ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Ρύθμιση του τομέα της αλιείας, τροποποίηση του Αλιευτικού Κώδικα, ρυθμίσεις για τις Σχολές Επαγγελμάτων Κρέατος, το Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων και λοιπές διατάξεις
Έκθεση Διαβούλευσης
Μπορείτε να δείτε την έκθεση διαβούλευσης όπως αυτή ενσωματώθηκε στη σχετική Ενότητα της τελικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης εδώ
ΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΜΕΑ ΑΛΙΕΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΛΙΕΙΑΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΑΛΙΕΥΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
Άρθρο 17 Άδειες επαγγελματικών σκαφών - Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 2 β.δ. 666/1966
Η παρ. 1 του άρθρου 2 του β.δ. 666/1966 (Α΄ 160), περί κατηγοριών αδειών αλιευτικών σκαφών, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι κατά το άρθρο 1 άδειες, είναι άδειες επαγγελματικών σκαφών, δηλαδή σκαφών που χρησιμοποιούνται κατ’ αποκλειστικότητα στην αλιεία ή την σπογγαλιεία από επαγγελματίες που αποζούν από αυτή. Ο χαρακτηρισμός «άδεια επαγγελματικού σκάφους» αναγράφεται στην άδεια αυτή.».
Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;
Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.
Φόρμα επικοινωνίαςΠΡΟΣΟΧΗ
Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.
Δημοσιευμένα σχόλια
Τα επαγγελματικά αλιευτικά μας σκάφη αποκτήθηκαν νόμιμα, διαθέτουν τις προβλεπόμενες επαγγελματικές άδειες και αποτελούν πραγματικές μικρές παραγωγικές μονάδες παράκτιας αλιείας. Οι ιδιοκτήτες τους είναι εγγεγραμμένοι στο ΜΑΑΕ ως κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης και ασκούν την αλιευτική δραστηριότητα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Πρόκειται κατά κανόνα για πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και συμπλοιοκτησίες, μεταξύ συζύγων, γονέων και παιδιών ή άλλων μελών της ίδιας οικογένειας. Δραστηριοποιούνται στην παράκτια αλιεία με μικρά σκάφη, κυρίως με δίχτυα και παραγάδια. Δεν αναφερόμαστε σε μεγάλες αλιευτικές μονάδες, αλλά σε οικογένειες που επί σειρά ετών έχουν επενδύσει προσωπική εργασία, οικονομίες και κόπο στο επαγγελματικό τους σκάφος.
Οι προσωπικές και οικονομικές συνθήκες των συνιδιοκτητών δεν είναι ίδιες. Άλλος είναι συνταξιούχος, άλλος έχει παράλληλη μισθωτή εργασία, άλλος ασκεί δεύτερη νόμιμη επαγγελματική ή αγροτική δραστηριότητα, άλλος διαθέτει συμπληρωματικό εισόδημα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις σύζυγοι ή γονείς και παιδιά συμμετέχουν από κοινού στην ίδια οικογενειακή αλιευτική εκμετάλλευση.
Καμία από αυτές τις απολύτως νόμιμες καταστάσεις δεν αποδεικνύει ότι έπαψε να ασκείται πραγματική επαγγελματική αλιεία.
Γι' αυτό δημιουργεί ιδιαίτερο προβληματισμό η φράση «που αποζούν από αυτή». Η συγκεκριμένη διατύπωση κινδυνεύει να μεταφέρει το κέντρο βάρους από το ουσιαστικό ερώτημα —αν δηλαδή ασκείται πραγματικά και νόμιμα η επαγγελματική αλιεία— στο διαφορετικό ερώτημα από πού προέρχεται το προσωπικό ή οικογενειακό εισόδημα του αλιέα.
Η σύνταξη δεν είναι αλιευτική παράβαση. Η παράλληλη νόμιμη εργασία δεν είναι αλιευτική παράβαση. Η αγροτική δραστηριότητα δεν είναι αλιευτική παράβαση. Το συμπληρωματικό νόμιμο εισόδημα δεν είναι αλιευτική παράβαση.
Εφόσον το επαγγελματικό σκάφος δραστηριοποιείται πραγματικά και νόμιμα και τηρούνται οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις, η ύπαρξη άλλης νόμιμης πηγής εισοδήματος δεν πρέπει από μόνη της να οδηγεί σε αμφισβήτηση της επαγγελματικής του υπόστασης.
Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ του χαρακτηρισμού ενός προσώπου για τους ειδικούς σκοπούς του ΜΑΑΕ και της νόμιμης άσκησης της επαγγελματικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Άλλο ο διοικητικός χαρακτηρισμός για συγκεκριμένο σκοπό και άλλο η επαγγελματική άδεια και η πραγματική παραγωγική δραστηριότητα.
Το παράδειγμα της γεωργίας είναι χαρακτηριστικό. Ένας κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης που αποκτά και άλλη νόμιμη πηγή εισοδήματος δεν σημαίνει για τον λόγο αυτό ότι παύει να καλλιεργεί ή ότι παύει να διαθέτει το παραγωγικό του μέσο.
Το ίδιο πρέπει να ισχύει και στη μικρή παράκτια αλιεία.
Το μικρό καΐκι είναι το “τρακτέρ της θάλασσας”. Είναι το παραγωγικό εργαλείο μιας μικρής οικογενειακής επιχείρησης.
