ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο: «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις»

Κατάσταση: Ολοκληρώθηκε
Κωδικός Διαβούλευσης: #1585
Ημ/νία Ανάρτησης: Τρίτη, 7 Ιουλίου 2026, 11:45
Η διαβούλευση έκλεισε: Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2026, 09:00
Ολοκληρώθηκε: Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2026, 14:09
Έκθεση Διαβούλευσης

Μπορείτε να δείτε την έκθεση διαβούλευσης όπως αυτή ενσωματώθηκε στη σχετική Ενότητα της τελικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης εδώ

ΜΕΡΟΣ Α’ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ (ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2024/1069) (Άρθρα 1-19)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1
Σκοπός

Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι:
α) η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024 για την προστασία των προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού από προδήλως αβάσιμες αγωγές ή καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες («στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού») (L της 16.4.2024), και
β) η επέκταση των εγγυήσεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 στις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις.

Άρθρο 2
Αντικείμενο
(άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η θέσπιση εγγυήσεων έναντι προδήλως αβάσιμων αγωγών ή καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών («Στρατηγικές Αγωγές προς Αποθάρρυνση της Συμμετοχής του Κοινού», εφεξής: «Σ.Α.Α.Σ.Κ.») σε ιδιωτικές υποθέσεις, οι οποίες στρέφονται κατά φυσικών και νομικών προσώπων λόγω του ότι προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού.

Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής
(άρθρα 2, 3 και 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

  1. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε ιδιωτικές υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών προσωρινής προστασίας και των ανταγωγών. Αφορά τόσο τις διασυνοριακές όσο και τις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις, αυτές δηλαδή όπου αμφότεροι οι διάδικοι έχουν την κατοικία ή την έδρα τους στην ημεδαπή και όλα τα λοιπά στοιχεία που αφορούν τη διαφορά εντοπίζονται αποκλειστικά σε αυτή.
  2. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε:
    α) φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις,
    β) υποθέσεις ευθύνης των οργάνων του δημοσίου για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta iure imperii),
    γ) ποινικές υποθέσεις, και
    δ) στη διαιτησία.

Άρθρο 4
Ορισμοί
(άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

Για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «Θέμα δημόσιου συμφέροντος»: κάθε ζήτημα που επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο σε βαθμό που να δικαιολογεί θεμιτό ενδιαφέρον, ιδίως στους ακόλουθους τομείς:
αα) τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή το κλίμα, αβ) δραστηριότητες φυσικού ή νομικού προσώπου που αποτελεί δημόσιο πρόσωπο στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα,
αγ) υποθέσεις υπό εξέταση από όργανα της νομοθετικής, εκτελεστικής ή δικαστικής λειτουργίας, καθώς και κάθε άλλη επίσημη διαδικασία,
αδ) ισχυρισμοί σχετικά με διαφθορά, απάτη ή άλλα ποινικά αδικήματα και διοικητικές παραβάσεις που αφορούν στα ανωτέρω θέματα,
αε) δράσεις για την προστασία των αξιών του άρθρου 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των δημοκρατικών διαδικασιών από αδικαιολόγητες παρεμβάσεις και της καταπολέμησης της παραπληροφόρησης.
β) «Καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού»: οι δικαστικές διαδικασίες οι οποίες δεν κινούνται με στόχο τη γνήσια κατοχύρωση ή άσκηση δικαιώματος, αλλά έχουν ως κύριο σκοπό τους την αποτροπή, τον περιορισμό ή την τιμωρία της συμμετοχής του κοινού, συχνά με εκμετάλλευση μιας ανισορροπίας ισχύος μεταξύ των διαδίκων, και κατά τις οποίες ασκούνται αβάσιμες αγωγές. Ενδείξεις του σκοπού αυτού αποτελούν, ιδίως, οι εξής:
βα) ο δυσανάλογος, υπερβολικός ή παράλογος χαρακτήρας της αγωγής ή μέρους αυτής, περιλαμβανομένης της υπέρμετρης αξίας του αντικειμένου της διαφοράς,
ββ) η ύπαρξη πολλαπλών διαδικασιών που κινούνται από τον ενάγοντα ή συνδεδεμένους με αυτόν διαδίκους σε σχέση με παρόμοιες υποθέσεις,
βγ) ο εκφοβισμός, η παρενόχληση ή η διατύπωση απειλών από τον ενάγοντα ή τους εκπροσώπους του, πριν από τη διαδικασία ή κατά τη διάρκειά της, καθώς και παρόμοια συμπεριφορά του ενάγοντος σε παράλληλες υποθέσεις,
βδ) η κακόπιστη χρήση δικονομικών τακτικών, όπως η παρέλκυση της διαδικασίας, η δόλια ή καταχρηστική άγρα δικαστηρίου ή η κακόπιστη διακοπή των υποθέσεων σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
γ) «Συμμετοχή του κοινού»: κάθε δήλωση ή δραστηριότητα φυσικού ή νομικού προσώπου κατά την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, στην ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης ή στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, η οποία αφορά θέματα δημόσιου συμφέροντος. Στην έννοια του παρόντος ορισμού εντάσσονται και όλες οι προπαρασκευαστικές, υποστηρικτικές ή υποβοηθητικές ενέργειες που συνδέονται άμεσα με τις δηλώσεις ή τις δραστηριότητες του πρώτου εδαφίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ

Άρθρο 5
Απόρριψη αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή αβάσιμης σε πρώιμο στάδιο
(άρθρα 6, 7, 11 και 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

  1. Ο εναγόμενος σε Σ.Α.Α.Σ.Κ. δύναται να καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου και να επιδώσει στον ενάγοντα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της αγωγής σε αυτόν, δικόγραφο αίτησης απόρριψης της αγωγής σε πρώιμο στάδιο (εφεξής: «αίτηση»), με την οποία αιτείται την απόρριψη της αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο. Με το δικόγραφο της αίτησης εκτίθενται οι λόγοι για την απόρριψη της αγωγής και προσκομίζονται τα αποδεικτικά μέσα προς τούτο.
  2. Ο ενάγων δύναται να αμφισβητήσει το παραδεκτό και τη βασιμότητα της αίτησης του εναγόμενου με την κατάθεση δικογράφου προτάσεων μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτόν του δικογράφου της αίτησης του εναγόμενου, προσκομίζοντας τα αποδεικτικά μέσα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του.
  3. Εντός δέκα (10) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας της παρ. 1, ο Πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διευθύνσεως του Πρωτοδικείου ορίζει τη δικάσιμο, τον δικαστή ή, εάν πρόκειται για υπόθεση που υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, τη σύνθεση του δικαστηρίου για την εκδίκαση της αίτησης. Η αίτηση δικάζεται από το δικαστήριο της αγωγής. Η δικάσιμος ορίζεται σε χρόνο που δεν απέχει περισσότερο από έναν (1) μήνα από την ημερομηνία ορισμού της. Οι διάδικοι, καθώς και εκείνοι που έχουν ασκήσει παρέμβαση υπέρ αυτών, κλητεύονται να παραστούν το αργότερο είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται.
  4. Ο δικαστής ή το δικαστήριο αποφαίνεται επί της αίτησης μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της συζήτησης, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Κατά τη συζήτηση, δεν εξετάζονται μάρτυρες ή οι διάδικοι και δεν χωρεί η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Η παράλειψη του ενάγοντος να αντικρούσει το αίτημα περί απόρριψης σε πρώιμο στάδιο της αγωγής, καθώς και η απουσία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
    Εάν η αίτηση γίνει δεκτή, εκδίδεται οριστική απόφαση, η οποία απορρίπτει την αγωγή ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Η απόρριψη της αίτησης γίνεται με έκδοση μη οριστικής απόφασης και η αγωγή εκδικάζεται κατά τη δικάσιμο που έχει ορισθεί κατά την κατάθεσή της.
  5. Αν η αγωγή εκδικάζεται κατά τους κανόνες της τακτικής διαδικασίας, οι προτάσεις των διαδίκων κατατίθενται το αργότερο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, η δε προσθήκη επί των προτάσεων κατατίθεται το αργότερο δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατά παρέκκλιση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Οι παρ. 3 έως 5 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται. Κατά τη δικάσιμο, είναι δυνατή η εξέταση μαρτύρων, καθώς και των διαδίκων. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας από τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη κατά την παρ. 8 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  6. Αν η αγωγή εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμόζεται το άρθρο 591 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκτός της περ. α) της παρ. 1, περί προθεσμίας για την κλήτευση των διαδίκων.

