μη ιατροδικαστές.

  • 5 Ιανουαρίου 2025, 22:38 | ΦΩΤΙΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

    ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

    1. Άρθρο 40, παρ. 3:
    Δεν υφίσταται λόγος να πραγματοποιείται νεκροψία – νεκροτομή σε περιστατικά (ανήλικο ή ενήλικο άτομο), στα οποία υπάρχει διάγνωση νοσήματος εν ζωή, από θεράποντα ιατρό (του νοσηλευτικού ιδρύματος – ιδιώτης ιατρός που τον κούραρε εν ζωή – του οίκου ευγηρίας κλπ.), το οποίο δύναται να οδηγήσει σε θανατηφόρα έκβαση και ως εκ τούτου αποτελεί αιτία θανάτου.

    2. Άρθρο 42, άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή:
    Όπως οι ιατροί των νοσοκομείων (ΕΣΥ) έτσι και όλοι οι ιατροδικαστές δημόσιοι λειτουργοί, θα πρέπει να αποκτήσουν το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικού έργου, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα αφορά σε περιστατικά, τα οποία επιλαμβάνονται οι ίδιοι ως πραγματογνώμονες.

    3. Για κάθε περιστατικό θα πρέπει ο ιατροδικαστής υπηρεσίας να λαμβάνει γνώση ανεξαιρέτως, χωρίς κανέναν άλλο συνάδελφο – μεσάζοντα, προς αποφυγή λαθών, γιατί ως πραγματογνώμονας υπογράφει μόνο αυτός που επιλαμβάνεται το περιστατικό. Ομοίως σε περιστατικά στα οποία κρίνεται αναγκαία η αυτοψία, πρέπει να ενημερώνεται ο ιατροδικαστής που τελεί σε υπηρεσία και όχι μόνο ο εκάστοτε προϊστάμενος, που δεν παρίσταται καν στην διαδικασία. Το ημερολογιακό ονομαστικό μηνιαίο πρόγραμμα επιβάλλεται να αποστέλλεται εγκαίρως (από τον προηγούμενο μήνα), στις προανακριτικές αρχές.

    4. Δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί μια έκθεση νεκροψίας νεκροτομής άνευ των εργαστηριακών εξετάσεων (εάν κρίνονται αναγκαίες). Ως εκ τούτου θα πρέπει τα εργαστήρια να εναρμονιστούν με τον χρόνο που θα ορίσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης και να μην καθυστερούν τα αποτελέσματα των τοξικολογικών και ιστολογικών εξετάσεων, ώστε να προχωρούν οι ιατροδικαστές στην σύνταξη των εκθέσεων. Θα πρέπει να οριστεί σε κάθε πόλη που υπάρχει ιατροδικαστική υπηρεσία, εργαστήριο ιατροδικαστικής, και ιατροδικαστής σε νοσοκομείο, ένα εργαστήριο που δύναται να ανταποκριθεί στη συνέπεια του χρόνου για τις ιατρικές εξετάσεις. Προτείνω το εργαστήριο των ιατροδικαστικών υπηρεσιών, έτσι ώστε να μειωθεί και το κόστος των εξετάσεων αυτών για το Υπουργείο Δικαιοσύνης. π.χ. στη Θεσσαλονίκη εγώ προσωπικά χρωστούσα ιατροδικαστικές εκθέσεις (τουλάχιστον 2 ετών), στις οποίες είχα ζητήσει μόνο τοξικολογικές εξετάσεις και το τοξικολογικό εργαστήριο του Α.Π.Θ. δεν μου είχε παραδώσει αποτελέσματα στο σωστό χρόνο ή και ιστολογικές εξετάσεις που από το 2022 ακόμη δεν έχουν διεκπεραιωθεί.
    Πρέπει να γίνει μνεία ότι όταν παραλαμβάνω ως ιατροδικαστής, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων που έχω ζητήσει για κάθε περιστατικό, εντός της εβδομάδας διεκπεραιώνω και αποστέλλω την έκθεση.
    Θα ήταν λοιπόν δόκιμο, να αποστέλλονται οι τοξικολογικές εξετάσεις στο εργαστήριο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, για όλα τα περιστατικά της Θεσσαλονίκης, τόσο για οικονομία χρόνου όσο και για τη μείωση του κόστους για το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

    5. Προτείνω σε κάθε πόλη που υπάρχει ιατροδικαστική υπηρεσία, εργαστήριο ιατροδικαστικής και ιατροδικαστής νοσοκομείου ή έστω δύο από τα παραπάνω, να λειτουργεί ένα κοινό νεκροτομείο με όλους τους εμπλεκομένους φορείς, με μοιρασμένες ημερολογιακές υπηρεσίες, βάση μηνιαίου καταρτισμένου προγράμματος. Έτσι καταργείται ο αυθαίρετος καταμερισμός Α.Τ. και περιστατικών μεταξύ Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και Πανεπιστημιακού Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής. Οι ειδικευόμενοι θα μπορούν να εκπαιδεύονται στο συγκεκριμένο νεκροτομείο, ώστε η ειδίκευσή τους να είναι πληρέστερη, με πολυποικιλότητα περιστατικών. Στα νεκροτομεία των πανεπιστημίων να τελούνται μόνο οι νεκροτομές για την εκπαίδευση των φοιτητών, στο εξάμηνο που διδάσκεται το μάθημα της ιατροδικαστικής. Οι νεκροτομές να διεξάγονται απο μέλη ΔΕΠ που εντάσσονται στις εφημερίες κάποιου πανεπιστημιακού νοσοκομείου και έτσι να μην μπαίνουν στην διαδικασία να πληρώνονται ανά περιστατικό, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, μέσω του πίνακα ιατροδικαστικών δικαιωμάτων.

    6. Προτείνω στα εργαστήρια ιατροδικαστικής των πανεπιστημίων να διεξάγονται ιατροδικαστικές εξετάσεις από τα μέλη ΔΕΠ, κατόχους τις ιατροδικαστικής ειδικότητας και όχι από πανεπιστημιακούς υποτρόφους, οι οποίοι είναι συμβασιούχοι εργασίας Ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις της 2/13917/0022/17-2-2012 κ.υ.α. (414/Β). Ως εκ τούτου δεν πληρώνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά από ιδιωτικά έργα των ΕΛΚΕ, γεγονός το οποίο μπορεί να δημιουργήσει δικαστικές περιπλέξεις από τους ενδιαφερόμενους, κατά τη δικαστική διαδικασία.

    ΦΩΤΙΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ
    ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΗΣ-ΝΟΜΙΚΟΣ
    ΑΝ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΉΣ ΑΠΘ

  • 5 Ιανουαρίου 2025, 21:44 | ΚΩΝ/ΝΟ ΑΝΔΡΕΟΥ, ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΓΠΝ ΝΙΚΑΙΑΣ

    Άρθρο 40 – παράγραφος 2
    1. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί θα επιφορτιστούν με επιπλέον έργο στις περιπτώσεις που “άλλος“ ιατρός υπογράφει πιστοποιητικό θανάτου, που δύσκολα θα μπορούν να διαχειριστούν. Η εισαγγελική κρίση, προφανώς δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επιστημονική κρίση, ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της αναγραφόμενης αιτίας θανάτου από τον “άλλο“ ιατρό, και η συνεκτίμηση των προσκομισθέντων ιατρικών δεδομένων και λοιπών πληροφοριών που ενδεχομένως να είναι διαθέσιμες (πολλές φορές δεν είναι), θα καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να παραγγέλνουν νεκροψία-νεκροτομή σε όλους τους θανάτους όπου υπογράφει ο “άλλος“ ιατρός. Επιπρόσθετα, τα πιστοποιητικά θανάτου διαβιβάζονται κατευθείαν στο οικείο ληξιαρχείο προς έκδοση Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου, πως θα έρχονται σε γνώση του εισαγγελικού λειτουργού;
    2. Δεν υπάρχει νομικό, ούτε επιστημονικό έρεισμα στη διενέργεια νεκροτομής ενός ανηλίκου που πάσχει π.χ. από ανίατη νόσο, ομοίως στους υπερήλικους τρόφιμους οίκων ευγηρίας που πάσχουν από πλειάδα παθήσεων. Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ηθική διάσταση. Δε νοείται να τίθενται στη βάσανο της νεκροτομής και να επαυξάνουμε την ψυχική οδύνη των οικείων ανηλίκων που απεβίωσαν τεκμηριωμένα από παθολογικό θάνατο, ομοίως με τους υπερήλικες. Επίσης, δε μπορούμε τους ιατρούς που βεβαιώνουν παθολογικό θάνατο σε αυτές τις περιπτώσεις, να τους θεωρούμε a priori καταπατητές του όρκου τους και των νόμων (χορήγηση ψευδούς ιατρικής βεβαίωσης). Τέλος, θα αυξηθεί δραματικά ο αριθμός των νεκροτομών, με ότι συνεπάγεται αυτό.
    3. Η νεκροτομή δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να διενεργείται άκριτα και μαζικά, χωρίς να υπάρχει σαφής λόγος για τη διενέργειά της. Η χωρίς σαφή λόγο διενέργεια νεκροτομής (δηλαδή όταν υπάρχει σαφές ιατρικό ιστορικό) σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας αποτελεί προσβολή για τον νεκρό, αλλά και μια αδικαιολόγητη ψυχική ταλαιπωρία για την οικογένεια, ειδικά στις περιπτώσεις που η ίδια δεν το επιθυμεί.
    4. Η νεκροτομή σε περιστατικά περιγεννητικών θανάτων εμπίπτει στο γνωστικό αντικείμενο των περιγεννητικών παθολογοανατόμων. Όταν τίθενται συγκεκριμένα ιατροδικαστικά ζητήματα, μετά από σχετική παραγγελία ζητείται η συνδρομή του ιατροδικαστή σε συνεργασία πάντα με τον ειδικό παθολογοανατόμο.
    5. Η υπερφόρτωση των φορέων που πραγματοποιούν ιατροδικαστικές πράξεις, όταν δεν θα πραγματοποιείται σταθμισμένη επιλογή, θα έχει αναπόφευκτα αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα διερεύνησης του κάθε περιστατικού.
    6. Το υπάρχον προσωπικό και οι υπάρχουσες υποδομές (νεκροτομεία και εργαστήρια) δεν επαρκούν την παρούσα χρονική στιγμή για να ανταπεξέλθουν ούτε στα περιστατικά στα οποία είναι ουσιωδώς απαραίτητη η ιατροδικαστική διερεύνηση. Ενδεικτικά αναφέρονται τα σοβαρά προβλήματα σε νεκροτομεία, όπως το Νεκροτομείο Αθηνών, και η αδυναμία πρόσβασης σε παθολογοανατόμους στην Περιφέρεια για την εξέταση νεκροτομικού υλικού.
    7. Όλοι οι ιατροί ανά την ελληνική επικράτεια διαθέτουν όλες τις απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις για να συντάξουν Πιστοποιητικό Θανάτου και, ελλείψει προσωπικού ιατρού ή θεράποντος ιατρού, θα πρέπει να τους δίδεται η δυνατότητα να προχωρήσουν στην σύνταξη αυτού, όπως συμβαίνει σήμερα.
    8. Διαδικασία σύνταξης του Ιατρικού Πιστοποιητικού Θανάτου. Στο παρόν σχέδιο νόμου δεν γίνεται αναφορά στην διαδικασία σύνταξης του Ιατρικού Πιστοποιητικού Θανάτου που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος (π.χ. οικία), η οποία θα πρέπει να λαμβάνει χώρα ως εξής: ο ιατρός που θα συντάξει το Πιστοποιητικό Θανάτου θα πρέπει απαραιτήτως να είναι παρών στον τόπο θανάτου (π.χ. οικία) με παρουσία εκπροσώπου Προανακριτικής Αρχής (εάν αυτό είναι εφικτό), να εξετάζει τον χώρο ενδελεχώς, να προβαίνει σε προσεκτική και λεπτομερή εξωτερική εξέταση της σορού προς ανεύρεση σημείων που τυχόν δεν συνάδουν με θάνατο από παθολογικά αίτια (π.χ. τραύματα με μεγάλη αιμορραγία, σημεία ασφυκτικού θανάτου κ.λπ.), και αφού αποκλεισθεί ο βίαιος θάνατος να προχωρήσει στην σύνταξη του πιστοποιητικού, αφού μελετήσει προσεκτικά τον ιατρικό φάκελο του θανόντος ατόμου και τις πληροφορίες για το ιατρικό του ιστορικό, ώστε να μπορέσει να προσδιορίσει όσο το δυνατόν με την μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια τα παθολογικά αίτια θανάτου. Με την παραπάνω διαδικασία διασφαλίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι το άτομο δεν απεβίωσε από βίαιο θάνατο και προσδιορίζονται με μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια τα παθολογικά αίτια θανάτου του.