Δεν ζητάμε προνόμια – ζητάμε το δικαίωμα να παράγουμε
Θέλουμε να είμαστε απολύτως σαφείς:
Δεν ζητάμε προνόμια. Δεν ζητάμε ειδική μεταχείριση. Δεν ζητάμε επιδοτήσεις ή οικονομικές ενισχύσεις χωρίς να πληρούμε τις νόμιμες προϋποθέσεις τους.
Για κάθε επιδότηση, ενίσχυση ή οικονομικό ευεργέτημα, η Πολιτεία μπορεί να προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κριτήρια. Όποιος τα πληροί δικαιούται την αντίστοιχη ενίσχυση και όποιος δεν τα πληροί δεν τη δικαιούται.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το δικαίωμα να συνεχίζει κάποιος μια πραγματική και νόμιμη παραγωγική δραστηριότητα.
Άλλο η επιδότηση και άλλο η επαγγελματική άδεια.
Άλλο το οικονομικό ευεργέτημα και άλλο το δικαίωμα στην παραγωγή.
Δεν ζητάμε από την Πολιτεία να μας χρηματοδοτεί επειδή είμαστε συνιδιοκτήτες επαγγελματικών αλιευτικών σκαφών. Ζητάμε να μπορούμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε νόμιμα, εφόσον τηρούμε τους κανόνες που η ίδια η Πολιτεία έχει θεσπίσει.
Ναι στον αυστηρό έλεγχο
Δεν ζητάμε καμία εξαίρεση από την αλιευτική νομοθεσία.
Αντίθετα, υποστηρίζουμε αυστηρό, αντικειμενικό και αποτελεσματικό έλεγχο της πραγματικής αλιευτικής δραστηριότητας: των εργαλείων, των αλιευμάτων, της αλιευτικής προσπάθειας, της τήρησης των περιορισμών και όλων των υποχρεώσεων που προβλέπει η νομοθεσία.
Εκεί βρίσκεται η ουσία της προστασίας των αλιευτικών πόρων.
Δεν είναι όμως εύλογο δύο αλιείς που ασκούν αντίστοιχη νόμιμη δραστηριότητα, υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους και εκπληρώνουν τις ίδιες αλιευτικές υποχρεώσεις να αντιμετωπίζονται διαφορετικά επειδή ο ένας είναι συνταξιούχος, ο άλλος μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος και ένας τρίτος ασκεί παράλληλα αγροτική ή άλλη νόμιμη δραστηριότητα.
Η διαφορετική αυτή μεταχείριση πρέπει να αποφεύγεται και για λόγους ισότητας, ασφάλειας δικαίου και διατήρησης υγιών και διαφανών συνθηκών επαγγελματικής δραστηριότητας.
Το αίτημά μας
Για τους λόγους αυτούς ζητούμε να απαλειφθεί από το άρθρο 17 η φράση «που αποζούν από αυτή» και να καταστεί σαφές ότι η σύνταξη, η παράλληλη μισθωτή ή επαγγελματική απασχόληση, η αγροτική δραστηριότητα ή άλλη νόμιμη πηγή εισοδήματος δεν αποτελούν, από μόνες τους, λόγο απώλειας της επαγγελματικής δυνατότητας του αλιευτικού σκάφους, εφόσον η επαγγελματική αλιευτική δραστηριότητα ασκείται πραγματικά και νόμιμα.
Δεν ζητάμε προνόμια.
Δεν ζητάμε επιδοτήσεις χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Δεν ζητάμε λιγότερο έλεγχο.
Ζητάμε να μπορούμε να εργαζόμαστε και να παράγουμε με καθαρούς, ίσους και σταθερούς κανόνες.
Η θάλασσα προστατεύεται ελέγχοντας την αλιευτική προσπάθεια — όχι ελέγχοντας από πού αποζεί η οικογένεια του αλιέα.
Τα επαγγελματικά αλιευτικά μας σκάφη αποκτήθηκαν νόμιμα, διαθέτουν τις προβλεπόμενες επαγγελματικές άδειες και αποτελούν πραγματικές μικρές παραγωγικές μονάδες παράκτιας αλιείας. Οι ιδιοκτήτες τους είναι εγγεγραμμένοι στο ΜΑΑΕ ως κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης και ασκούν την αλιευτική δραστηριότητα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Πρόκειται κατά κανόνα για πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και συμπλοιοκτησίες, μεταξύ συζύγων, γονέων και παιδιών ή άλλων μελών της ίδιας οικογένειας. Δραστηριοποιούνται στην παράκτια αλιεία με μικρά σκάφη, κυρίως με δίχτυα και παραγάδια. Δεν αναφερόμαστε σε μεγάλες αλιευτικές μονάδες, αλλά σε οικογένειες που επί σειρά ετών έχουν επενδύσει προσωπική εργασία, οικονομίες και κόπο στο επαγγελματικό τους σκάφος.
Οι προσωπικές και οικονομικές συνθήκες των συνιδιοκτητών δεν είναι ίδιες. Άλλος είναι συνταξιούχος, άλλος έχει παράλληλη μισθωτή εργασία, άλλος ασκεί δεύτερη νόμιμη επαγγελματική ή αγροτική δραστηριότητα, άλλος διαθέτει συμπληρωματικό εισόδημα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις σύζυγοι ή γονείς και παιδιά συμμετέχουν από κοινού στην ίδια οικογενειακή αλιευτική εκμετάλλευση.
Καμία από αυτές τις απολύτως νόμιμες καταστάσεις δεν αποδεικνύει ότι έπαψε να ασκείται πραγματική επαγγελματική αλιεία.
