ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Ρύθμιση του τομέα της αλιείας, τροποποίηση του Αλιευτικού Κώδικα, ρυθμίσεις για τις Σχολές Επαγγελμάτων Κρέατος, το Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων και λοιπές διατάξεις
Έκθεση Διαβούλευσης
Μπορείτε να δείτε την έκθεση διαβούλευσης όπως αυτή ενσωματώθηκε στη σχετική Ενότητα της τελικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης εδώ
ΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΜΕΑ ΑΛΙΕΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΛΙΕΙΑΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΑΛΙΕΥΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
Άρθρο 12 Διαδικασία δέσμευσης - Προσθήκη άρθρου 10Β στον Αλιευτικό Κώδικα
Στον Αλιευτικό Κώδικα (ν.δ. 420/1970, Α΄ 27) προστίθεται άρθρο 10Β ως εξής:
«Άρθρο 10Β
Διαδικασία δέσμευσης
1. Με αιτιολογημένη πράξη των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών, αν υφίσταται ανάγκη αποτροπής συνέχισης πιθανολογούμενης σοβαρής αλιευτικής παράβασης, δύνανται να δεσμευθούν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 91 του Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 (L 343), περί άμεσων μέτρων επιβολής, τα εξής αντικείμενα της ελεγχόμενης επιχείρησης:
α) αλιευτικά εργαλεία, συσκευές, εξοπλισμός αλιείας,
β) αλιευτικά σκάφη και άλλα πλωτά μέσα,
γ) παράνομα προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, πλην των νωπών προϊόντων.
Οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές μπορούν, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη τους, να δεσμεύσουν και άλλα αντικείμενα, πέραν των αναφερομένων στις περ. α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου.
2. Τα δεσμευόμενα αντικείμενα μεταφέρονται στον τόπο φύλαξής τους, φυλάσσονται και αποθηκεύονται με μέριμνα και δαπάνη του φυσικού ή νομικού προσώπου που τα κατείχε. Για τη μεταφορά τους προς τον τόπο φύλαξης ή αποθήκευσης, εκδίδεται άδεια μεταφοράς από την αρχή που επέβαλε τη δέσμευση. Στην πράξη δέσμευσης της αρμόδιας αρχής περιγράφονται τα αντικείμενα που δεσμεύονται και ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά, αποθήκευση και φύλαξή τους.
3. Σε περίπτωση επιβολής δέσμευσης, ο έλεγχος ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου:
α) κατάσχονται τα δεσμευμένα αντικείμενα αν από τον έλεγχο διαπιστωθεί η τέλεση αλιευτικής παράβασης ή
β) τα αντικείμενα αποδεσμεύονται με απόφαση των ελεγκτών που διενήργησαν τον έλεγχο αν δεν διαπιστωθεί η τέλεση αλιευτικής παράβασης.
4. Στις περιπτώσεις επιβολής δέσμευσης, η πράξη γνωστοποιείται αμελλητί στο ελεγχόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.».
Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;
Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.
Φόρμα επικοινωνίαςΠΡΟΣΟΧΗ
Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.
Δημοσιευμένα σχόλια
Το αλιευτικό σκάφος και ο επαγγελματικός εξοπλισμός έχουν εξαιρετικά υψηλό κόστος και είναι δύσκολο, συχνά δε αδύνατο, να αντικατασταθούν από αλιείς που ήδη πιέζονται οικονομικά από το κόστος καυσίμων, συντήρησης και λειτουργίας.
Για τον λόγο αυτό, η δέσμευση ολόκληρου του σκάφους πρέπει να αποτελεί το απολύτως έσχατο μέτρο. Πρέπει να επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένη και εξαιρετικά σοβαρή παράβαση, η οποία θα καθορίζεται εκ των προτέρων στον νόμο με πλήρη σαφήνεια. Δεν μπορεί να επιβάλλεται με βάση μία γενική πιθανολόγηση ούτε για παραβάσεις τυπικού, τεχνικού ή διορθώσιμου χαρακτήρα.
Δεν είναι αποδεκτό να μπορεί μία γενικά αναφερόμενη «ελεγκτική αρχή», με μία απλώς «αιτιολογημένη πράξη», να αποφασίζει ότι απαιτείται η δέσμευση για να αποτραπεί η συνέχιση μίας πιθανολογούμενης παράβασης.
Η λέξη «αιτιολογημένη» δεν αποτελεί από μόνη της ουσιαστική εγγύηση, όταν δεν καθορίζονται περιοριστικά η αρμόδια αρχή, τα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία, οι συγκεκριμένες παραβάσεις και οι ακριβείς προϋποθέσεις εφαρμογής του μέτρου. Η απλή υπόνοια ή εκτίμηση ενός ελεγκτικού οργάνου δεν μπορεί να αρκεί για να στερηθεί ένας επαγγελματίας το σκάφος, το εισόδημά του και τη δυνατότητα εργασίας του πριν αποδειχθεί η παράβαση.