  • 5 Ιανουαρίου 2025, 16:26 | Κωνσταντίνος Δημητρίου, Ιατροδικαστής

    Συμφωνώ απολύτως με τα όσα επεσήμανε η κα Παπαδόδημα στα σχόλιά της και θα ήθελα και εγώ να υπογραμμίσω τα εξής:

    Α) Όλοι οι ιατροί ανά την ελληνική επικράτεια διαθέτουν όλες τις απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις για να συντάξουν Πιστοποιητικό Θανάτου και, ελλείψει προσωπικού ιατρού ή θεράποντος ιατρού, θα πρέπει να τους δίδεται η δυνατότητα να προχωρήσουν στην σύνταξη αυτού, όπως συμβαίνει σήμερα. Μεγάλος αριθμός πολιτών δεν διαθέτει (ούτε πιθανότατα θα διαθέτει στο μέλλον όπως έχει αποδείξει η εμπειρία με τον θεσμό του οικογενειακού ιατρού) προσωπικό ή θεράποντα ιατρό και στις περιπτώσεις αυτές το Πιστοποιητικό Θανάτου συντάσσεται από άλλο ιατρό. Στην περίπτωση αυτή όπως αναφέρεται σε αυτό το σχέδιο νόμου επιλαμβάνεται της υποθέσεως μόνο ο Εισαγγελεύς, ενώ κατά την γνώμη μου θα πρέπει οπωσδήποτε να επιλαμβάνονται κυρίως οι Προανακριτικές Αρχές όπως τα οικεία Αστυνομικά Τμήματα αφενός για να αποφευχθεί η άνευ λόγου ταλαιπωρία των συγγενών του θανόντος ατόμου και αφετέρου ο άνευ ουσιώδους λόγου αυξημένος φόρτος εργασίας των Εισαγγελικών Αρχών.

    Β) Διαδικασία σύνταξης του Ιατρικού Πιστοποιητικού Θανάτου. Στο παρόν σχέδιο νόμου δεν γίνεται αναφορά στην διαδικασία σύνταξης του Ιατρικού Πιστοποιητικού Θανάτου που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος (π.χ. οικία), η οποία θα πρέπει να λαμβάνει χώρα ως εξής: ο ιατρός που θα συντάξει το Πιστοποιητικό Θανάτου θα πρέπει απαραιτήτως να είναι παρών στον τόπο θανάτου (π.χ. οικία) με παρουσία εκπροσώπου Προανακριτικής Αρχής (εάν αυτό είναι εφικτό), να εξετάζει τον χώρο ενδελεχώς, να προβαίνει σε προσεκτική και λεπτομερή εξωτερική εξέταση της σορού προς ανεύρεση σημείων που τυχόν δεν συνάδουν με θάνατο από παθολογικά αίτια (π.χ. τραύματα με μεγάλη αιμορραγία, σημεία ασφυκτικού θανάτου κ.λπ.), και αφού αποκλεισθεί ο βίαιος θάνατος να προχωρήσει στην σύνταξη του πιστοποιητικού, αφού μελετήσει προσεκτικά τον ιατρικό φάκελο του θανόντος ατόμου και τις πληροφορίες για το ιατρικό του ιστορικό, ώστε να μπορέσει να προσδιορίσει όσο το δυνατόν με την μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια τα παθολογικά αίτια θανάτου. Με την παραπάνω διαδικασία διασφαλίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι το άτομο δεν απεβίωσε από βίαιο θάνατο και προσδιορίζονται με μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια τα παθολογικά αίτια θανάτου του.

    Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, θεωρώ ότι, η συγκεκριμένη παράγραφος (Άρθρο 40, παρ. 2) που αναφέρεται στην σύνταξη του Ιατρικού Πιστοποιητικού Θανάτου θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής:
    «Σε κάθε άλλη περίπτωση θανάτου, που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν έχει πιστοποιηθεί από τον προσωπικό ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας του θανόντος ή από τον θεράποντα ιατρό και σε περίπτωση αδυναμίας τους από άλλον ιατρό. Στις περιπτώσεις αυτές η πιστοποίηση του θανάτου θα πρέπει να περιλαμβάνει οπωσδήποτε την φυσική παρουσία του πιστοποιούντος ιατρού στον τόπο θανάτου παρουσία και εκπροσώπου/εκπροσώπων της Προανακριτικής Αρχής, προσεκτική εξωτερική εξέταση της σορού στον τόπο του θανάτου, εξέταση του χώρου και μελέτη του ιατρικού ιστορικού του θανόντος, και εφόσον δεν προκύπτει υποψία βιαίου θανάτου, ο ιατρός εν συνεχεία προσδιορίζει με την μεγαλύτερη δυνατή επιστημονική ακρίβεια τα παθολογικά αίτια θανάτου. Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελεί η περίπτωση στην οποία οι εγγύτεροι συγγενείς του θανόντος ατόμου επιθυμούν την ιατροδικαστική διερεύνηση του θανάτου».

    Γ) Βελτίωση υποδομών (νεκροτομεία και εργαστήρια). Και πάλι στο παρόν σχέδιο νόμου που αφορά στην Αναδιοργάνωση των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών δεν γίνεται αναφορά στην βελτίωση των υφισταμένων υποδομών ή δημιουργία νέων. Το υπάρχον προσωπικό και οι υπάρχουσες υποδομές (νεκροτομεία και εργαστήρια) δεν επαρκούν την παρούσα χρονική στιγμή για να ανταπεξέλθουν ούτε στα περιστατικά στα οποία είναι ουσιωδώς απαραίτητη η ιατροδικαστική διερεύνηση. Ειδικότερα για το Νεκροτομείο Αθηνών, με βάση την επί 7 έτη θητεία μου στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας, ΕΚΠΑ από τον Μάϊο του 2015 έως και τον Δεκέμβριο του 2022 (για 2 έτη ως ειδικευόμενος και εν συνεχεία ως ειδικευμένος ιατροδικαστής), αυτό αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα, με βάση την σημερινή πραγματικότητα, όπως ανεπαρκή αριθμό νεκροτομικών τραπεζών, ανεπαρκές προσωπικό όπως νεκροτόμοι, αστοχίες στα πεπαλαιωμένα συστήματα κλιματισμού κ.α. εξαιτίας του αυξημένου φόρτου εργασίας λόγω της διενέργειας νεκροτομών σε πολύ μεγάλο αριθμό περιστατικών τα οποία ουσιαστικώς δεν χρήζουν ιατροδικαστικής διερευνήσεως. Η υπερφόρτωση των φορέων οι οποίοι διενεργούν ιατροδικαστικές πράξεις, όταν δεν πραγματοποιείται σταθμισμένη επιλογή των περιστατικών, έχει αναπόφευκτα αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα διερεύνησης του κάθε περιστατικού. Ως εκ τούτου θα πρέπει να ληφθεί πρόνοια στο παρόν σχέδιο νόμου για την ουσιαστική βελτίωση των υφισταμένων υποδομών, όπως το Νεκροτομείο Αθηνών, οι οποίες ανεπαρκούν σε δραματικό βαθμό ή ακόμη καλύτερα για την κατασκευή νέων και σύγχρονων υποδομών το επίπεδο των οποίων να αρμόζει σε ένα πολιτισμένο κράτος.