Άρθρο 6
Αναγνώριση αγωγής ως καταχρηστικής

Ο εναγόμενος και ο υπέρ αυτού παρεμβαίνων δύνανται, με τις προτάσεις που υποβάλλουν, κατά τις ειδικές διαδικασίες κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και κατά την τακτική διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 237 και 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), να αιτηθούν την αναγνώριση της αγωγής ως καταχρηστικής κατά την περ. β) του άρθρου 4. Αν γίνει δεκτός ο χαρακτηρισμός της αγωγής ως καταχρηστικής, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις του άρθρου 9, ανεξαρτήτως του λόγου απόρριψης της αγωγής.

Άρθρο 7
Βάρος απόδειξης
(άρθρο 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

  1. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από τον εναγόμενο για την απόρριψη της αγωγής ως προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο κατά το άρθρο 5, το βάρος απόδειξης του παραδεκτού ή βασίμου της αγωγής φέρει ο ενάγων.
  2. Σε περίπτωση υποβολής αιτήματος από τον εναγόμενο για την απόρριψη της αγωγής κατά το άρθρο 6, ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας της αγωγής.

Άρθρο 8
Εγγυοδοσία για τα δικαστικά έξοδα
(άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου που υποβάλλεται με τις προτάσεις, μπορεί να υποχρεώσει τον ενάγοντα να παράσχει εγγυοδοσία για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του στα έξοδα. Το δικαστήριο καθορίζει το ύψος και τον τρόπο παροχής της εγγυοδοσίας, καθώς και την προθεσμία για την κατάθεσή της. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται τα άρθρα 171 και 172 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).

Άρθρο 9
Κυρώσεις έναντι καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών
(άρθρα 14 και 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

  1. Σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, ο ενάγων υποχρεούται σε καταβολή των εξόδων του εναγομένου, κατά το άρθρο 189 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Ως προς την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και του τεχνικού συμβούλου, επιδικάζεται ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο από το δικαστήριο, κατόπιν συνεκτίμησης της αμοιβής που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε και της οικονομικής δυνατότητας των διαδίκων. Για την κατανομή των εξόδων εφαρμόζεται το άρθρο 178 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 179 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζεται. Τα έξοδα της παρούσας, στο μέτρο που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή και υποστήριξη της δικαστικής διαδικασίας, επιβάλλονται σε βάρος του ενάγοντος ακόμη και σε περίπτωση παραίτησης από την αγωγή, περιορισμού του αιτήματος ή ανάκλησης διαδικαστικής πράξης εκ μέρους του, ενώ εφαρμόζεται το άρθρο 192 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για τον προσδιορισμό και την εκκαθάριση του ποσού των εξόδων που πρέπει να αποδοθούν, εφαρμόζονται τα άρθρα 190 και 191 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  2. Το δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, να διατάξει τη δημοσίευση της απόφασης σε δύο (2) ημερήσιες πανελλαδικές εφημερίδες και στις ιστοσελίδες τους, οι οποίες είναι πιστοποιημένες στα Μητρώα Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου του ν. 5005/2022 (Α’ 236), αντίστοιχα, με δαπάνη του ηττηθέντος ενάγοντος.
  3. Το δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, να επιβάλει στον ενάγοντα χρηματική ποινή, η οποία ορίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί του αιτήματος της αγωγής ή σε ποσό ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αν η διαφορά δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα. Για την επιμέτρηση συνεκτιμάται η οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Τα ποσά της χρηματικής ποινής είναι δημόσια έσοδα και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α΄ 190). Αντίγραφο της τελεσίδικης απόφασης κοινοποιείται αμελλητί, με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου, στην αρμόδια φορολογική αρχή για τη βεβαίωση και είσπραξη της χρηματικής ποινής.

Άρθρο 10
Ένδικα μέσα
(άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

Η απόφαση επί της αίτησης, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη σε πρώιμο διαδικαστικό στάδιο, κατά το άρθρο 5, υπόκειται μόνο σε έφεση. Αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία κατάθεσης της έφεσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Αν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία είναι εξήντα (60) ημέρες. Η έφεση εκδικάζεται κατά προτεραιότητα στην πλησιέστερη δυνατή δικάσιμο.

Άρθρο 11
Ειδικές διατάξεις για τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων

Αν από το δικόγραφο της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων ή της προσωρινής διαταγής προκύπτουν ενδείξεις ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή το αίτημα προσωρινής διαταγής είναι προδήλως απαράδεκτα ή αβάσιμα και καταχρηστικά κατά την έννοια της περ. β) του άρθρου 4, ο δικαστής προβαίνει στην εκδίκασή τους μόνο εφόσον έχει προηγηθεί η κλήτευση του καθ’ ου η αίτηση. Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη ενδείξεων κατάχρησης κατά την περ. β) του άρθρου 4, η συζήτηση προσδιορίζεται στην κατά το δυνατόν συντομότερη δικάσιμο. Σχετικό αίτημα μπορεί να υποβάλει ο καθ’ ου με αυτοτελές δικόγραφο ή προφορικά κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ή του αιτήματος προσωρινής διαταγής. Τα άρθρα 8 και 9 εφαρμόζονται αναλόγως.

Άρθρο 12
Παρέμβαση υπέρ του εναγόμενου επί προδήλως απαράδεκτης, αβάσιμης ή καταχρηστικής αγωγής ή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων

  1. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 5, 6 και 11 επιτρέπεται η υπέρ του εναγομένου άσκηση παρέμβασης και από ενώσεις, οργανώσεις, συνδικαλιστικούς φορείς ή άλλες νομικές οντότητες που, σύμφωνα με το καταστατικό τους, έχουν ως αποστολή την προάσπιση ή προώθηση των δικαιωμάτων φυσικών ή νομικών προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού. Εφόσον η παρέμβαση ασκηθεί κατά την εφαρμογή του άρθρου 5, οι έννομες συνέπειές της διατηρούνται κατά την τυχόν συνέχιση της κύριας δίκης.
  2. Για την άσκηση της παρέμβασης από τους φορείς της παρ. 1 απαιτείται
    ρητή συναίνεση ή έγκριση του εναγομένου ή του καθ’ ού η αίτηση, η οποία χορηγείται κατά τη συζήτηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΤΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ

Άρθρο 13
Δωσιδικία περιουσιακών αξιώσεων λόγω στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), προστίθεται άρθρο 40Α ως εξής:

«Άρθρο 40Α
Δωσιδικία περιουσιακών αξιώσεων λόγω στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού

Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την κατοικία ή την έδρα του, αντίστοιχα, στην ημεδαπή και κατά του οποίου έχουν κινηθεί καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού ενώπιον ημεδαπού ή αλλοδαπού δικαστηρίου, δύναται να ζητήσει από τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας ή έδρας του, αποζημίωση για τη ζημία και τα έξοδα που προέκυψαν από τη διαδικασία αυτή.».

Άρθρο 14
Άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης – Τροποποίηση άρθρου 323 και παρ. 3 άρθρου 905 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
(άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

  1. Στο άρθρο 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), περί ισχύος αποφάσεων αλλοδαπών πολιτικών δικαστηρίων, προστίθεται περ. 6) και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 323 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 323

Με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα χωρίς άλλη διαδικασία εφόσον:
1) αποτελεί δεδικασμένο σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε,
2) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,
3) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,
4) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου,
5) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη και
6) δεν πρόκειται για αλλοδαπή δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού κατά φυσικού ή νομικού προσώπου.».

  1. Στην παρ. 3 του άρθρου 905 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί κήρυξης αλλοδαπού τίτλου ως εκτελεστού, οι λέξεις «αριθ. 2 έως 5» αντικαθίστανται από τις λέξεις «αριθ. 2 έως 6» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Αν ο αλλοδαπός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να κηρυχθεί εκτελεστός πρέπει να συντρέχουν και οι όροι του άρθρου 323 αριθ. 2 έως 6.».

Άρθρο 15
Διατάξεις για τις διαφορές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές – Προσθήκη άρθρου 622Γ στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), προστίθεται άρθρο 622Γ ως εξής:

«Άρθρο 622Γ

  1. Στις διαφορές της παρ. 7 του άρθρου 614 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, επί ποινή απαραδέκτου της αγωγής.
  2. Το άρθρο 591 εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για τις στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού.».