Γι' αυτό δημιουργεί ιδιαίτερο προβληματισμό η φράση «που αποζούν από αυτή». Η συγκεκριμένη διατύπωση κινδυνεύει να μεταφέρει το κέντρο βάρους από το ουσιαστικό ερώτημα —αν δηλαδή ασκείται πραγματικά και νόμιμα η επαγγελματική αλιεία— στο διαφορετικό ερώτημα από πού προέρχεται το προσωπικό ή οικογενειακό εισόδημα του αλιέα.
Η σύνταξη δεν είναι αλιευτική παράβαση. Η παράλληλη νόμιμη εργασία δεν είναι αλιευτική παράβαση. Η αγροτική δραστηριότητα δεν είναι αλιευτική παράβαση. Το συμπληρωματικό νόμιμο εισόδημα δεν είναι αλιευτική παράβαση.
Εφόσον το επαγγελματικό σκάφος δραστηριοποιείται πραγματικά και νόμιμα και τηρούνται οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις, η ύπαρξη άλλης νόμιμης πηγής εισοδήματος δεν πρέπει από μόνη της να οδηγεί σε αμφισβήτηση της επαγγελματικής του υπόστασης.
Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ του χαρακτηρισμού ενός προσώπου για τους ειδικούς σκοπούς του ΜΑΑΕ και της νόμιμης άσκησης της επαγγελματικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Άλλο ο διοικητικός χαρακτηρισμός για συγκεκριμένο σκοπό και άλλο η επαγγελματική άδεια και η πραγματική παραγωγική δραστηριότητα.
Το παράδειγμα της γεωργίας είναι χαρακτηριστικό. Ένας κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης που αποκτά και άλλη νόμιμη πηγή εισοδήματος δεν σημαίνει για τον λόγο αυτό ότι παύει να καλλιεργεί ή ότι παύει να διαθέτει το παραγωγικό του μέσο.
Το ίδιο πρέπει να ισχύει και στη μικρή παράκτια αλιεία.
Το μικρό καΐκι είναι το “τρακτέρ της θάλασσας”. Είναι το παραγωγικό εργαλείο μιας μικρής οικογενειακής επιχείρησης.
Δεν ζητάμε προνόμια – ζητάμε το δικαίωμα να παράγουμε
Θέλουμε να είμαστε απολύτως σαφείς:
Δεν ζητάμε προνόμια. Δεν ζητάμε ειδική μεταχείριση. Δεν ζητάμε επιδοτήσεις ή οικονομικές ενισχύσεις χωρίς να πληρούμε τις νόμιμες προϋποθέσεις τους.
Για κάθε επιδότηση, ενίσχυση ή οικονομικό ευεργέτημα, η Πολιτεία μπορεί να προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κριτήρια. Όποιος τα πληροί δικαιούται την αντίστοιχη ενίσχυση και όποιος δεν τα πληροί δεν τη δικαιούται.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το δικαίωμα να συνεχίζει κάποιος μια πραγματική και νόμιμη παραγωγική δραστηριότητα.
Άλλο η επιδότηση και άλλο η επαγγελματική άδεια.
Άλλο το οικονομικό ευεργέτημα και άλλο το δικαίωμα στην παραγωγή.
Δεν ζητάμε από την Πολιτεία να μας χρηματοδοτεί επειδή είμαστε συνιδιοκτήτες επαγγελματικών αλιευτικών σκαφών. Ζητάμε να μπορούμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε νόμιμα, εφόσον τηρούμε τους κανόνες που η ίδια η Πολιτεία έχει θεσπίσει.
Ναι στον αυστηρό έλεγχο
Δεν ζητάμε καμία εξαίρεση από την αλιευτική νομοθεσία.
Αντίθετα, υποστηρίζουμε αυστηρό, αντικειμενικό και αποτελεσματικό έλεγχο της πραγματικής αλιευτικής δραστηριότητας: των εργαλείων, των αλιευμάτων, της αλιευτικής προσπάθειας, της τήρησης των περιορισμών και όλων των υποχρεώσεων που προβλέπει η νομοθεσία.
Εκεί βρίσκεται η ουσία της προστασίας των αλιευτικών πόρων.
Δεν είναι όμως εύλογο δύο αλιείς που ασκούν αντίστοιχη νόμιμη δραστηριότητα, υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους και εκπληρώνουν τις ίδιες αλιευτικές υποχρεώσεις να αντιμετωπίζονται διαφορετικά επειδή ο ένας είναι συνταξιούχος, ο άλλος μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος και ένας τρίτος ασκεί παράλληλα αγροτική ή άλλη νόμιμη δραστηριότητα.
Η διαφορετική αυτή μεταχείριση πρέπει να αποφεύγεται και για λόγους ισότητας, ασφάλειας δικαίου και διατήρησης υγιών και διαφανών συνθηκών επαγγελματικής δραστηριότητας.
Το αίτημά μας
Για τους λόγους αυτούς ζητούμε να απαλειφθεί από το άρθρο 17 η φράση «που αποζούν από αυτή» και να καταστεί σαφές ότι η σύνταξη, η παράλληλη μισθωτή ή επαγγελματική απασχόληση, η αγροτική δραστηριότητα ή άλλη νόμιμη πηγή εισοδήματος δεν αποτελούν, από μόνες τους, λόγο απώλειας της επαγγελματικής δυνατότητας του αλιευτικού σκάφους, εφόσον η επαγγελματική αλιευτική δραστηριότητα ασκείται πραγματικά και νόμιμα.
