Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται πέντε (5) έτη μετά από την τέλεσή τους. Πειθαρχικό παράπτωμα που συνιστά και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν από την παρέλευση του χρόνου της παραγραφής του ποινικού αδικήματος. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ποινική διαδικασία. Εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου στον πειθαρχικώς ελεγχόμενο επιδίδεται κλήση με δικαστικό επιμελητή, προκειμένου να λάβει ενυπόγραφα γνώση του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της υπόθεσης και να απολογηθεί, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 16. Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος που έχει σκοπό τη συγκάλυψη του προηγούμενου ή τη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής διαδικασίας ή άσκησης ποινικής δίωξης.