Άρθρο 16
Εκδίκαση απαιτήσεων από αστική ευθύνη του τύπου – Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου μόνου ν. 1178/1981

Στην παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 (Α΄ 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου, οι λέξεις «των άρθρων 663 επ. Κ.Πολ.Δ.,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περιουσιακών διαφορών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182)» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Οι κατά το άρθρο αυτό απαιτήσεις, εφόσον δεν προβλέπεται ειδικότερη ρύθμιση στον παρόντα νόμο, εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182).».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17
Συλλογή δεδομένων και ενημέρωση του κοινού
(άρθρα 19 και 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

  1. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, μέσω του Αυτοτελούς Τμήματος Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων, υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε ετήσια βάση, τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα σχετικά με τις αιτήσεις και τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν τις δικονομικές εγγυήσεις και τα μέσα έννομης προστασίας του παρόντος νόμου.
  2. Τα δεδομένα της παρ. 1 διαβιβάζονται σε συγκεντρωτική μορφή και περιλαμβάνουν:
    α) τον αριθμό των καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού, οι οποίες κινήθηκαν κατά το έτος αναφοράς,
    β) τον αριθμό των δικαστικών διαδικασιών, ταξινομημένων ανά κατηγορία εναγομένου, όπως δημοσιογράφος, εκδότης ή μέσο μαζικής ενημέρωσης,
    γ) τον αριθμό των αγωγών που απορρίφθηκαν σε πρώιμο στάδιο,
    δ) το ύψος των αιτηθεισών αποζημιώσεων και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, στις περιπτώσεις αγωγών που έγιναν αποδεκτές, εν όλω ή εν μέρει,
    ε) τη διάρκεια των διαδικασιών σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
  3. Εκτός από τα στοιχεία της παρ. 2, το Υπουργείο Δικαιοσύνης μεριμνά για τη συλλογή και τη διαβίβαση διαθέσιμων συμπληρωματικών δεδομένων και ιδίως:
    α) του είδους της νομικής βάσης και της αγωγής ή αξίωσης που χρησιμοποιήθηκε για την κίνηση των εν λόγω διαδικασιών,
    β) του είδους του ενάγοντος, όπως πολιτικού, εταιρείας, αλλοδαπής οντότητας,
    γ) της ύπαρξης διασυνοριακών στοιχείων στις υποθέσεις αυτές.
  4. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης μεριμνά για την παροχή επικαιροποιημένων πληροφοριών σχετικά με τα στατιστικά δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 3. Τα δεδομένα αυτά αναρτώνται στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε άλλη ηλεκτρονική πύλη, σε ενιαίο και κεντρικό σημείο πληροφόρησης που λειτουργεί υπό την ευθύνη του Αυτοτελούς Τμήματος Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων, σε εύκολα προσβάσιμη μορφή, καθώς και στο Μητρώο Ανοικτών Δεδομένων του Δημοσίου του άρθρου 67 του ν. 4727/2020 (Α’ 184), σε εύκολα προσβάσιμη, ανοικτή και μηχαναγνώσιμη μορφή, με σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας και της δημόσιας πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος Μέρους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 18
Εξουσιοδοτικές διατάξεις

  1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης δύναται να ρυθμίζονται ο τρόπος, η διαδικασία, η περιοδικότητα και το χρονοδιάγραμμα συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων, η περαιτέρω εξειδίκευση και ομαδοποίησή τους, η μορφή και το περιεχόμενο των διαβιβαζόμενων δεδομένων, τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων και για τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ή τεχνικό θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου 17.
  2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται η μορφή, η δομή και το περιεχόμενο του κεντρικού σημείου πληροφόρησης, ο τρόπος συγκέντρωσης, επικαιροποίησης και παρουσίασης των πληροφοριών, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τροφοδότηση και διαχείριση του περιεχομένου, η ειδικά οριζόμενη ηλεκτρονική πύλη, εφόσον δεν χρησιμοποιείται η επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό ή οργανωτικό ζήτημα αναγκαίο για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17.

Άρθρο 19
Σχέσεις με διμερείς και πολυμερείς συμβάσεις και συμφωνίες – Συμπληρωματική εφαρμογή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
(άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069)

  1. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν θίγουν την εφαρμογή διμερών ή πολυμερών συμβάσεων και συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ τρίτου κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ελλάδας πριν από τις 6 Μαΐου 2024.
  2. Κάθε άλλο ζήτημα, το οποίο δεν ρυθμίζεται ειδικώς από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182).

Δημοσιευμένα σχόλια
ΕΙΗΕΑ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
20 Ιούλ 2026, 08:40
Σύνδεσμος σχολίου
Παρατηρήσεις της Ε.Ι.Η.Ε.Α. επί του σχεδίου νόμου «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 - Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις - Λοιπές διατάξεις»