Δεν ζητάμε προνόμια.
Δεν ζητάμε επιδοτήσεις χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Δεν ζητάμε λιγότερο έλεγχο.
Ζητάμε να μπορούμε να εργαζόμαστε και να παράγουμε με καθαρούς, ίσους και σταθερούς κανόνες.
Η θάλασσα προστατεύεται ελέγχοντας την αλιευτική προσπάθεια — όχι ελέγχοντας από πού αποζεί η οικογένεια του αλιέα.
Νομιμότητα, ασφάλεια δικαίου και προστασία της μικρής παράκτιας αλιείας
Με την εμπειρία που απέκτησα από την πολυετή υπηρεσία μου στο Λιμενικό Σώμα και από την ενασχόλησή μου με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θεωρώ υποχρέωσή μου να καταθέσω την άποψή μου επί του άρθρου 17.
Η προστασία των αλιευτικών πόρων, η τήρηση της νομιμότητας και ο αποτελεσματικός έλεγχος της αλιευτικής δραστηριότητας αποτελούν αυτονόητες προτεραιότητες. Εξίσου αυτονόητη, όμως, πρέπει να είναι η προστασία του πολίτη που εργάζεται και παράγει νόμιμα, μέσα σε ένα πλαίσιο σαφών, σταθερών και δίκαιων κανόνων.
Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ ότι η φράση «που αποζούν από αυτή» στο άρθρο 17 πρέπει να επανεξεταστεί και να απαλειφθεί.
Η συγκεκριμένη διατύπωση ενδέχεται να μεταφέρει το κέντρο βάρους από την πραγματική και νόμιμη άσκηση της επαγγελματικής αλιείας στην οικονομική κατάσταση του προσώπου.
Άλλο είναι το ερώτημα εάν κάποιος ασκεί πραγματικά και νόμιμα επαγγελματική αλιεία και άλλο από ποιες νόμιμες πηγές προέρχεται συνολικά το προσωπικό ή οικογενειακό του εισόδημα.
Η λήψη σύνταξης, η παράλληλη νόμιμη εργασία, η αγροτική ή άλλη νόμιμη επαγγελματική δραστηριότητα δεν συνιστούν αλιευτικές παραβάσεις. Ούτε αποδεικνύουν, από μόνες τους, ότι έπαψε να ασκείται πραγματική επαγγελματική αλιευτική δραστηριότητα.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη μικρή παράκτια αλιεία, όπου συναντάμε πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και συμπλοιοκτησίες μεταξύ συζύγων, γονέων και παιδιών.
Πίσω από ένα μικρό επαγγελματικό σκάφος βρίσκονται οικογένειες, χρόνια εργασίας, οικονομίες μιας ζωής και ένα παραγωγικό μέσο που αποκτήθηκε νόμιμα και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτείας.
Οι δραστηριότητες αυτές κρατούν ανθρώπους στον τόπο τους, στηρίζουν την τοπική οικονομία και διατηρούν ζωντανή την παραγωγική φυσιογνωμία της ελληνικής περιφέρειας.
Η περιφέρεια χρειάζεται ανθρώπους που εργάζονται, παράγουν και παραμένουν στον τόπο τους.
Καθαρή διάκριση μεταξύ ενισχύσεων και νόμιμης παραγωγικής δραστηριότητας
Το αίτημα δεν αφορά προνόμια, επιδοτήσεις ή εξαίρεση από τον έλεγχο.
Για κάθε οικονομική ενίσχυση ή ευεργέτημα η Πολιτεία μπορεί να καθορίζει συγκεκριμένες νόμιμες προϋποθέσεις και κριτήρια. Όποιος τα πληροί δικαιούται την αντίστοιχη ενίσχυση και όποιος δεν τα πληροί δεν τη δικαιούται.
Άλλο, όμως, η επιδότηση και άλλο η επαγγελματική άδεια. Άλλο το οικονομικό ευεργέτημα και άλλο η δυνατότητα συνέχισης μιας νόμιμης παραγωγικής δραστηριότητας.
Αντίστοιχα, ένας διοικητικός ή εισοδηματικός χαρακτηρισμός για συγκεκριμένους σκοπούς του ΜΑΑΕ δεν θα πρέπει αυτομάτως να μετατρέπεται σε κριτήριο απώλειας μιας νόμιμης επαγγελματικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Η επαγγελματική αλιεία πρέπει πρωτίστως να κρίνεται εκεί όπου πραγματικά ασκείται: στη θάλασσα.
Να ελέγχεται η αλιευτική προσπάθεια, τα χρησιμοποιούμενα εργαλεία, τα αλιεύματα, η τήρηση των απαγορεύσεων και των περιορισμών και κάθε άλλη υποχρέωση που προβλέπει η αλιευτική νομοθεσία.
Όπου υπάρχει πραγματική παράβαση, να εφαρμόζεται ο νόμος.
Αυστηρότητα απέναντι στην παρανομία και ασφάλεια για εκείνον που λειτουργεί νόμιμα.
Η ευρωπαϊκή διάσταση
Η προσέγγιση αυτή πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα του γενικότερου προσανατολισμού της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1380/2013 συνδέει τη μακροχρόνια περιβαλλοντική βιωσιμότητα της αλιείας με οικονομικά, κοινωνικά και εργασιακά οφέλη και με τη δημιουργία συνθηκών για οικονομικά βιώσιμη αλιευτική δραστηριότητα. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο αναγνωρίζει τη σημασία της παράκτιας αλιείας και των κοινωνικοοικονομικών της διαστάσεων.