  • 5 Ιανουαρίου 2025, 10:48 | Χριστόφορος Τσαλικίδης

    Άρθρο 39 – Αντικείμενο
    Αναφέρεται αντικατάσταση του του άρθρου 1 του ν.3772/2009, πλην όμως, ουδεμία αλλαγή υφίσταται στο παρόν νομοσχέδιο.

    Άρθρο 40 – Αρμοδιότητα

    Παράγραφος 1

    α) «..Οι ανωτέρω πράξεις “δύνανται“ υπό αυτές τις προϋποθέσεις να διενεργούνται από τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, καθώς και από ιατροδικαστές, οι οποίοι υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας που διαθέτουν κατάλληλη υποδομή…»

    Σχόλιο: Η λέξη “δύνανται“ περιέχει ασάφεια και επιδέχεται ερμηνείας, έχει δε δημιουργήσει πολλαπλά προβλήματα και συγκρουσιακά φαινόμενα κατά το παρελθόν σχετικά με το ποιος ιατροδικαστικός φορέας είναι αρμόδιος στην περίπτωση συνύπαρξης σε μία περιφέρεια. Σχετική ήταν η Γνωμοδότηση 4/2017 της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

    Πρόταση: Να προστεθεί στο τέλος της πρότασης το σκεπτικό από την ανάλυση συνεπειών ρύθμισης, ήτοι η φράση «Με απόφαση του αρμόδιου εισαγγελέα, κατανέμονται οι ιατροδικαστικές πράξεις μεταξύ των ανωτέρω ιατροδικαστικών φορέων που λειτουργούν στην ίδια περιφέρεια»

    β) «..Για τις ως άνω πράξεις συντάσσεται, χωρίς υπαίτια βραδύτητα, έκθεση από τον ιατροδικαστή, όταν δε, συντρέχει αυτόφωρη σύλληψη και επικείμενη εισαγωγή σε δίκη, η έκθεση συντάσσεται και παραδίδεται στην αρμόδια αρχή “αμελλητί“»

    Σχόλιο: Σε πολλές περιπτώσεις εξέτασης σωματικών βλαβών, δεν είναι δυνατή η άμεση και πριν την επικείμενη εισαγωγή σε δίκη με τη διαδικασία του αυτοφώρου, σύνταξη της ιατροδικαστικής έκθεσης, λόγω των εκκρεμών λοιπών ιατρικών γνωματεύσεων που πρέπει να προσκομιστούν και οι οποίες θα καθορίσουν τη βαρύτητα της βλάβης κατά τα αντίστοιχα άρθρα του ΠΚ

    Πρόταση: Να αντικατασταθεί η λέξη “αμελλητί“ με τη φράση “με απόλυτη προτεραιότητα“

    Παράγραφος 2
    α) «Σε περίπτωση θανάτου ασθενούς από παθολογικά αίτια, που πιστοποιούνται από τον θεράποντα ιατρό νοσηλευτικού ιδρύματος, η ιατροδικαστική διερεύνηση διενεργείται με παραγγελία εισαγγελικής ή προανακριτικής αρχής, μόνο κατόπιν “αίτησης“ οικείου του θανόντος ή τρίτου εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από το χρόνο διαπίστωσης του θανάτου.»

    Σχόλιο: Δεν μπορεί να σχηματίζεται ποινική δικογραφία και να διενεργείται νεκροτομή απλά με μία “αίτηση“. Θα αυξηθεί δραματικά ο αριθμός των νεκροτομών (με ότι συνεπάγεται αυτό και αντίθετα στο πνεύμα του νομοσχεδίου) από σωρεία αιτήσεων που θα κατατίθενται από πολίτες. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που πολίτες αμφισβητούν τους θεράποντες ιατρούς των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και με την πάροδο των ετών αυτός ο αριθμός αυξάνεται. Δείτε μόνο τι έγινε επί εποχής Covid-19.

    Πρόταση: Η λέξη “αίτηση“ να αντικατασταθεί με τη φράση “ένορκης κατάθεσης“ ή καλύτερα “μηνύσεως κατά παντός υπευθύνου“

    β) «..Σε κάθε άλλη περίπτωση θανάτου, που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν έχει πιστοποιηθεί από τον προσωπικό ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας του θανόντος και σε περίπτωση αδυναμίας του, από τον θεράποντα ιατρό ότι ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια.
    Σε περίπτωση που υφίσταται ιατρική πιστοποίηση άλλου ιατρού, πλην των αναφερόμενων στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο πως ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν ο αρμόδιος εισαγγελέας, αφού λάβει γνώση των στοιχείων, κρίνει πως η διενέργειά της δεν είναι αναγκαία.»

    Σχόλιο:
    1. Το εάν ο συντάξας το πιστοποιητικό θανάτου είναι ο θεράπων ή άλλος ιατρός, προκύπτει από το τυποποιημένο πιστοποιητικό θανάτου που όλοι οι ιατροί χρησιμοποιούν (εδάφ. 19), πλην όμως εκεί δεν υφίσταται η επιλογή του προσωπικού ιατρού.
    2. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί θα επιφορτιστούν με επιπλέον έργο στις περιπτώσεις που “άλλος“ ιατρός υπογράφει πιστοποιητικό θανάτου, που δύσκολα θα μπορούν να διαχειριστούν. Η εισαγγελική κρίση, προφανώς δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επιστημονική κρίση, ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της αναγραφόμενης αιτίας θανάτου από τον “άλλο“ ιατρό, και η συνεκτίμηση των προσκομισθέντων ιατρικών δεδομένων και λοιπών πληροφοριών που ενδεχομένως να είναι διαθέσιμες (πολλές φορές δεν είναι), θα καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να παραγγέλνουν νεκροψία-νεκροτομή σε όλους τους θανάτους όπου υπογράφει ο “άλλος“ ιατρός. Επιπρόσθετα, τα πιστοποιητικά θανάτου διαβιβάζονται κατευθείαν στο οικείο ληξιαρχείο προς έκδοση Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου, πως θα έρχονται σε γνώση του εισαγγελικού λειτουργού;

    Πρόταση: Να κρίνει ο ιατροδικαστής αν τα πιστοποιητικά θανάτου των “άλλων” ιατρών έχουν επιστημονική βάση, επί τη βάση των διαθέσιμων ιατρικών δεδομένων και νεκροψίας (όχι νεκροτομής) και να αποφασίζει αυτός αν χρήζει νεκροτομής (αυτό εφαρμόζεται σε ορισμένες χώρες)

    Παράγραφος 3
    «..Από την εφαρμογή της παρ. 2, εξαιρούνται “θάνατοι ανηλίκων από κάθε αιτία“, θάνατοι που σχετίζονται άμεσα με χειρουργική επέμβαση, θάνατοι κατά την περιγεννητική περίοδο, θάνατοι κρατουμένων, “θάνατοι τροφίμων οίκων ευγηρίας“ και κάθε περίπτωση θανάτου από εξωτερικά αίτια (βίαιος θάνατος). Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται υποχρεωτικά ιατροδικαστική διερεύνηση.»