Η ουσιαστική συμμετοχή του Τύπου στο δημόσιο διάλογο προϋποθέτει τη δυνατότητα των εφημερίδων να ερευνούν, να αξιολογούν και να δημοσιοποιούν πληροφορίες επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος χωρίς η δικαστική διαδικασία να χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως μέσο περιορισμού της αποστολής τους. Η προστασία των εκδοτικών επιχειρήσεων, των εκδοτών και των συντακτών τους από στρατηγικές αγωγές συνδέεται, άμεσα με την ελευθεροτυπία και με το δικαίωμα του κοινού σε έγκυρη και ανεξάρτητη ενημέρωση. Η Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών υποστηρίζει τη στοχοθεσία του Μέρους Α΄ του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου. Ιδιαίτερη σημασία έχει η επέκταση των εγγυήσεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069 και στις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, η πρόβλεψη διαδικασίας πρώιμης απόρριψης, η ειδική ρύθμιση του βάρους απόδειξης, η επιβολή κυρώσεων και η δυνατότητα θεσμικής συνδρομής φορέων που προασπίζονται τα δικαιώματα των προσώπων που συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο συνιστούν κρίσιμες εγγυήσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή του νέου πλαισίου.
Με γνώμονα την κατά το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή του νέου πλαισίου, η Ε.Ι.Η.Ε.Α. θέτει υπόψη σας τις ακόλουθες παρατηρήσεις και προτάσεις:
1. Άρθρα 4, 5 και 7 – Κριτήρια πρώιμης απόρριψης και βάρος απόδειξης
Η Οδηγία προβλέπει την απόρριψη προδήλως αβάσιμων αγωγών σε πρώιμο στάδιο και την αναγνώριση της δικαστικής διαδικασίας ως καταχρηστικής. Η πρώτη προϋποθέτει, κατά τα άρθρα 11 και 12 και τις αιτιολογικές σκέψεις 37 έως 39, ταχεία αλλά κατάλληλη εξέταση της βασιμότητας της αγωγής· η δεύτερη στηρίζεται στον σκοπό της διαδικασίας και στις ενδείξεις του άρθρου 4. Το σχέδιο νόμου επεκτείνει θεμιτά την πρώιμη απόρριψη και στις προδήλως απαράδεκτες αγωγές. Απαιτείται, ωστόσο, σαφέστερη αποτύπωση των κριτηρίων της πρώιμης απόρριψης και ρητή πρόβλεψη ότι, κατά την αξιολόγηση της αγωγής, το δικαστήριο συνεκτιμά το σύνολο των ενδείξεων καταχρηστικότητας του άρθρου 4. Οι ενδείξεις αυτές, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο, τη θεμελίωση, το ύψος και την έκταση των προβαλλόμενων αξιώσεων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του προδήλου χαρακτήρα της αβασιμότητας ή του απαραδέκτου και για την έγκαιρη ενεργοποίηση των προβλεπόμενων δικονομικών εγγυήσεων.
Κεντρική επιλογή της Οδηγίας είναι ότι, όταν ζητείται πρώιμη απόρριψη, ο ενάγων οφείλει να τεκμηριώσει την αγωγή του σε βαθμό που να επιτρέπει στο δικαστήριο να κρίνει ότι αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη. Υπό το πρίσμα αυτό, η υποχρέωση της παρ. 1 του άρθρου 5 να προσκομίζει ο εναγόμενος αποδεικτικά μέσα με την αίτησή του πρέπει να απαλειφθεί ως υποχρεωτική προϋπόθεση. Για την ενεργοποίηση της διαδικασίας αρκεί η ειδική και αιτιολογημένη επίκληση των λόγων πρώιμης απόρριψης και, κατά περίπτωση, των αντικειμενικών ενδείξεων του άρθρου 4. Η προσκόμιση στοιχείων από τον εναγόμενο μπορεί να επιτρέπεται, δεν πρέπει όμως να μετατρέπεται σε προϋπόθεση παραδεκτού ή ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης, διότι έτσι αποδυναμώνεται στην πράξη η κατανομή του βάρους απόδειξης του άρθρου 12 της Οδηγίας.
Ως ευνοϊκότερη εθνική εγγύηση κατά το άρθρο 3 της Οδηγίας, προτείνεται επίσης η αναδιατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 7: εφόσον ο εναγόμενος επικαλείται συγκεκριμένες αντικειμενικές ενδείξεις του άρθρου 4, πρέπει να δημιουργείται μαχητό τεκμήριο καταχρηστικότητας και να βαρύνει τον ενάγοντα η ανατροπή του, με την τεκμηρίωση ότι η διαδικασία αποβλέπει στη γνήσια κατοχύρωση ή άσκηση δικαιώματος. Η υφιστάμενη απαίτηση να αποδείξει ο εναγόμενος τον σκοπό του αντιδίκου του καθιστά υπέρμετρα δυσχερή την ενεργοποίηση της προστασίας. Πρέπει, τέλος, σύμφωνα και με την αιτιολογική σκέψη 37, να προβλεφθεί ρητά ότι η απόρριψη της αίτησης πρώιμης απόρριψης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη αναγνώριση της διαδικασίας ως καταχρηστικής και της αβασιμότητας /απαραδέκτου της αγωγής.
2. Άρθρο 9 – Έξοδα νομικής εκπροσώπησης
Προτείνεται να απαλειφθεί από την παρ. 1 του άρθρου 9 το κριτήριο της «οικονομικής δυνατότητας των διαδίκων» κατά την επιδίκαση της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και του τεχνικού συμβούλου. Το άρθρο 14 της Οδηγίας προβλέπει την επιδίκαση του συνόλου των εξόδων νομικής εκπροσώπησης στα οποία υποβλήθηκε ο εναγόμενος, εκτός εάν αυτά είναι υπερβολικά, χωρίς να προβλέπει συνεκτίμηση της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων. Η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 42 ως παράμετρος επιμέτρησης των κυρώσεων ή άλλων ισοδύναμων μέτρων και όχι ως κριτήριο περιορισμού των αποδοτέων εξόδων. Η διατήρηση του κριτηρίου αυτού ως διατυπώνεται, ενδέχεται να μετακυλίσει στον εναγόμενο μέρος του κόστους μιας διαδικασίας που αναγνωρίστηκε ως καταχρηστική, κατά παρέκκλιση από την πλήρη κάλυψη που επιδιώκει το άρθρο 14 της Οδηγίας.
3. Άρθρα 8 και 9 – Παραίτηση ή μεταγενέστερη τροποποίηση της αγωγής
Το άρθρο 8 της Οδηγίας διασφαλίζει ότι η μεταγενέστερη τροποποίηση ή απόσυρση της αγωγής δεν θίγει τη δυνατότητα του εναγόμενου να ζητήσει τα μέσα έννομης προστασίας του Κεφαλαίου IV. Η παρ. 1 του άρθρου 9 του σχεδίου νόμου διατηρεί ρητώς μόνο την επιδίκαση των εξόδων σε περίπτωση παραίτησης, περιορισμού του αιτήματος ή ανάκλησης διαδικαστικής πράξης, χωρίς να ρυθμίζει με αντίστοιχη σαφήνεια την επιβολή των κυρώσεων των παρ. 2 και 3.
Απαιτείται, επομένως, ρητή πρόβλεψη ότι οι ανωτέρω ενέργειες δεν καταργούν τη δίκη κατά το μέρος που αφορά τα μέσα προστασίας του εναγόμενου και ότι το επιληφθέν δικαστήριο διατηρεί την αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτών. Η συμπλήρωση αυτή είναι αναγκαία για την πλήρη ενσωμάτωση του άρθρου 8 και για τη διατήρηση του αποτρεπτικού χαρακτήρα των κυρώσεων, ακόμη και όταν η κύρια αξίωση αποσύρεται ή μεταβάλλεται.
4. Άρθρο 12 – Παρέμβαση και αυτοτελής παροχή πληροφοριών προς το δικαστήριο
Το άρθρο 9 της Οδηγίας προβλέπει δύο διακριτές και συμπληρωματικές δυνατότητες συμμετοχής των ενώσεων, οργανώσεων και λοιπών φορέων: την υποστήριξη του εναγόμενου, με την έγκρισή του, και την παροχή πληροφοριών κατά τη δικαστική διαδικασία. Η αιτιολογική σκέψη 35 διευκρινίζει ότι η ειδική εμπειρογνωμοσύνη των φορέων αυτών μπορεί να αξιοποιείται μέσω της παροχής πληροφοριών, της παρέμβασης υπέρ του εναγόμενου ή άλλης μορφής συμμετοχής που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.
Το άρθρο 12 του σχεδίου νόμου κατοχυρώνει ορθώς τη δυνατότητα παρέμβασης, δεν αποτυπώνει όμως την αυτοτελή δυνατότητα παροχής πληροφοριών προς το δικαστήριο. Προτείνεται, συνεπώς, η συμπλήρωσή του, ώστε, ανεξαρτήτως της άσκησης παρέμβασης, οι φορείς της παρ. 1 να μπορούν να καταθέτουν στη γραμματεία του επιληφθέντος δικαστηρίου υπόμνημα με πληροφορίες, στοιχεία και δεδομένα, συναφή με την υπόθεση. Το υπόμνημα θα κατατίθεται στη γραμματεία, θα είναι προσβάσιμο από τους διαδίκους, με δυνατότητα αντίκρουσης εντός της νόμιμης προθεσμίας, και θα συνεκτιμάται από το δικαστήριο κατά την κρίση του επί της προδήλου αβασιμότητας ή του καταχρηστικού χαρακτήρα της διαδικασίας.
5. Άρθρο 17 – Ενιαίο σημείο πληροφόρησης και δημοσίευση αποφάσεων
Το ενιαίο σημείο πληροφόρησης του άρθρου 17 δεν πρέπει να περιορίζεται στα στατιστικά δεδομένα. Κατά το άρθρο 19 της Οδηγίας και τη Σύσταση (ΕΕ) 2022/758, πρέπει να παρέχει επικαιροποιημένες πληροφορίες για τις διαθέσιμες δικονομικές εγγυήσεις, τα μέσα έννομης προστασίας, τη νομική συνδρομή και τα υφιστάμενα μέτρα υποστήριξης, καθώς και κάθε διαθέσιμη πληροφορία. Πρέπει, επίσης, να ενσωματωθεί η ειδική υποχρέωση του άρθρου 19 παρ. 3 της Οδηγίας για δημοσίευση, σε εύκολα προσβάσιμη ηλεκτρονική μορφή και με τήρηση των κανόνων προστασίας δεδομένων, των σχετικών αποφάσεων των εφετείων ή των ανώτατων δικαστηρίων.
6. Μεταβατική διάταξη
Το σχέδιο νόμου δεν περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη για τις υποθέσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του. Η παράλειψη αυτή περιορίζει ουσιωδώς την εμβέλεια των θεσπιζόμενων εγγυήσεων, καθώς αποκλείει από την προστασία τους πρόσωπα κατά των οποίων έχουν ήδη κινηθεί διαδικασίες με χαρακτηριστικά στρατηγικής αγωγής. Ιδίως η προθεσμία του άρθρου 5, η οποία εκκινεί από την επίδοση της αγωγής, καθιστά αδύνατη την άσκηση αίτησης πρώιμης απόρριψης όταν η επίδοση έχει προηγηθεί της έναρξης ισχύος του νόμου.
Η Οδηγία δεν αποκλείει την εφαρμογή των προστατευτικών εγγυήσεων σε εκκρεμείς υποθέσεις. Αντιθέτως, το άρθρο 3 παρ. 1 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις και αποτελεσματικότερες δικονομικές εγγυήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η προσθήκη ειδικής μεταβατικής διάταξης, με την οποία οι διατάξεις για την πρώιμη απόρριψη, το βάρος απόδειξης, την αναγνώριση της διαδικασίας ως καταχρηστικής, τα μέσα προστασίας του εναγόμενου και τη θεσμική συνδρομή των φορέων θα εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου. Για τις υποθέσεις στις οποίες δεν έχει παρέλθει το στάδιο στο οποίο μπορεί να εξεταστεί η αγωγή σε πρώτο βαθμό πρέπει να προβλεφθεί νέα προθεσμία για την υποβολή της αίτησης του άρθρου 5, με αφετηρία την έναρξη ισχύος του νόμου. Στις λοιπές εκκρεμείς υποθέσεις πρέπει να διασφαλιστεί, με διαδικασία προσαρμοσμένη στο αντίστοιχο στάδιο της δίκης, η δυνατότητα υποβολής αιτήματος αναγνώρισης της διαδικασίας ως καταχρηστικής και εφαρμογής των αντίστοιχων μέτρων προστασίας.