Η επιβολή του μέτρου πρέπει να προϋποθέτει συγκεκριμένα και καταγεγραμμένα αποδεικτικά στοιχεία, ειδική έγγραφη αιτιολογία και τεκμηρίωση ότι κανένα ηπιότερο μέτρο δεν επαρκεί. Η αόριστη δυνατότητα δέσμευσης «άλλων αντικειμένων» πρέπει να διαγραφεί ή να περιοριστεί σε αντικείμενα που συνδέονται άμεσα και αποδεδειγμένα με τη συγκεκριμένη παράβαση.
Πριν από την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου δέσμευσης πρέπει να υπάρχει σαφές, αναλυτικό και δεσμευτικό ποινολόγιο, ώστε κάθε αλιέας να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια συγκεκριμένη παράβαση μπορεί να οδηγήσει σε δέσμευση εργαλείου, εξοπλισμού ή ολόκληρου του σκάφους.
Η δέσμευση και η κατάσχεση είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η προθεσμία των πέντε εργάσιμων ημερών για την ολοκλήρωση του ελέγχου είναι υπερβολική. Ο έλεγχος πρέπει να ολοκληρώνεται μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες.
Παράταση πρέπει να επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν υπάρχουν συγκεκριμένα ευρήματα που την καθιστούν απολύτως αναγκαία, και να συνοδεύεται από ειδική έγγραφη αιτιολογία.
Μετά την πάροδο των είκοσι τεσσάρων ωρών πρέπει να γίνεται άμεση αποδέσμευση, εκτός αν εκδοθεί χωριστή και ειδικά αιτιολογημένη απόφαση για συγκεκριμένη σοβαρή παράβαση, αφού πρώτα ακουστεί ο αλιέας.
Η αυτόματη μετατροπή της δέσμευσης σε κατάσχεση είναι υπερβολική, γιατί δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα σε ένα μικρό ή τεχνικό λάθος και σε μία πραγματικά βαριά παράβαση.
Ιδίως για ολόκληρο το αλιευτικό σκάφος, πρέπει να αναφέρεται καθαρά ποια ακριβώς βαριά παράβαση μπορεί να οδηγήσει σε κατάσχεση, πόσο μπορεί να διαρκέσει το μέτρο και με ποια διαδικασία μπορεί να αρθεί. Δεν είναι δυνατόν ένα σκάφος να παραμένει δεσμευμένο ή κατασχεμένο για άγνωστο χρονικό διάστημα, ενώ ο ιδιοκτήτης δεν έχει εισόδημα, συνεχίζει να πληρώνει έξοδα και το σκάφος υφίσταται φθορές.
Πρέπει επίσης να καθορίζεται ρητά ποιος φορέας έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει την κατάσχεση και ποιος την εκτελεί. Ένα τόσο βαρύ μέτρο δεν μπορεί να επιβάλλεται από όργανο που δεν διαθέτει αποδεδειγμένη και πιστοποιημένη γνώση της επαγγελματικής αλιείας, των αλιευτικών εργαλείων, της λειτουργίας των σκαφών και των πραγματικών συνθηκών εργασίας στη θάλασσα. Οι αρμοδιότητες, τα απαιτούμενα προσόντα και η διαδικασία ελέγχου της απόφασης πρέπει να ορίζονται με σαφήνεια στον ίδιο τον νόμο.
Πρέπει επίσης να προβλεφθεί άμεση προσφυγή σε ανεξάρτητο όργανο, με δεσμευτική απόφαση μέσα σε είκοσι τέσσερις ή το πολύ σαράντα οκτώ ώρες.
Εάν η παράβαση δεν επιβεβαιωθεί, το σκάφος και ο εξοπλισμός πρέπει να αποδεσμεύονται αυτόματα και αμέσως. Τα έξοδα μεταφοράς και φύλαξης πρέπει να βαρύνουν τη διοίκηση και να καταβάλλεται, χωρίς νέα δικαστική διαδικασία, πλήρης αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος της επιχείρησης και του πληρώματος.
Σχόλιο Συλλόγου Επαγγελματιών Αλιέων Παραλίας Κυριακίου – Βοιωτία
Ο Σύλλογος Επαγγελματιών Αλιέων Παραλίας Κυριακίου δεν αντιτίθεται στην ενίσχυση των ελέγχων ούτε στην επιβολή αποτελεσματικών κυρώσεων για πραγματικές παραβάσεις της αλιευτικής νομοθεσίας.
Η παράνομη αλιεία, η χρήση απαγορευμένων εργαλείων, η αλιεία σε απαγορευμένες περιοχές ή περιόδους, η μη τήρηση των υποχρεώσεων καταγραφής και οι σοβαρές παραβάσεις πρέπει να ελέγχονται και να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά.
Η νομιμότητα προστατεύει πρώτα απ’ όλους τους ίδιους τους επαγγελματίες που τηρούν τους κανόνες.