    Σχόλιο: Δεν υπάρχει νομικό, ούτε επιστημονικό έρεισμα στη διενέργεια νεκροτομής ενός ανηλίκου που πάσχει π.χ. από ανίατη νόσο, ομοίως στους υπερήλικους τρόφιμους οίκων ευγηρίας που πάσχουν από πλειάδα παθήσεων. Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ηθική διάσταση. Δε νοείται να τίθενται στη βάσανο της νεκροτομής και να επαυξάνουμε την ψυχική οδύνη των οικείων ανηλίκων που απεβίωσαν τεκμηριωμένα από παθολογικό θάνατο, ομοίως με τους υπερήλικες. Επίσης, δε μπορούμε τους ιατρούς που βεβαιώνουν παθολογικό θάνατο σε αυτές τις περιπτώσεις, να τους θεωρούμε a priori καταπατητές του όρκου τους και των νόμων (χορήγηση ψευδούς ιατρικής βεβαίωσης). Τέλος, θα αυξηθεί δραματικά ο αριθμός των νεκροτομών, με ότι συνεπάγεται αυτό.

    Πρόταση: Η φράση “θάνατοι ανηλίκων από κάθε αιτία” πρέπει να αφαιρεθεί και στη φράση “θάνατοι τροφίμων οίκων ευγηρίας” να προστεθεί παρόμοιος όρος με την παράγραφο 2, π.χ “Μόνο κατόπιν αίτησης (ένορκης κατάθεσης/μηνυτήριας αναφοράς) οικείου του θανόντα ή τρίτου ατόμου εντός 24 ή 48 ωρών από το χρόνο διαπίστωσης του θανάτου”.

    Παράγραφος 4
    «Σε όλες τις περιπτώσεις ιατροδικαστικής διερεύνησης, επί θανόντος προσώπου, απόσπασμα προκαταρτικής ιατροδικαστικής εκτίμησης διαβιβάζεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο από τη διενέργεια της νεκροψίας, στην παραγγέλουσα αρχή.»

    Σχόλιο: Μία άμεσα παραδοτέα προκαταρτική ιατροδικαστική εκτίμηση, θα ήταν πολύτιμη στις προανακριτικές αρχές προκειμένου να κινητοποιηθούν άμεσα σε περιπτώσεις αξιόποινων πράξεων. Πλην όμως, σύμφωνα με το σκεπτικό της ανάλυσης συνεπειών ρύθμισης, ως απολύτως αναγκαίος χρόνος ορίζεται αυτός μετά την ολοκλήρωση των εργαστηριακών εξετάσεων (όπου απαιτούνται), γεγονός που αίρει την αναγκαιότητα ύπαρξης της αφού τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων παραδίδονται με καθυστέρηση. Το σκοπό αυτό, μπορεί να τον επιτελέσει το πιστοποιητικό θανάτου που εκδίδεται μετά τη νεκροψία-νεκροτομή, το οποίο εμπεριέχει όλα εκείνα τα αναγκαία και προκαταρτικά στοιχεία της ιατροδικαστικής διερεύνησης. Επιπρόσθετα, η σύνταξη μίας τέτοιας προκαταρτικής εκτίμησης, θα επιβάρυνε της ήδη υποστελεχωμένες ιατροδικαστικές υπηρεσίες.

    Πρόταση: Να αντικατασταθεί η ανωτέρω παράγραφος με: “Σε όλες τις περιπτώσεις ιατροδικαστικής διερεύνησης, επί θανόντος προσώπου, το εκδοθέν πιστοποιητικό θανάτου, να διαβιβάζεται άμεσα στην προανακριτική αρχή διά του πληροφοριακού συστήματος.”