Η αποτελεσματική εφαρμογή του νέου πλαισίου προϋποθέτει τη συστηματική παρακολούθηση και περιοδική αξιολόγηση της επάρκειας των θεσπιζόμενων εγγυήσεων. Δεδομένου ότι τα μέλη της Ε.Ι.Η.Ε.Α. αποτελούν συστηματικά, αποδέκτες αγωγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών ρυθμίσεων, εκτιμούμε ότι η συμμετοχή της Ένωσης, ως θεσμικού φορέα εκπροσώπησης του κλάδου, στις αρμόδιες επιτροπές και ομάδες εργασίας, καθώς και στις διαδικασίες αξιολόγησης ή αναθεώρησης, είναι αναγκαία, ώστε να αξιοποιείται η άμεση εμπειρία των μελών της και να διασφαλίζεται η ουσιαστική και συνεπής βελτίωση του πλαισίου.
Ε******* Γ****** τ** G********e (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
19 Ιούλ 2026, 23:48
Σύνδεσμος σχολίου
“Παρατηρήσεις επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069, το νέο πλαίσιο συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις και λοιπές διατάξεις”

Η μεταφορά της νομοθεσίας anti-SLAPP στην ελληνική νομοθεσία είναι μια καίριας σημασίας διαδικασία για τη διασφάλιση της δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. (2) Το άρθρο 10 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ότι κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης. Για την διασφάλιση των παραπάνω η προστασία της κοινωνίας των πολιτών, των ΜΚΟ, της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας κ.ο.κ. πρέπει να διασφαλίζεται από άδικες και αβάσιμες νομικές τακτικές εκφοβισμού.

Το ελληνικό γραφείο της Greenpeace προτείνει ότι η μεταφορά της Οδηγίας στο ελληνικό πλαίσιο, προκειμένου να εναρμονιστεί με το παραπάνω πνεύμα της νομοθεσίας, οφείλει να επανεξετάσει τα παρακάτω σημεία.

Άρθρο 5: Ορισμοί

Η ρύθμιση

Το άρθρο 5 προβλέπει την ταχεία απόρριψη μόνον για τις προδήλως απαράδεκτες ή προδήλως αβάσιμες αγωγές, χωρίς όμως να ορίζει σε κανένα σημείο το περιεχόμενο των όρων αυτών.

Η ένσταση

Ελλείψει νομοθετικού ορισμού, ο δικαστής θα ανατρέξει στην πάγια νομολογιακή αντίληψη του όρου προδήλως αβάσιμη αγωγή, η οποία έχει διαμορφωθεί σε άλλα δικονομικά συμφραζόμενα και θέτει εξαιρετικά στενό και υψηλό κατώφλι. Μεταφερόμενη αυτούσια στο νέο μηχανισμό, η αντίληψη αυτή θα λειτουργήσει περιοριστικά και θα οδηγήσει στην ουσιαστική αχρήστευση της ταχείας διαδικασίας, καθόσον ελάχιστες στρατηγικές αγωγές είναι προδήλως αβάσιμες υπό τη στενή αυτή έννοια. Κατά την προσέγγιση της Συστάσεως CM/Rec(2024)2 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο όρος νοείται υπό την έννοια ότι η αγωγή είναι απίθανο να ευδοκιμήσει σε δίκη, ενώ ο Συνασπισμός κατά των SLAPP στην Ευρώπη (CASE) έχει προτείνει την ερμηνεία κατά την οποία προδήλως αβάσιμη είναι η αγωγή όταν ο ενάγων αδυνατεί να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως, ήτοι prima facie, υπόθεση ως προς κάθε ουσιώδες στοιχείο της αιτίας της αγωγής, εν όλω ή εν μέρει. Στενότερη, παραδοσιακή ερμηνεία θα παρείχε ανεπαρκή προστασία έναντι των στρατηγικών αγωγών.

Πρόταση Greenpeace

Ρητός νομοθετικός ορισμός των όρων. Εναρμόνιση του περιεχομένου των όρων με το σκοπό της Οδηγίας που αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες εξουσιαστικές δομές των Στρατηγικών Αγωγών κατά της Συμμετοχής του Κοινού, εφεξής ‘SLAPP’

Άρθρα 6 και 7: Η σημασία της απόδειξης κατά την αναγνώριση της καταχρηστικότητας

Η ρύθμιση

Το άρθρο 6 παρέχει στον εναγόμενο τη δυνατότητα να αιτηθεί, εντός της κυρίας διαδικασίας, την αναγνώριση της αγωγής ως καταχρηστικής. Το άρθρο 7 παρ. 2 επιρρίπτει σε αυτόν το βάρος αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα.

Η ένσταση

Η ένσταση αφορά αποκλειστικώς το απαιτούμενο μέτρο αποδείξεως και όχι , σε πρώτο επίπεδο, το ποιος φέρει το βάρος. Ο εκφοβιστικός ή καταχρηστικός σκοπός συνιστά υποκειμενικό στοιχείο, του οποίου η ευθεία και πλήρης απόδειξη προσεγγίζει την probatio diabolica. Εάν το βάρος του άρθρου 7 παρ. 2 ερμηνευθεί ως αξίωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως και όχι πιθανολογήσεως, η απόδειξη καθίσταται δύσκολη σε σημείο που προσεγγίζει το αδύνατο ιδίως για τον περιβαλλοντικό εναγόμενο ο οποίος στερείται προσβάσεως στα εσωτερικά στοιχεία της σφαίρας του ενάγοντος. Η ratio του μηχανισμού, ήτοι η εξισορρόπηση της ανισότητας ισχύος την οποία αναγνωρίζει ρητώς η Οδηγία, αποδυναμώνεται.

Πρόταση Greenpeace

Εναρμονισμός των άρθρων με το πνεύμα και σκοπό της Οδηγίας ώστε να λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψιν οι διαφορές ισχύος που αυτή αναγνωρίζει ή θέσπιση μεταθέσεως του βάρους αποδείξεως στον ενάγοντα μετά την πιθανολόγηση των ενδείξεων εκ μέρους του εναγομένου.

Άρθρο 9: Το ύψος της χρηματικής ποινής και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της

Η ρύθμιση

Το άρθρο 9 παρ. 3 προβλέπει χρηματική ποινή προσδιοριζόμενη σε ποσοστό ένα τοις εκατό επί του αιτήματος της αγωγής, ή σε ποσόν πέντε χιλιάδων ευρώ εάν η διαφορά δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα, αποδιδόμενη ως δημόσιο έσοδο. Κατά την επιμέτρηση συνεκτιμάται η οικονομική κατάσταση των διαδίκων.