Ωστόσο, ακριβώς επειδή οι προβλεπόμενες διοικητικές συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές —μέχρι την αναστολή ή απώλεια της δυνατότητας άσκησης της αλιευτικής δραστηριότητας— απαιτείται σαφής διάκριση μεταξύ αλιευτικής παράβασης και προσωπικής εισοδηματικής κατάστασης του αλιέα.
Για εμάς η αρχή πρέπει να είναι ξεκάθαρη:
Άδεια αλιευτικού σκάφους πρέπει να κινδυνεύει όταν παραβιάζεται η αλιευτική νομοθεσία — όχι επειδή ο ιδιοκτήτης λαμβάνει σύνταξη ή έχει δεύτερο νόμιμο εισόδημα.
Η σύνταξη δεν αποτελεί παράβαση της αλιευτικής νομοθεσίας.
Η δεύτερη νόμιμη επαγγελματική δραστηριότητα δεν αποτελεί αλιευτική παράβαση.
Η μεταβολή της αναλογίας του εισοδήματος ενός αλιέα δεν αποδεικνύει ότι αυξήθηκε η αλιευτική προσπάθεια, ότι χρησιμοποιήθηκαν παράνομα εργαλεία ή ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες προστασίας των αλιευτικών πόρων.
Αντίθετα, τα νέα συστήματα ελέγχου παρέχουν στη Διοίκηση τη δυνατότητα να γνωρίζει με πραγματικά στοιχεία ποιος αλιεύει, με ποιο σκάφος, υπό ποιες προϋποθέσεις και εάν τηρεί τις υποχρεώσεις του.
Επομένως, οι αυστηρές διοικητικές κυρώσεις πρέπει να συνδέονται με σαφώς προσδιορισμένες παραβάσεις, αντικειμενικά δεδομένα, αναλογικότητα και τις προβλεπόμενες εγγυήσεις της διοικητικής διαδικασίας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τους κατόχους επαγγελματικών αδειών που ασκούν νόμιμα τη δραστηριότητά τους επί 10, 20, 30 ή ακόμη και 40 χρόνια, ανανεώνοντας τις άδειές τους και εκπληρώνοντας τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις.
Η μεταβολή ενός διοικητικού ή εισοδηματικού χαρακτηρισμού δεν πρέπει να εξομοιώνεται με παράβαση και να οδηγεί, χωρίς πραγματική παράβαση της αλιευτικής νομοθεσίας, σε αποτέλεσμα αντίστοιχο με κύρωση.
Αυτό είναι κρίσιμο και για την αρχή της αναλογικότητας, την ασφάλεια δικαίου, τη χρηστή διοίκηση και την προστατευόμενη εμπιστοσύνη των διοικουμένων, ιδίως όταν πρόκειται για μακροχρόνιες νόμιμες καταστάσεις και σημαντικές οικογενειακές επενδύσεις σε σκάφη, μηχανές και αλιευτικό εξοπλισμό.
Για τη μικρή παράκτια οικογενειακή επιχείρηση, η απώλεια της επαγγελματικής άδειας δεν αποτελεί μια απλή διοικητική μεταβολή. Μπορεί να σημαίνει πρακτική αδυναμία συνέχισης της παραγωγικής δραστηριότητας και σοβαρή απαξίωση της επένδυσης που πραγματοποιήθηκε επί δεκαετίες.
Γι’ αυτό ζητούμε το νέο πλαίσιο να διατηρήσει μία απολύτως καθαρή αρχή:
Οι παραβάσεις να τιμωρούνται ως παραβάσεις. Τα εισοδηματικά δεδομένα να μην μετατρέπονται σε παραβάσεις.
Η προστασία της θάλασσας και η προστασία της νομιμότητας δεν είναι αντίθετοι στόχοι με την προστασία των νόμιμων επαγγελματιών. Αντίθετα, ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο οφείλει να επιτυγχάνει και τα τρία.
Αυστηρότητα απέναντι στην παρανομία — ασφάλεια δικαίου για τον νόμιμο επαγγελματία.
Σύλλογος Επαγγελματιών Αλιέων Παραλίας Κυριακίου
Έδρα: Κυριάκι Βοιωτίας
Προσθήκη άρθρου 10Β στον Αλιευτικό Κώδικα
«Άρθρο 10Β
Παρ. 3 α)
ΣΧΟΛΙΟ :
Η λέξη ¨, θα ήταν ορθότερο να αντικατασταθεί από το
Μετά την παρ. 4, πρέπει να προστεθεί νέα παρ. 5, ως ακολούθως :
5. Ο εν δυνάμει παραβάτης. ο οποίος υφίσταται την δέσμευση, δικαιούται να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή μέσα σε 15 ημέρες απο την επιβολή της, η οποία υποβάλλεται στο ΣΕΑΠ και εκδικάζεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα ημερών.