    Χριστόφορος Τσαλικίδης
    Ιατροδικαστής

  • 4 Ιανουαρίου 2025, 22:43 | Σωκράτης Τσαντίρης

    Σχολιασμός του Άρθρου 46 που αφορά Εξουσιοδοτικές διατάξεις:
    1.Αναγράφεται ότι με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης εκδίδονται πρωτόκολλα ενεργειών της ιατροδικαστικής υπηρεσίας για τις περιπτώσεις ………, καθώς και της εν γένει ιατροδικαστικής διερεύνησης.
    Οι συστάσεις και οι κατευθυντήριες οδηγίες για την Ιατροδικαστική Διερεύνηση Περιστατικών, προφανώς εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές, ωστόσο αφορούν έργο στο πλαίσιο αρμόδιας ομάδας εργασίας με τη συμμετοχή εκπροσώπων των ιατροδικαστών και εναρμόνιση με τα διεθνή ιατροδικαστικά πρωτόκολλα. Συνεπώς, θα πρέπει να συσταθεί μία επιτροπή με έργο την συνολική εξέταση του ζητημάτων που τίθενται και μετά ακολουθούν οι ανάλογες αρμόδιες Υπουργικές αποφάσεις-συστάσεις. Μεταξύ των στόχων ομάδων εργασίας των Ιατροδικαστών, είναι η σύνταξη και δημοσιοποίηση κατευθυντήριων οδηγιών για τη διαχείριση ιατροδικαστικών περιστατικών. Ο οδηγός αυτός παράλληλα θα πρέπει να ενημερώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα από ειδική Επιτροπή με μέλη εντεταλμένα να παρακολουθούν την διαχείριση των περιστατικών. Έχει αποδειχθεί ότι αυτός ο οδηγός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής πρακτικής των ιατρών και εγκρίνεται από τους θεσμικούς φορείς και από άλλες δομές Υγείας στη χώρα μας. Συνεπώς, θα πρέπει πρώτα να συσταθεί αρμόδια επιτροπή ιατροδικαστών.
    2.Αναφέρεται ότι με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας Ιατροδικαστικού επαγγέλματος.
    Οι ιατροδικαστές είναι ιατροί και είναι απαραίτητα εγγεγραμμένοι στους οικείους ιατρικούς συλλόγους. Συνεπώς, πρέπει να εναρμονίζονται με τον κώδικα ιατρικής Δεοντολογίας ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ 3418/2005 [ΦΕΚ Α’ 287], που συυμπεριλαμβάνει άρθρα για ορθή πρακτική σε διαγνωστικές πράξεις κτλ. Σύμφωνα με το Άρθρο 338 – Νόμος 4512/2018 Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, οποιαδήποτε απόφαση αντίθετη με τις διατάξεις του ν. 3418/2005 (Α΄287) είναι άκυρη. Αν στη λήψη των αποφάσεων αυτών έχουν συμμετάσχει ιατροί, υπέχουν πειθαρχικές ευθύνες.
    3.Αναφέρεται ότι με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, συστήνεται ειδικό συμβούλιο ιατροδικαστών με αρμοδιότητα την επιλογή των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών και ρυθμίζονται όλα τα αναγκαία θέματα για την επιλογή των ανωτέρω προϊσταμένων και την αξιολόγηση του προσωπικού τους. Με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του πρώτου εδαφίου τοποθετούνται ως προϊστάμενοι στις οργανικές μονάδες ιατροδικαστών υπάλληλοι που διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία, λαμβανομένων υπόψη της ευδόκιμης υπηρεσίας, των τίτλων σπουδών, της γνώσης ξένων γλωσσών και της κατοχής μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων.
    Είναι απόλυτα ορθή και αναγκαία η σύσταση ειδικού συμβουλίου ιατροδικαστών με αρμοδιότητα την επιλογή των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων. Αυτή η ομάδα εργασίας, θα εξετάσει τους  βασικούς άξονες και θα αναδιαμορφώσει ένα ορθό σύστημα επιλογής προϊσταμένων ιατροδικαστικών υπηρεσιών, ανάλογα τα προσόντα, την εκπαίδευση, τις δυνατότητες διοίκησης, κτλ αλλά θα πρέπει να υπάρχει και εποπτεία του ΑΣΕΠ. Επίσης, θα πρέπει να συσταθούν πίνακες απόδοσης στη βάση ετήσιας αξιολόγησης επίτευξης στόχων καθώς και επιβράβευση παραγωγικότητας και παύση σε περίπτωση μη ικανοποιητικής απόδοσης.
    Τα παραπάνω, προϋποθέτουν διαγωνισμό υποψήφιων ιατροδικαστών μέσω διαγωνισμού από ειδική επιτροπή και τον ΑΣΕΠ και όχι με επιλογή με διοικητικά ή πολιτικά κριτήρια, κτλ. Επίσης, θα μπορεί να γίνει και αξιολόγηση των ήδη υπαρχόντων.
    Επομένως, κρίνω μη ορθή την επιλογή προϊσταμένων με απόφαση μόνο του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και χωρίς διαγωνισμό, έστω και προσωρινά, διότι αν δεν υπάρχει επιτροπή που να συμμετέχουν ιατροί και το ΑΣΕΠ, δεν μπορεί να κριθούν ορθά ιατρικά προσόντα κτλ. Οι επιτροπές γνωρίζω ότι είναι αρμόδιες να κρίνουν προσόντα, να βαθμολογούν και ανάλογα την βαθμολογία που προκύπτει από τους πίνακες του ΑΣΕΠ. Άλλωστε, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (αναλογικότητα), υφίστανται ειδικά Συμβούλια Επιλογής Ιατρών στη Βαθμίδα του Συντονιστή Διευθυντή ανα ειδικότητα, για θέσεις Νοσοκομείων ΕΣΥ, όλης της Επικράτειας όπως ανάλογες επιτροπές υπάρχουν στα Α.Ε.Ι.
    Συνεπώς, κρίνω ότι με απόφαση του Υπουργού ή του Υπηρεσιακού Γραμματέα, μπορεί συστήνεται και να συγκροτείται Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων με αρμοδιότητα τον έλεγχο των δικαιολογητικών, τη μοριοδότηση των αιτήσεων που υποβάλλονται και την επιλογή των ιατρών – ιατροδικαστών για το σύνολο των θέσεων που έχουν προκηρυχθεί και όχι να γίνεται μεμονομένη επιλογή, έστω προσωρινή αφού μέχρι σήμερα δεν γνωρίζω αν έχουν γίνει κρίσεις.
    Κριτήρια επιλογής ιατρών αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εκπαιδευτική δραστηριότητα, η επιστημονική δραστηριότητα, η κλινική εμπειρία με κριτήριο στις ιατρικές-ιατροδικαστικές πράξεις, οι διοικητικές ικανότητες και το οργανωτικό έργο από θέσεις ευθύνης, ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία, η συνεργασία με το ιατρικό και λοιπό προσωπικό, κτλ. Μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής συντάσσεται πρακτικό ανά προκήρυξη, το οποίο αποστέλλεται στην αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου. Θεωρώ ότι ο Υπουργός διατηρεί το δικαίωμα αναπομπής των πρακτικών με ανάλογη εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 90 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26). 
    Σωκράτης Τσαντίρης
    Ιατροδικαστής

  • 4 Ιανουαρίου 2025, 15:01 | Νίκος Παπαδόπουλος

    Το νομοσχέδιο κινείται κατά βάση στη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο με αφορμή τις υποθέσεις της Πάτρας και της Αμαλιάδας εγείρονται πολλά ερωτήματα στο κατά πόσο οι Ιατροδικαστικές εκθέσεις αποδίδουν την αληθινή αιτία θανάτου. Ιδιαίτερα με την υπόθεση της Πάτρας η επαναξιολόγηση και η γνωμοδότηση των Καρακουκη-Καλογρηα απέδειξε ότι τα παιδιά υπέστησαν ασφυκτικό θάνατο και δεν κατέληξαν από παθολογικά αίτια όπως είχαν καταγράψει οι κρατικοί Ιατροδικαστές. Εκτιμώ λοιπόν ότι σε υποθέσεις μείζονος σημασίας όπως οι μαζικές απώλειες βρεφών θα έπρεπε να υπάρχει και μια ανώτερη επιτροπή ιατροδικαστών οι οποίοι θα αξιολογούν τα ευρήματα και τις εκθέσεις προκειμένου να αποφεύγονται λάθη που εκθέτουν την Ιατροδικαστική Υπηρεσία. Ούτως ή άλλως κάτι τέτοιο ισχύει στις προηγμένες χώρες όπως η Αμερική και η Αγγλία.