Η ένσταση

Διευκρινίζεται ότι δεν αμφισβητείται η ύπαρξη ή η δομή της κυρώσεως, η οποία είναι σύμφωνη με την Οδηγία. Από το άρθρο 15, το οποίο ρητώς μνημονεύει ο τίτλος του άρθρου 9 και το οποίο αναγνωρίζει ρητώς την ανισορροπία ισχύος στις αγωγές ΣΑΑΣΚ προκύπτει η εύλογη ανάγκη να υπάρξουν κυρώσεις αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Η βάση υπολογισμού είναι η αξία του αιτήματος και όχι η οικονομική δυνατότητα του ενάγοντος. Συνεπώς, ισχυρός οικονομικά ενάγων που ασκεί αγωγή χαμηλής αξίας, όπου το ένα τοις εκατό είναι ελάχιστο, ή μη αποτιμητής αξίας, όπου εφαρμόζεται το σταθερό ποσόν των πέντε χιλιάδων ευρώ, υπόκειται σε αμελητέα κύρωση που διαφωνεί με την ουσία του άρθρου 15 και το πνεύμα της Οδηγίας. Πρόκειται για μορφή συνήθη στις στρατηγικές αγωγές κατά περιβαλλοντικών φορέων, όπου συχνά επιδιώκεται η απαγόρευση ή η ανάκληση δηλώσεων και όχι χρηματική ικανοποίηση. Το ποσόν αυτό δύναται να αποτελεί απλώς αποδεκτό κόστος για την επίτευξη του εκφοβισμού, οπότε η κύρωση απεκδύεται τον αποτρεπτικό της χαρακτήρα. Η πρόβλεψη περί συνεκτιμήσεως της οικονομικής καταστάσεως κατά την επιμέτρηση δεν θεραπεύει το ζήτημα, καθόσον η βάση υπολογισμού παραμένει καθηλωμένη.

Πρόταση Greenpeace

Αναπροσαρμογή της κυρώσεως ώστε να είναι γνησίως αποτρεπτική, με σύνδεση της βάσης υπολογισμού με την οικονομική δυνατότητα του ενάγοντος και τη βαρύτητα του αποτρεπτικού αποτελέσματος, και ιδίως αναθεώρηση του σταθερού ποσού για τις μη αποτιμητές διαφορές, ενδεχομένως δια καθιερώσεως ελαχίστου ορίου αντί καθηλωμένου ποσού.

Άρθρο 12: Ρητή συναίνεση

Η ρύθμιση

Επιτρέπεται η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου εκ μέρους φορέων. Απαιτείται ρητή συναίνεση του εναγομένου, χορηγούμενη, κατά το γράμμα του νόμου, κατά τη συζήτηση.

Η ένσταση

Δεν αμφισβητείται η ίδια η απαίτηση συναινέσεως, η οποία ευλόγως προστατεύει την αυτονομία του εναγομένου ώστε να μην του επιβληθεί ανεπιθύμητη υποστήριξη. Η ένσταση αφορά αποκλειστικώς τον τύπο της συναίνεσης.

Η συναίνεση ανάγεται σε όρο του παραδεκτού της παρεμβάσεως. Τυχόν ερημοδικία ή κώλυμα του εναγομένου ή/και δικηγόρου καθιστά απαράδεκτη την ήδη προπαρασκευασθείσα παρέμβαση. Η αυτονομία του εναγομένου, την οποία η ρύθμιση ορθώς προστατεύει, διασφαλίζεται εξίσου πλήρως δια προηγούμενης εγγράφου συναινέσεως, χωρίς να εκτίθεται η υποστήριξη στον κίνδυνο αυτόν.

Πρόταση Greenpeace

Ρητή πρόβλεψη ότι η συναίνεση του εναγομένου δύναται να χορηγηθεί εγγράφως προ της συζητήσεως, προσαρτωμένη στο δικόγραφο της παρεμβάσεως, ώστε το παραδεκτό να κατοχυρώνεται εγκαίρως και να μην εξαρτάται από την παρουσία του εναγομένου κατά τη δικάσιμο.

Άρθρο 27: Εγγυητική Επιστολή

Η ρύθμιση

Για την εκτέλεση χρηματικής απαίτησης κατά δημόσιου φορέα απαιτείται, κατά κανόνα, η προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής τράπεζας.

Η ένσταση

Η απαίτηση ισόποσης εγγυητικής επιστολής μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικό εμπόδιο για μια οργάνωση ή πολίτη που επιδιώκει να εκτελέσει επιδικασθέντα έξοδα ή αποζημίωση κατά του Δημοσίου. Κίνδυνος ο νικήσας διάδικος να μην δικαιωθεί ουσιαστικά σε μία ήδη πολυέξοδη διαδικασία.

Πρόταση Greenpeace

Απαλλαγή ή σημαντική μείωση της εγγυητικής επιστολής.


Γενικές Παρατηρήσεις επί του συνόλου του Νομοσχεδίου

Η Άγρια Πανίδα και η συμπερίληψή της ή μη

«Θέμα δημόσιου συμφέροντος»: κάθε ζήτημα που επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο σε βαθμό που να δικαιολογεί θεμιτό ενδιαφέρον, ιδίως στους ακόλουθους τομείς:
αα) τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή το κλίμα” Τίθεται ερώτημα σχετικά με την συμπερίληψη και της άγριας ζωής στην κατηγορία “περιβάλλον ή κλίμα”. Στην περίπτωση υπεράσπισης άγριας πανίδας (ορνιθοπανίδα, κητώδη, θαλάσσια πανίδα) πώς προστατεύεται αυτή η δράση από την anti-SLAPP Οδηγία αν δεν συμπεριλαμβάνεται ρητά και αποδεδειγμένα στην κατηγορία περιβάλλον-κλίμα;

Το Δημόσιο Συμφέρον

Σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο όρος «δημόσιο συμφέρον» θα πρέπει «να ερμηνεύεται με ευρεία έννοια», ώστε να καλύπτει «όλα τα ζητήματα που επηρεάζουν και απασχολούν το κοινό, συμπεριλαμβανομένων των αμφιλεγόμενων ζητημάτων». Σύμφωνα με αυτό, ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η «δικαστική διαμάχη για το δημόσιο συμφέρον» αποτελεί από μόνη της μια μορφή συμμετοχής του κοινού⁶ και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξαιρείται από οποιαδήποτε μέτρα κατά των SLAPP (πράγματι, όσοι εμπλέκονται σε δικαστικές διαμάχες για το δημόσιο συμφέρον θα πρέπει οι ίδιοι να προστατεύονται από τυχόν αντίποινα SLAPP). Εάν χρειαστεί, αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ρητά στις εθνικές νομοθεσίες.

Αναστολή Διαδικασιών

Η διαδικασία θα πρέπει να αναστέλλεται αυτόματα εν αναμονή της επίλυσης, διασφαλίζοντας έτσι ότι η δικαστική διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησης. Αν δεν παγώνει η κύρια διαδικασία τότε δεν προστατεύεται o εναγόμενος από τις SLAPP και το κόστος αυτών.
ΠΟΕΣΥ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
17 Ιούλ 2026, 13:48
Σύνδεσμος σχολίου
Παρατηρήσεις επί του σχεδίου νόμου
«Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία(ΕΕ) 2024/1069 –Νέο Πλαίσιο για την συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις –Λοιπές διατάξεις».