Στο ειδικό πεδίο της κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων, προβλέπεται επίσης η χρήση διαφανών και αντικειμενικών κριτηρίων, μεταξύ άλλων περιβαλλοντικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα.
Δεν υποστηρίζω ότι οι ευρωπαϊκές αυτές διατάξεις στερούν από την εθνική Πολιτεία τη δυνατότητα να θεσπίζει τις αναγκαίες προϋποθέσεις. Θεωρώ, όμως, ότι ένα σύγχρονο εθνικό πλαίσιο πρέπει να υπηρετεί τις αρχές της σαφήνειας, της αντικειμενικότητας, της αναλογικότητας και του αποτελεσματικού ελέγχου της πραγματικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το ουσιαστικό ερώτημα:
Τι προστατεύει αποτελεσματικότερα τη θάλασσα; Ο έλεγχος της πραγματικής αλιευτικής προσπάθειας ή το γεγονός ότι ένας αλιέας λαμβάνει σύνταξη ή διαθέτει και δεύτερη νόμιμη πηγή εισοδήματος;
Η απάντηση θεωρώ ότι είναι σαφής.
Δεν είναι εύλογο δύο πρόσωπα που ασκούν αντίστοιχη νόμιμη αλιευτική δραστηριότητα, υπόκεινται στους ίδιους ελέγχους και εκπληρώνουν τις ίδιες υποχρεώσεις να αντιμετωπίζονται διαφορετικά αποκλειστικά επειδή ο ένας είναι συνταξιούχος, ο άλλος μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος και ένας τρίτος ασκεί παράλληλα αγροτική ή άλλη νόμιμη δραστηριότητα.
Μια τέτοια διαφοροποίηση εγείρει εύλογα ζητήματα αναλογικότητας, ίσης μεταχείρισης και ασφάλειας δικαίου.
Υφιστάμενες άδειες και συγκεκριμένη πρόταση
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί και στις ήδη υφιστάμενες επαγγελματικές άδειες.
Υπάρχουν οικογένειες που απέκτησαν νόμιμα επαγγελματικά αλιευτικά σκάφη, έλαβαν τις προβλεπόμενες άδειες, επένδυσαν τις οικονομίες τους και οργάνωσαν τη δραστηριότητά τους σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο που η ίδια η Πολιτεία είχε θεσπίσει.
Εφόσον ο νομοθέτης επιλέξει να εισαγάγει νέες προϋποθέσεις, θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστεί ρητή μεταβατική προστασία των ήδη νομίμως χορηγηθεισών και υφιστάμενων επαγγελματικών αδειών.
Η μεταβολή του θεσμικού πλαισίου δεν πρέπει, χωρίς σαφή και αναλογική πρόβλεψη, να ανατρέπει νόμιμες επαγγελματικές καταστάσεις που δημιουργήθηκαν και διατηρήθηκαν επί σειρά ετών.
Αυτό δεν είναι προνόμιο. Είναι ζήτημα ασφάλειας δικαίου και εμπιστοσύνης του πολίτη προς την Πολιτεία.
Για τους λόγους αυτούς προτείνω την απαλοιφή από το άρθρο 17 της φράσης «που αποζούν από αυτή» και τη σύνδεση της επαγγελματικής ιδιότητας με την πραγματική και νόμιμη άσκηση της επαγγελματικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Θεωρώ επίσης σκόπιμο να εξεταστεί ρητή πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία:
«Η λήψη σύνταξης, η παράλληλη μισθωτή ή επαγγελματική απασχόληση, η άσκηση αγροτικής δραστηριότητας ή η ύπαρξη άλλης νόμιμης πηγής εισοδήματος δεν αποτελούν αφ’ εαυτών λόγο ανάκλησης, μη ανανέωσης ή απώλειας της επαγγελματικής άδειας αλιευτικού σκάφους, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της αλιευτικής νομοθεσίας.»
Επικουρικά, εφόσον ο νομοθέτης επιλέξει διαφορετική ρύθμιση, θεωρώ απαραίτητη τη θέσπιση σαφούς μεταβατικής πρόβλεψης για τις ήδη υφιστάμενες και νομίμως χορηγηθείσες επαγγελματικές άδειες.
Εμπιστοσύνη στη διαδικασία της διαβούλευσης
Εκτιμώ ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και οι αρμόδιες υπηρεσίες θα αξιολογήσουν με τη δέουσα προσοχή τις απόψεις που κατατίθενται στη δημόσια διαβούλευση και θα αφουγκραστούν τις εύλογες ανησυχίες των ανθρώπων της μικρής παράκτιας αλιείας.
Η δημόσια διαβούλευση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν οι τεκμηριωμένες επισημάνσεις των πολιτών και των επαγγελματιών αξιολογούνται και, όπου διαπιστώνεται πραγματικό ζήτημα, οδηγούν στη βελτίωση της προτεινόμενης ρύθμισης.
Έχω την πεποίθηση ότι, μέσα από τον θεσμικό διάλογο, μπορεί να διαμορφωθεί στο άρθρο 17 μια σαφέστερη, δικαιότερη και λειτουργικότερη λύση, που θα υπηρετεί ταυτόχρονα την προστασία της θάλασσας, την αποτελεσματικότητα του ελέγχου και την ασφάλεια δικαίου για όσους δραστηριοποιούνται νόμιμα.