  • 3 Ιανουαρίου 2025, 09:45 | Σταυρούλα Παπαδόδημα

    Άρθρο 42, Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή από ιατροδικαστή
    Οι ιατροδικαστές είναι επιστήμονες υψηλού κύρους και η παράλληλη εργασία τους δεν μπορεί να οριοθετείται αυστηρά στις ταριχεύσεις και στις αποτεφρώσεις και θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως το εν λόγω άρθρο. Για παράδειγμα, ένας ιατροδικαστής του Υπουργείου Δικαιοσύνης θα μπορούσε να προσφέρει εκπαιδευτικό έργο σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς εκπαίδευσης, συγγραφικό έργο ή να συμμετέχει σε μια έμμισθη επιτροπή. Επομένως, κατά την κρίση μου θα πρέπει α) να προσδιορισθούν όλες οι επιτρεπτές δραστηριότητες, (οι οποίες δεν μπορεί να είναι μόνο οι αποτεφρώσεις και οι ταριχεύσεις), ή β) να εκλείψει το «μόνο ταριχεύσεις και αποτεφρώσεις» και να κρίνεται η δυνατότητα διεκπεραίωσης του έργου κατά περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26)
    Στους δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται ο διορισμός τους ως μέλη επιστημονικού διδακτικού προσωπικού σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και θεωρώ ότι αυτό θα έπρεπε να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση των Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Την παρούσα χρονική στιγμή όλα τα μέλη ΔΕΠ-ιατροδικαστές των Πανεπιστημιακών Εργαστηρίων διενεργούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό ιατροδικαστικών πράξεων, χωρίς αυτό να παρακωλύει τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα.
    Ως προς τη φράση «ιδιωτικό έργο δεν επιτρέπεται άνευ αμοιβής» θεωρώ ότι δεν είναι σαφής. Στο ιδιωτικό έργο άνευ αμοιβής μπορεί να περιλαμβάνονται π.χ. εθελοντική εργασία σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, συμμετοχή σε πολιτιστικούς ή αθλητικούς συλλόγους, προσφορά δωρεάν μαθημάτων ή σεμιναρίων. Αυτό το έργο απαγορεύεται; Μπορεί κάποιος επιστήμονας κύρους, όπως ο ιατροδικαστής, να αποκλεισθεί από κοινωφελείς δράσεις που προβάλλουν το χώρο του; Θεωρώ ότι η φράση αυτή θα πρέπει να εξειδικευτεί ως προς τις δραστηριότητες που αφορά ή να απαλειφθεί.

  • 3 Ιανουαρίου 2025, 09:06 | Σταυρούλα Παπαδόδημα

    Άρθρο 40, παρ. 2
    «Σε κάθε άλλη περίπτωση θανάτου, που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν έχει πιστοποιηθεί από τον προσωπικό ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας του θανόντος και σε περίπτωση αδυναμίας του, από τον θεράποντα ιατρό ότι ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια.»
    Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας κατά την ιατρική πιστοποίηση ενός θανάτου, ο ιατρός υποχρεούται να καταγράψει την αλυσίδα ή την αλληλουχία των γεγονότων και των ιατρικών καταστάσεων που τελικά οδήγησαν στον θάνατο και να καταβάλει κάθε προσπάθεια, χρησιμοποιώντας τις διαθέσιμες πληροφορίες και βασιζόμενος στην καλύτερη ιατρική του κρίση, ώστε να διασφαλίσει ότι η πιστοποιημένη αιτία θανάτου είναι όσο το δυνατόν πιο πλήρης, ακριβής, σαφής και οριστική. Για το λόγο αυτόν, θα πρέπει να προβαίνει σε εξωτερική εξέταση και σε εξέταση του ιατρικού ιστορικού του θανόντος. Στη σελίδα 8 αναφέρεται ότι «η συλλογή αυτών των πληροφοριών αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τη διαδικασία της ιατρικής πιστοποίησης της αιτίας θανάτου, ανεξάρτητα από το αν ο ιατρός είχε παρακολουθήσει τον αποθανόντα στο παρελθόν ή μόνο μετά την επέλευση του θανάτου». (WHO Recommendations for conducting an external inspection of a body and filling in the Medical Certificate of Cause of Death. 2023. https://www.who.int/standards/classifications/classification-of-diseases/cause-of-death)
    Συνεπώς, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο πιστοποιών τον θάνατο ιατρός μπορεί να είχε παρακολουθήσει τον θανόντα στο παρελθόν (θεράπων ιατρός), αλλά είναι δυνατόν να τον έχει εξετάσει και μετά τον θάνατό του, αρκεί να προβεί σε συγκεκριμένα βήματα που περιλαμβάνουν προσεκτική εξωτερική εξέταση της σορού και τη μελέτη του ιατρικού ιστορικού.
    Θεωρώ λοιπόν ότι η συγκεκριμένη παράγραφος θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής:
    «Σε κάθε άλλη περίπτωση θανάτου, που λαμβάνει χώρα εκτός νοσηλευτικού ιδρύματος, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν έχει πιστοποιηθεί από τον προσωπικό ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας του θανόντος ή από τον θεράποντα ιατρό ή ακόμη και από ιατρό ο οποίος μεταθανατίως έχει προβεί σε προσεκτική εξωτερική εξέταση της σορού και μελέτη του ιατρικού ιστορικού του θανόντος, δεν διαβλέπει υποψία βίαιου θανάτου και πιστοποιεί ότι ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια»
    Εναλλακτικά η κατωτέρω παράγραφος:
    «Σε περίπτωση που υφίσταται ιατρική πιστοποίηση άλλου ιατρού, πλην των αναφερόμενων στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, πως ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν ο αρμόδιος εισαγγελέας, αφού λάβει γνώση των στοιχείων, κρίνει πως η διενέργειά της δεν είναι αναγκαία.»
    θα μπορούσε να διαμορφωθεί ως εξής:
    «Σε περίπτωση που υφίσταται ιατρική πιστοποίηση άλλου ιατρού, πλην των αναφερόμενων στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, πως ο θάνατος οφείλεται σε παθολογικά αίτια, διενεργείται ιατροδικαστική διερεύνηση, εκτός αν οι Προανακριτικές ή Εισαγγελικές Αρχές, αφού λάβουν γνώση των στοιχείων, κρίνουν πως η διενέργειά της δεν είναι αναγκαία.», δηλαδή να προστεθεί η δυνατότητα διερεύνησης από τις Προανακριτικές Αρχές.

  • 29 Δεκεμβρίου 2024, 00:01 | Σταυρούλα Παπαδόδημα

    Σχετικά με το άρθρο 40, παρ. 2, εδάφιο 1
    «Σε περίπτωση θανάτου ασθενούς από παθολογικά αίτια, που πιστοποιούνται από τον θεράποντα ιατρό νοσηλευτικού ιδρύματος, ιατροδικαστική διερεύνηση διενεργείται με παραγγελία εισαγγελικής ή προανακριτικής αρχής, μόνο κατόπιν αίτησης οικείου του θανόντος ή τρίτου εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τον χρόνο διαπίστωσης του θανάτου.»