Με την Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024 (2024/1069/ΕΕ) «για την προστασία των προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού από προδήλως αβάσιμες αγωγές ή καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες («στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού» προβλέφθηκαν μέτρα προστασίας έναντι των στρατηγικών αγωγών, οι οποίες αποσκοπούν στην αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σε θέματα δημοσίου συμφέροντος (Slapps). Πρόκειται επί της ουσίας για αγωγές, οι οποίες εγείρονται σε βάρος προσώπων, που ασκούν κριτική σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι με σκοπό την παροχή δικαστικής προστασίας αλλά προκειμένου να σιωπήσουν την κριτική αυτή, εργαλειοποιώντας επί της ουσίας την δικαιοσύνη. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ οι αγωγές αυτές συνήθως τηρούν τις δικονομικές προϋποθέσεις, που θεσπίζει η εθνική νομοθεσία, στην πραγματικότητα ασκούνται με τρόπο καταχρηστικό, αφού είτε ζητούν την επιδίκαση υπέρμετρων αποζημιώσεων είτε λόγω της υπέρτερης οικονομικής ή πολιτικής ισχύος του ενάγοντος επιχειρείται να παύσει η άσκηση οποιασδήποτε κριτικής.
Οι δημοσιογράφοι ανήκουν ίσως στην κατηγορία των προσώπων, που η άσκηση κριτικής και η δημοσιοποίηση γεγονότων και κρίσεων αποτελεί όχι μόνο προσωπική επιλογή αλλά και αναγκαίος όρος για την άσκηση του λειτουργήματος τους. Υπό την έννοια αυτή, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή πυρός, όντες εκτεθειμένοι σε στρατηγικές αγωγές, που μοναδικό σκοπό έχουν να ενσπείρουν φόβο, επιβάλλοντας αυτολογοκρισία στον Τύπο. Οι κίνδυνοι δε μίας τέτοιας κατηγορίας αγωγών για την ελευθερία του Τύπου είναι προφανείς και θίγουν τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Αναγνωρίζοντας τους κινδύνους, που εγείρουν αυτού του είδους οι αγωγές, ο κοινοτικός νομοθέτης, αφενός αναγνώρισε την ύπαρξη στρατηγικών αγωγών και αφετέρου θέσπισε μία σειρά κανόνων για την αποτροπή τους. Είναι προφανές, ότι τα κράτη μέλη, έχουν την δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα και τον τρόπο, που θα παρέχουν προστασία στα πρόσωπα, που ασχολούνται με την άσκηση κριτικής, αφού οι Κοινοτικές Οδηγίες παρέχουν ευχέρεια στα κράτη μέλη να επιλέξουν μεταξύ περισσότερων μέτρων κατά την θέσπιση των κανόνων ενσωμάτωσης μίας Κοινοτικής Οδηγίας.
Το κρίσιμο, ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ότι η κοινοτική Οδηγία αφορά αποκλειστικά και μόνο σε διασυνοριακές περιπτώσεις, κατά την ρητή διατύπωση του άρθρου 1 αυτής «Η παρούσα οδηγία παρέχει εγγυήσεις έναντι προδήλως αβάσιμων αγωγών ή καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις οι οποίες στρέφονται κατά φυσικών και νομικών προσώπων λόγω του ότι προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού». Τούτο δε είναι προφανές, αφού το κοινοτικό δίκαιο, κατά κανόνα διέπει διαφορές διασυνορικού χαρακτήρα. Υπό την έννοια αυτή, ο κύκλος των διαφορών, στις οποίες θα μπορούσε να εφαρμοστεί η κοινοτική Οδηγία είναι μάλλον περιορισμένος. Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο, ωστόσο, ο κύκλος αυτός διαφορών διευρύνεται κατά τρόπο, ώστε να καταλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις στρατηγικών αγωγών εισάγοντας και θεσπίζοντας ενιαία ένα δικονομικό πλαίσιο, για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων αυτών. Ο νομοθέτης με τον τρόπο αυτό, αποδίδει την σπουδαιότητα, που απαιτείται στις στρατηγικές αγωγές, μη περιοριζόμενος στην απλή μεταφορά των κανόνων εφαρμογής της Κοινοτικής Οδηγίας αλλά διευρύνοντας το πεδίο αυτής, όπως εξάλλου δύναται να πράξει.
Όπως προκύπτει από την μελέτη «Strategic Lawsuits Against Public Participation (SLAPP) in the European Union A comparative study» του EU-CITZEN: ACADEMIC NETWORK ON EUROPEAN CITIZENSHIP RIGHTS, σε καμία από τις χώρες της ΕΕ δεν υφίσταται ειδική νομοθεσία για τις στρατηγικές αγωγές ενώ ζητήματα αυτού του είδους αντιμετωπίζονται μέσω των κοινών διατάξεων, χωρίς βεβαίως την αποτελεσματικότητα, που μπορεί να διασφαλίσει ένα εξειδικευμένο νομικό πλαίσιο.
Η επιλογή του νομοθέτη να θεσπίσει ενιαία κανόνες για την αντιμετώπιση στρατηγικών αγωγών, εισάγοντας ειδικούς δικονομικούς κανόνες και για τις υποθέσεις, που δεν εμφανίζουν στοιχεία διασυνοριακότητας, είναι καινοτόμος και υπό την έννοια αυτή, βρίσκεται στην απολύτως ορθή κατεύθυνση.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 3 εδ. β του νομοσχεδίου, ρητώς προβλέπεται, ότι οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται σε διασυνοριακές και σε εθνικές στρατηγικές αγωγές.
Πρέπει από την άλλη πλευρά να επισημανθεί η ομολογουμένως λεπτή ισορροπία που υφίσταται μεταξύ της ανάγκης προστασίας των προσώπων, που ασκούν δημόσια κριτική αλλά και του εξίσου θεμελιώδους δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας σε πρόσωπα, που θίγονται. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου, ότι το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται τόσο συνταγματικά όσο και σε πλειάδα διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμικών κειμένων.
Στην κατεύθυνση αυτή, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο διασφαλίζεται αφενός η δικαστική προστασία θιγόμενων προσώπων, τα οποία δύνανται να προσφύγουν ενώπιον των Δικαστηρίων και την ίδια στιγμή, διαμορφώνεται μία διαδικασία, η οποία διασφαλίζει, ότι σε περίπτωση, στρατηγικών αγωγών, τα πρόσωπα, που ενάγονται να τύχουν δικαστικής κρίσεως, σε σύντομο χρόνο και με την μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.
Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρείται για πρώτη φορά στην εθνική νομοθεσία να δοθεί ο ορισμός των στρατηγικών αγωγών. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 προβλέπεται «β) «Καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού»: οι δικαστικές διαδικασίες οι οποίες δεν κινούνται με στόχο τη γνήσια κατοχύρωση ή άσκηση δικαιώματος, αλλά έχουν ως κύριο σκοπό τους την αποτροπή, τον περιορισμό ή την τιμωρία της συμμετοχής του κοινού, συχνά με εκμετάλλευση μιας ανισορροπίας ισχύος μεταξύ των διαδίκων, και κατά τις οποίες ασκούνται αβάσιμες αγωγές. Ενδείξεις του σκοπού αυτού αποτελούν, ιδίως, οι εξής: βα) ο δυσανάλογος, υπερβολικός ή παράλογος χαρακτήρας της αγωγής ή μέρους αυτής, περιλαμβανομένης της υπέρμετρης αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ββ) η ύπαρξη πολλαπλών διαδικασιών που κινούνται από τον ενάγοντα ή συνδεδεμένους με αυτόν διαδίκους σε σχέση με παρόμοιες υποθέσεις, βγ) ο εκφοβισμός, η παρενόχληση ή η διατύπωση απειλών από τον ενάγοντα ή τους εκπροσώπους του, πριν από τη διαδικασία ή κατά τη διάρκειά της, καθώς και παρόμοια συμπεριφορά του ενάγοντος σε παράλληλες υποθέσεις, βδ) η κακόπιστη χρήση δικονομικών τακτικών, όπως η παρέλκυση της διαδικασίας, η δόλια ή καταχρηστική άγρα δικαστηρίου ή η κακόπιστη διακοπή των υποθέσεων σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας».
Με τον τρόπο αυτό παρέχονται τα κρίσιμα εκείνα εργαλεία, που θα συμβάλλουν στην διαπίστωση του χαρακτήρα μίας στρατηγικής αγωγής, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό την περαιτέρω κρίση της από το Δικαστήριο.
Παραλλήλως, στο άρθρο 5 εισάγεται διαδικασία μέσω της οποίας δύναται ο εναγόμενος να ζητήσει την εισαγωγή της αγωγής, που έχει ασκηθεί σε βάρος του, σε μία διαδικασία προδικασίας μέσω της οποίας μπορεί να διαγνωστεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας της αγωγής και να απορριφθεί αυτή ως προδήλως αβάσιμη ή απαραδεκτη. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ταχύτερη διάγνωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της αγωγής. Παράλληλα, ακόμα και εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή, ρητώς προβλέπεται, ότι ο εναγόμενος μπορεί να ζητήσει την διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της αγωγής από το Δικαστήριο, που εκδικάζει την υπόθεση, με αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του ενάγοντος κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του ιδίου νομοσχεδίου.
Στο άρθρο 9 του νομοσχεδίου προβλέπεται η επιβολή κυρώσεων σε βάρος όσων ασκούν στρατηγικές αγωγές, όπως η καταβολή των δικαστικών εξόδων, η καταβολή της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, η δημοσίευση της απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, ή ακόμα και χρηματική ποινή σε βάρος του ενάγοντα, η οποία εισπράττεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία ορίζεται σε ποσοστό 1% επί του αιτήματος της αγωγής ή 5.000 ευρώ. Στο ίδιο πνεύμα, ο εναγόμενος μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 8 να ζητήσει την καταβολή εγγυοδοσίας εκ μέρους του ενάγοντος για την καταβολή των δικαστικών εξόδων.
Στο άρθρο 10 του νομοσχεδίου προβλέπεται ότι η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή σε πρωϊμο στάδιο, υπόκειται μόνο σε έφεση, η οποία εκδικάζεται κατά την συντομότερη δυνατή δικάσιμο.
Σε περιπτώσεις αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινών διαταγών, εφόσον υφίστανται ενδείξεις, ότι πρόκειται περί αξιώσεων, που εντάσσονται στο πλαίσιο των στρατηγικών αγωγών, προβλέπεται, ότι αυτές συζητούνται μόνο με την παρουσία του καθ’ ου και εκδικάζονται στην συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Με την απόφαση μπορούν να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος οι κυρώσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 9 του νομοσχεδίου.
Τέλος, στο άρθρο 12 προβλέπεται, ότι υπέρ του εναγόμενου μπορεί να υπάρξει παρέμβαση από ενώσεις, σωματεία ή συνδικαλιστικές οργανώσεις, που έχουν σκοπό και αποστολή την διασφάλιση της προστασίας φυσικών ή νομικών προσώπων, που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται η δυνατότητα των οργανώσεων των δημοσιογράφων να ασκήσουν παρέμβαση υπέρ των μελών τους, εκπληρώνοντας τον θεσμικό ρόλο τους.
Σημαντική, ομοίως, είναι η πρόβλεψη του άρθρου 14 με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 323 ΚΠολΔικ και προστίθεται ρητή πρόβλεψη, ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί στην Ελλάδα αλλοδαπή απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού κατά φυσικού ή νομικού προσώπου. Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται ομοίως, προστασία σε περιπτώσεις αλλοδαπών αποφάσεων, που θα μπορούσαν να εκτελεστούν εις βάρος δημοσιογράφων και προσώπων, που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού.
Στο άρθρο 15 του νομοσχεδίου εισάγεται ομοίως σύντομη προθεσμία κοινοποίησης αγωγών ( 30 ημέρες από την κατάθεση τους) σε περιπτώσεις διαφορών, από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές ενώ σε θετική κατεύθυνση κινείται και η πρόβλεψη περί συλλογής δεδομένων για στρατηγικές αγωγές και ενημέρωσης του κοινού.
Το σημείο, στο οποίο μπορεί να ασκηθεί κριτική σε βάρος του νομοσχεδίου είναι η απουσία οποιασδήποτε διάταξης, που να ρυθμίζει υποθέσεις, που έχουν ήδη εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό ή εκκρεμούν ενώπιον του Εφετείου. Είναι προφανές, ότι ο δικονομικός χαρακτήρας των εισαγόμενων διατάξεων, δυσχεραίνει σε σημαντικό βαθμό την αναδρομικότητα αυτών, πλην όμως, φρονούμε, ότι η αναγνώριση ενός σταδίου προστασίας και στη περίπτωση υποθέσεων, που έχουν ήδη κριθεί με το προγενέστερο καθεστώς είναι εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο προκειμένου να διασφαλίσει την ενιαία αντιμετώπιση των υποθέσεων αυτών αλλά και προκειμένου να παράσχει το αναγκαίο επίπεδο προστασίας των προσώπων φυσικών ή νομικών, που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού. Φρονούμε, ότι θα ήταν δυνατή η σαφής πρόβλεψη, ότι οι κυρώσεις του άρθρου 9, η πρόβλεψη του άρθρου 7 για το βάρος της αποδείξεως, θα μπορούσαν να εφαρμόζονται και στο δεύτερο βαθμό ενώ σημαντική κρίνεται και η επιτάχυνση της εκδίκασης των στρατηγικών αγωγών ενώπιον του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση, η εμπειρία της ΠΟΕΣΥ από την διαχείριση και επεξεργασία στρατηγικών αγωγών εις βάρος δημοσιογράφων μελών των ενώσεων μας μέσω του παρατηρητηρίου SLAPPS, που έχει ιδρύσει έχει αναδείξει την ανάγκη λήψεως πολύπλευρων μέτρων για την προστασία των δημοσιογράφων, αφού οι στρατηγικές αγωγές δεν αποτελούν απλά μία δικαστική διαδικασία αλλά πλήττουν την ψυχική, οικονομική, οικογενειακή ισορροπία των θυμάτων. Δεν είναι τυχαίο, ότι η Οδηγία 2024/1069 προβλέπει σειρά μέτρων, που καλούνται να λάβουν τα κράτη μέλη, όπως η ενημέρωση του κοινού αλλά και η εκπαίδευση των επαγγελματιών, που εμπλέκονται στις διαδικασίες αυτές καθώς και η παροχή υλικής αλλά και ψυχικής στήριξης στα θύματα τέτοιων αγωγών. Το ζήτημα δε στην περίπτωση των δημοσιογράφων καθίσταται ακόμα πιο επιτακτικό, καθώς παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα υπάρχει σημαντική αύξηση των περιπτώσεων θυματοποίησης και στοχοποίησης τους.
Εν κατακλείδι, το νομοσχέδιο, που τέθηκε σε διαβούλευση κινείται σε ορθή κατεύθυνση και η ΠΟΕΣΥ, εκφράζει την ικανοποίηση της, που οι προτάσεις και οι θέσεις της, υιοθετήθηκαν από το αρμόδιο Υπουργείο. Ο δρόμος, όμως, για την οριστική επίλυση των θεμάτων ασφάλειας των δημοσιογράφων είναι μακρύς και απαιτεί την λήψη και άλλων μέτρων, την ενημέρωση του κοινού, την επαγρύπνηση των θεσμών και την διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος ασφάλειας, που είναι αναγκαίο για την διασφάλιση της Ελευθεροτυπίας.
ΕΣΗΕΑ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
17 Ιούλ 2026, 13:31
Σύνδεσμος σχολίου
Παρατηρήσεις της ΕΣΗΕΑ επί του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση τα συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069»