Τελική θέση
Η μικρή παράκτια αλιεία αποτελεί μέρος της παραγωγικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής των παράκτιων και νησιωτικών μας κοινωνιών.
Η Πολιτεία οφείλει να διαμορφώνει για όσους την ασκούν νόμιμα ένα πλαίσιο σαφές, σταθερό και προβλέψιμο, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις και χωρίς να συγχέεται η πραγματική άσκηση της επαγγελματικής αλιείας με την ύπαρξη άλλης νόμιμης πηγής εισοδήματος.
Η δυνατότητα νόμιμης παραγωγικής δραστηριότητας δεν πρέπει να εξαρτάται, χωρίς ειδική και επαρκή αιτιολόγηση, από την απαίτηση αυτή να αποτελεί την αποκλειστική πηγή βιοπορισμού του ενδιαφερομένου.
Δεν πρόκειται για προνομιακή μεταχείριση. Πρόκειται για την εφαρμογή μιας βασικής αρχής του κράτους δικαίου: αυστηρότητα απέναντι στην παρανομία, ίση μεταχείριση και ασφάλεια για εκείνον που εργάζεται και παράγει νόμιμα.
Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στην προστασία της θάλασσας και στη διατήρηση της νόμιμης μικρής παράκτιας αλιείας.
Ένα σύγχρονο κράτος δικαίου μπορεί και οφείλει να εξασφαλίζει και τα δύο.
Ας προστατεύσουμε τη θάλασσα χωρίς να αποδυναμώσουμε τον νόμιμο μικρό αλιέα.
«Η θάλασσα προστατεύεται ελέγχοντας την αλιευτική προσπάθεια — όχι ελέγχοντας από πού αποζεί η οικογένεια του αλιέα.»
Η Κοινή Αλιευτική Πολιτική δεν περιορίζεται στην προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1380/2013 προβλέπει, μεταξύ άλλων, οικονομικά βιώσιμους αλιευτικούς στόλους, δίκαιο επίπεδο διαβίωσης για όσους εξαρτώνται από την αλιεία, λαμβάνοντας υπόψη την παράκτια αλιεία και τις κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους, καθώς και την προώθηση των παράκτιων αλιευτικών δραστηριοτήτων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει τη μικρή παράκτια αλιεία ως κρίσιμη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφέρει ότι πρόκειται συνήθως για οικογενειακές επιχειρήσεις, στις οποίες οι ιδιοκτήτες συμμετέχουν άμεσα στην αλιευτική δραστηριότητα, και αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο τους στις τοπικές οικονομίες. Στη Μεσόγειο, μάλιστα, η μικρή αλιεία αποτελεί επί αιώνες βασικό στοιχείο της ζωής των παράκτιων κοινοτήτων.
Σύλλογος Επαγγελματιών Αλιέων Παραλίας Κυριακίου
Έδρα: Κυριάκι Βοιωτίας
Αυτή ακριβώς είναι η πραγματικότητα που περιγράφουμε: μικρά επαγγελματικά σκάφη παράκτιας αλιείας, κυρίως με δίχτυα και παραγάδια, οικογενειακές επιχειρήσεις και συμπλοιοκτησίες μεταξύ συζύγων, γονέων και παιδιών, οι οποίες συμβάλλουν στη διατήρηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής μικρών παράκτιων περιοχών.
Η ευρωπαϊκή πολιτική, συνεπώς, δεν αντιμετωπίζει τη μικρή παράκτια αλιεία ως δραστηριότητα που πρέπει να συρρικνώνεται μέσω ασαφών κοινωνικοοικονομικών αποκλεισμών, αλλά ως ιδιαίτερο τμήμα του αλιευτικού τομέα του οποίου οι ιδιαιτερότητες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας συνδέει ρητά τη βιώσιμη αλιεία με την κοινωνικοοικονομική ελκυστικότητα και την ανανέωση του κλάδου, ιδίως στη μικρή παράκτια αλιεία, καθώς και με την οικονομική και κοινωνική ζωτικότητα των παράκτιων κοινοτήτων.
Παράλληλα, το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 1380/2013, στο ειδικό πεδίο της κατανομής αλιευτικών δυνατοτήτων, απαιτεί από τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια, περιβαλλοντικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης, όπως η επίπτωση της αλιείας στο περιβάλλον, το ιστορικό συμμόρφωσης, η συμβολή στην τοπική οικονομία και τα ιστορικά επίπεδα αλιευμάτων.
Η κατεύθυνση αυτή είναι σημαντική για τη συζήτησή μας: αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια που συνδέονται με την αλιευτική δραστηριότητα, τη συμμόρφωση, το περιβάλλον και την τοπική οικονομία — όχι ένας αόριστος όρος περί του από πού “αποζεί” ο αλιέας.
Δεν προκύπτει από το παραπάνω ενωσιακό πλαίσιο γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο, για να διατηρεί κάποιος την επαγγελματική άδεια του αλιευτικού του σκάφους, πρέπει η αλιεία να αποτελεί υποχρεωτικά την κύρια ή αποκλειστική πηγή του συνολικού εισοδήματός του.
Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι η απαλοιφή της φράσης «που αποζούν από αυτή» όχι μόνο δεν εμποδίζει την εφαρμογή της ευρωπαϊκής αλιευτικής πολιτικής, αλλά επιτρέπει ένα καθαρότερο σύστημα βασισμένο σε πραγματικά, αντικειμενικά και ελέγξιμα στοιχεία.