    Θεωρώ ότι πρέπει να προστεθεί η κατωτέρω παράγραφος, προκειμένου να αποφευχθεί η χωρίς συγκεκριμένο λόγο παραπομπή εμφανώς παθολογικών θανάτων προς ιατροδικαστική εξέταση, δεδομένου μάλιστα ότι πολλές φορές γίνεται επίκληση της μη παρέλευσης 24ώρου για τη μη συμπλήρωση πιστοποιητικού θανάτου:
    «Η πιστοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσηλευτικό ίδρυμα μέχρι τον θάνατό του. Η άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού θανάτου σε περίπτωση που είναι γνωστή η παθολογία του ασθενούς θα πρέπει να δικαιολογείται βάσει συγκεκριμένων και τεκμηριωμένων λογικών ερεισμάτων.»

  • 27 Δεκεμβρίου 2024, 02:18 | Σταυρούλα Παπαδόδημα

    Άρθρο 40
    Αρμοδιότητα ιατροδικαστικών υπηρεσιών – Ιατροδικαστική έκθεση – Αντικατάσταση άρθρου 2 ν. 3772/2009

    Άρθρο 2, παρ. 3.
    Αν εξαιρέσουμε τους θανάτους κρατουμένων που υπήρχε ως πρόβλεψη στον Σωφρονιστικό Κώδικα, με τη συγκεκριμένη παράγραφο προστίθεται ως υποχρεωτική η ιατροδικαστική διερεύνηση σε όλα τα περιστατικά θανάτων ανηλίκων, θανάτων που σχετίζονται άμεσα με χειρουργικές επεμβάσεις, περιγεννητικών θανάτων και θανάτων σε οίκους ευγηρίας.
    Δηλαδή, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο, θα πρέπει να πραγματοποιείται στις ως άνω περιπτώσεις ιατροδικαστική διερεύνηση, ακόμη και όταν το ιατρικό τους ιστορικό (κακοήθειες, ανίατες νόσοι, σοβαρές λοιμώξεις, μακρόχρονες νοσηλείες κ.λ.π.) δικαιολογεί πλήρως τον θάνατο.
    Ως προς τα ανωτέρω θα ήθελα να σχολιάσω τα εξής:
    1. Καθ’ όσον γνωρίζω, μια τέτοια τακτική δεν εφαρμόζεται σε άλλη χώρα εντός και εκτός Ευρώπης.
    2. Στη Σύσταση Νο R(99)3 του Συμβουλίου των Υπουργών των κρατών μελών για την εναρμόνιση των κανόνων των ιατροδικαστικών πράξεων οι περιπτώσεις που αναφέρονται ότι πρέπει να πραγματοποιείται ιατροδικαστική διερεύνηση είναι οι ακόλουθες: «ανθρωποκτονίας ή υπόνοιας ανθρωποκτονίας, αιφνιδίου θανάτου, παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων (όπως βασανιστήρια ή οποιασδήποτε μορφής κακή μεταχείριση), αυτοκτονίας ή υπόνοιας αυτοκτονίας, υπόνοιας ιατρικής αμέλειας, ατυχημάτων, είτε με τα μέσα μεταφοράς είτε στον επαγγελματικό χώρο είτε στο οικιακό περιβάλλον, επαγγελματικών νοσημάτων και ατυχημάτων, τεχνολογικών ή περιβαλλοντικών καταστροφών, θανάτων στις φυλακές ή σε σχετιζόμενων με ενέργειες της αστυνομίας ή του στρατού, μη ταυτοποιημένων πτωμάτων ή σκελετών»
    3. Η νεκροτομή δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να διενεργείται άκριτα και μαζικά, χωρίς να υπάρχει σαφής λόγος για τη διενέργειά της. Η χωρίς σαφή λόγο διενέργεια νεκροτομής (δηλαδή όταν υπάρχει σαφές ιατρικό ιστορικό) σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας αποτελεί προσβολή για τον νεκρό, αλλά και μια αδικαιολόγητη ψυχική ταλαιπωρία για την οικογένεια, ειδικά στις περιπτώσεις που η ίδια δεν το επιθυμεί.
    4. Η νεκροτομή σε περιστατικά περιγεννητικών θανάτων εμπίπτει στο γνωστικό αντικείμενο των περιγεννητικών παθολογοανατόμων. Όταν τίθενται συγκεκριμένα ιατροδικαστικά ζητήματα, μετά από σχετική παραγγελία ζητείται η συνδρομή του ιατροδικαστή σε συνεργασία πάντα με τον ειδικό παθολογοανατόμο.
    5. Η υπερφόρτωση των φορέων που πραγματοποιούν ιατροδικαστικές πράξεις, όταν δεν θα πραγματοποιείται σταθμισμένη επιλογή, θα έχει αναπόφευκτα αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα διερεύνησης του κάθε περιστατικού.
    6. Το υπάρχον προσωπικό και οι υπάρχουσες υποδομές (νεκροτομεία και εργαστήρια) δεν επαρκούν την παρούσα χρονική στιγμή για να ανταπεξέλθουν ούτε στα περιστατικά στα οποία είναι ουσιωδώς απαραίτητη η ιατροδικαστική διερεύνηση. Ενδεικτικά αναφέρονται τα σοβαρά προβλήματα σε νεκροτομεία, όπως το Νεκροτομείο Αθηνών, και η αδυναμία πρόσβασης σε παθολογοανατόμους στην Περιφέρεια για την εξέταση νεκροτομικού υλικού.
    Συμπερασματικά, θεωρώ ότι η ως άνω παράγραφος θα πρέπει να εκλείψει ή να αντικατασταθεί από την παράγραφο όπως αυτή αναφέρεται στην Ευρωπαϊκή Σύσταση.
    Σταυρούλα Παπαδόδημα
    Καθηγήτρια Ιατροδικαστικής, ΕΚΠΑ

  • 26 Δεκεμβρίου 2024, 20:40 | Vasily Psaromatis

    Bravo θα μπορούσε με τεχνητή νοημοσύνη

  • 26 Δεκεμβρίου 2024, 20:53 | Παναγιωτης

    Στην παράγραφο 3 του άρθρου 46 γράφει κατά λέξη: «…τοποθετούνται ως προϊστάμενοι στις οργανικές μονάδες ιατροδικαστών υπάλληλοι που διαθέτουν…».
    Το σωστό νομίζω πρέπει να είναι «…τοποθετούνται ως προϊστάμενοι στις οργανικές μονάδες ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ υπάλληλοι που διαθετουν…».
    Τα τμήματα/υπηρεσίες και όχι οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται οργανικές μονάδες…