Η Ευρώπη ζητά βιώσιμη αλιεία, αποτελεσματικό έλεγχο, αντικειμενικά κριτήρια και ζωντανές παράκτιες κοινότητες. Αυτούς ακριβώς τους στόχους υπηρετεί και η πρότασή μας.
Το άρθρο 17 αποτελεί για τον Σύλλογό μας το κρισιμότερο σημείο του νομοσχεδίου, διότι η διατύπωση «που αποζούν από αυτή» μπορεί να μεταβάλει ουσιωδώς τα κριτήρια με τα οποία κρίνεται ποιος δικαιούται να παραμένει στην επαγγελματική αλιεία.
Η θέση μας είναι σαφής:
ΖΗΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΠΑΛΟΙΦΗ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ «ΠΟΥ ΑΠΟΖΟΥΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗ»
Δεν ζητούμε διαφορετικό ποσοστό εισοδήματος.
Δεν ζητούμε ειδική εξαίρεση για μία κατηγορία αλιέων.
Δεν ζητούμε ευνοϊκότερο καθεστώς επιδοτήσεων.
Ζητούμε να καταργηθεί ο ίδιος ο όρος «αποζούν» ως προϋπόθεση της επαγγελματικής ιδιότητας.
1. Άλλο η επαγγελματική δραστηριότητα και άλλο ο «βιοπορισμός»
Η επαγγελματική ιδιότητα πρέπει να συνδέεται με την πραγματική και νόμιμη άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητας και με την τήρηση της ειδικής αλιευτικής νομοθεσίας.
Η λέξη «αποζούν», αντιθέτως, εισάγει ένα διαφορετικό κριτήριο: από πού προέρχεται το εισόδημα που χρειάζεται ένας άνθρωπος ή μία οικογένεια για να ζήσει.
Έτσι δημιουργείται ο κίνδυνος δύο αλιείς που ασκούν ακριβώς την ίδια νόμιμη δραστηριότητα, με αντίστοιχα σκάφη και εργαλεία και τις ίδιες υποχρεώσεις έναντι της Πολιτείας, να αντιμετωπίζονται διαφορετικά επειδή ο ένας λαμβάνει σύνταξη ή διαθέτει δεύτερη νόμιμη πηγή εισοδήματος.
Δεν μπορεί η επαγγελματικότητα να κρίνεται από την οικονομική ανάγκη.
2. Ο όρος μπορεί να επαναφέρει εισοδηματικό «κλειστό επάγγελμα»
Η διατύπωση «που αποζούν από αυτή», εφόσον ερμηνευθεί ως απαίτηση κύριου ή αποκλειστικού εισοδήματος από την αλιεία, δημιουργεί έναν σοβαρό περιορισμό στην άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα του ν. 3919/2011 για την αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας και την κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων.
Δεν υποστηρίζουμε ότι η αλιεία δεν μπορεί να υπόκειται σε ειδικούς περιορισμούς. Προφανώς μπορεί και πρέπει, ιδίως για την προστασία των αλιευτικών πόρων.
Όμως κάθε περιορισμός πρέπει να υπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να είναι αναγκαίος, αντικειμενικός και αναλογικός προς τον σκοπό αυτό.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα:
Πώς προστατεύονται περισσότερο τα ιχθυαποθέματα επειδή ένας αλιέας δεν λαμβάνει σύνταξη ή δεν έχει δεύτερο νόμιμο εισόδημα;
Η σύνθεση του εισοδήματος δεν μετρά την αλιευτική πίεση.
3. Το ΜΑΑΕ έχει διαφορετικό σκοπό από την επαγγελματική άδεια του σκάφους
Δεν αμφισβητούμε τον ν. 3874/2010 ούτε τον θεσμικό ρόλο του Μητρώου Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων.
Οι αλιείς μας είναι εγγεγραμμένοι στο ΜΑΑΕ ως κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης.
Επισημαίνουμε όμως ότι άλλο είναι ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται για τους σκοπούς του ΜΑΑΕ και άλλο η ύπαρξη και διατήρηση επαγγελματικής άδειας αλιευτικού σκάφους, η οποία διέπεται από το ειδικό θεσμικό πλαίσιο της αλιείας.
Το παράδειγμα του αγρότη είναι χαρακτηριστικό:
Ένας κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης μπορεί, λόγω της σύνθεσης του εισοδήματός του, να μην πληροί σε κάποια περίοδο τις προϋποθέσεις συγκεκριμένου χαρακτηρισμού στο ΜΑΑΕ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι του αφαιρείται το τρακτέρ και ότι του απαγορεύεται να καλλιεργεί.
Γιατί λοιπόν στον μικρό παράκτιο αλιέα ένα αντίστοιχο εισοδηματικό κριτήριο να μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια του βασικού παραγωγικού μέσου της οικογενειακής επιχείρησης;
Το μικρό αλιευτικό σκάφος είναι το “τρακτέρ της θάλασσας”.
4. Ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα για τις υφιστάμενες άδειες
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν αφορά ανθρώπους που κατέχουν και ανανεώνουν νόμιμα επαγγελματικές άδειες επί δεκαετίες.
Υπάρχουν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που έχουν οργανώσει ολόκληρη την οικονομική τους ζωή γύρω από ένα επαγγελματικό σκάφος, επενδύοντας επί 10, 20, 30 ή και 40 χρόνια σε αγορά, συντήρηση, μηχανές και αλιευτικό εξοπλισμό.
Η Πολιτεία οφείλει να συνεκτιμήσει εδώ τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν μεταβάλλονται οι όροι υπό τους οποίους διατηρείται μια μακροχρόνια νόμιμη διοικητική κατάσταση.
Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ανάκληση ευμενών διοικητικών πράξεων και η νομοθετική αρχή του α.ν. 261/1968 περί εύλογου χρόνου, με το κατ’ αρχήν όριο της πενταετίας, αποτελούν επίσης στοιχεία που επιβάλλουν ιδιαίτερη προσοχή. Δεν τα επικαλούμαστε μηχανιστικά ως απόλυτη απαγόρευση κάθε μελλοντικής μεταβολής του κανονιστικού πλαισίου· τα επικαλούμαστε ως έκφραση μιας θεμελιώδους αρχής: η Διοίκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο μια νέα αίτηση και μια νόμιμη κατάσταση δεκαετιών.
5. Μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις – όχι μεγάλος βιομηχανικός στόλος
Η διάταξη θα πλήξει ιδιαίτερα τον μικρό παράκτιο στόλο: σκάφη μικρής κλίμακας που αλιεύουν κυρίως με δίχτυα και παραγάδια.
Πρόκειται συχνά για συμπλοιοκτησίες συζύγων, γονέων και παιδιών και για οικογενειακές επιχειρήσεις που κρατούν ζωντανές μικρές παράκτιες κοινωνίες.
Η οικονομική τους πραγματικότητα δεν είναι μονοδιάστατη. Η παράλληλη απασχόληση, η μικρή αγροτική δραστηριότητα ή, μετά από δεκαετίες εργασίας, η σύνταξη μπορεί να συνυπάρχουν με την πραγματική επαγγελματική αλιεία.
Η πολυδραστηριότητα στην ελληνική περιφέρεια δεν είναι απόδειξη ότι κάποιος δεν είναι αλιέας. Συχνά είναι ο τρόπος με τον οποίο επιβιώνει η ίδια η μικρή παράκτια αλιεία.
6. Ζήτημα ίσης μεταχείρισης και υγιούς ανταγωνισμού
Ο όρος «αποζούν» μπορεί επίσης να δημιουργήσει άνισες συνθήκες μεταξύ πραγματικών επαγγελματιών.
Εάν δύο αλιείς ασκούν την ίδια δραστηριότητα, υπάγονται στους ίδιους περιορισμούς, χρησιμοποιούν νόμιμα εργαλεία, δηλώνουν τα αλιεύματά τους και ελέγχονται από τα ίδια συστήματα, η διαφορετική μεταχείρισή τους αποκλειστικά λόγω της προέλευσης του υπόλοιπου εισοδήματός τους χρειάζεται ιδιαίτερα ισχυρή και αντικειμενική δικαιολόγηση.
Διαφορετικά δημιουργείται κίνδυνος αδικαιολόγητης διαφοροποίησης και στρέβλωσης των όρων υγιούς ανταγωνισμού μέσα στην ίδια επαγγελματική δραστηριότητα.
7. Τι ζητά πραγματικά η Ευρωπαϊκή Ένωση
Η ευρωπαϊκή πολιτική ελέγχου της αλιείας κινείται προς την κατεύθυνση της ψηφιακής παρακολούθησης, της καταγραφής των αλιευμάτων, της ιχνηλασιμότητας, του αποτελεσματικού ελέγχου και της επιβολής κυρώσεων για πραγματικές παραβάσεις.
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2842 ενισχύει ακριβώς αυτούς τους μηχανισμούς.
Δεν προκύπτει από αυτόν γενική υποχρέωση των κρατών μελών να αφαιρούν την επαγγελματική άδεια μικρού αλιευτικού σκάφους επειδή ο ιδιοκτήτης λαμβάνει σύνταξη ή επειδή η αλιεία δεν αποτελεί συγκεκριμένο ποσοστό του συνολικού του εισοδήματος.
Παράλληλα, η Κοινή Αλιευτική Πολιτική αναγνωρίζει την κοινωνική και οικονομική σημασία της μικρής παράκτιας αλιείας και των παράκτιων κοινοτήτων.
Επομένως, η προστασία των αλιευτικών πόρων και η προστασία της μικρής παράκτιας αλιείας δεν είναι αντίθετοι στόχοι.
ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
Ζητούμε από το άρθρο 17 να διαγραφεί πλήρως η φράση «που αποζούν από αυτή».
Η επαγγελματική ιδιότητα πρέπει να θεμελιώνεται σε σαφή, αντικειμενικά και ελέγξιμα στοιχεία της πραγματικής και νόμιμης επαγγελματικής αλιευτικής δραστηριότητας και όχι στην προέλευση ή στην αναλογία του συνολικού εισοδήματος του αλιέα.
Δεν ζητούμε προνόμιο.
Ζητούμε ο νόμιμος αλιέας να κρίνεται ως αλιέας — από το αν ασκεί νόμιμα την αλιεία και όχι από το αν έχει και άλλον νόμιμο πόρο ζωής.
Και κυρίως:
Η θάλασσα προστατεύεται ελέγχοντας την αλιευτική προσπάθεια — όχι ελέγχοντας από πού αποζεί η οικογένεια του αλιέα.
Σύλλογος Επαγγελματιών Αλιέων Παραλίας Κυριακίου
Έδρα: Κυριάκι Βοιωτίας