Παρατηρήσεις επί του Μέρους Α΄ του σχεδίου νόμου για την προστασία από τις στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού

Η ΕΣΗΕΑ, χαιρετίζει το Σχέδιο νόμου και αξιολογεί θετικά το Μέρος Α΄ για την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1069, καθώς αφενός καρποφορούν οι μακροχρόνιοι αγώνες και οι παρεμβάσεις της και υιοθετούνται πολλές από τις προτάσεις της. Αφετέρου οι δημοσιογράφοι αποκτούν εργαλείο προστασίας από ισχυρούς που απειλούν με αγωγές την έρευνα για την αλήθεια, εφόσον ο νόμος εφαρμοσθεί ορθώς από τα Πολιτικά Δικαστήρια. Πρόκειται για μια σημαντική και, σε κάποια σημεία, πρωτοποριακή νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, της δημοσιογραφίας και της συμμετοχής του κοινού σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος.
Ως θετικά αξιολογούνται (καθώς αποτελούσαν κεντρικές θέσεις της ΕΣΗΕΑ και πριν την ψήφιση της οδηγίας):
Πρώτον, η επέκταση των προστατευτικών εγγυήσεων και στις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις. Η Οδηγία καθορίζει ελάχιστους κανόνες για υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις και επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ευνοϊκότερες και αποτελεσματικότερες εγγυήσεις. Η νομοθέτηση για τις εσωτερικές υποθέσεις ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των Στρατηγικών Αγωγών, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των αγωγών που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες δημοσιογράφοι, τα μέσα ενημέρωσης και οι ενώσεις τους έχει σχεδόν αποκλειστικά εσωτερικό χαρακτήρα.
Δεύτερον, ο ορισμός του «θέματος δημόσιου συμφέροντος», ο οποίος περιλαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον, τις δραστηριότητες δημόσιων προσώπων, τη διαφθορά, την απάτη, τις δημοκρατικές διαδικασίες και την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης, ενισχύει και θωρακίζει τη Δημοσιογραφία. Η διατύπωση παρέχει ουσιαστικό πεδίο προστασίας στη δημοσιογραφική έρευνα και δεν περιορίζει το δημόσιο συμφέρον αποκλειστικά σε στενά οριοθετημένες κατηγορίες.
Τρίτον, η δυνατότητα παρέμβασης Ενώσεων, οργανώσεων και συνδικαλιστικών φορέων υπέρ του εναγομένου δημοσιογράφου, με τη συναίνεσή του. Η διάταξη του άρθρου 12 επιτρέπει στην ΕΣΗΕΑ και στις λοιπές δημοσιογραφικές ενώσεις να συμβάλλουν θεσμικά στην υπεράσπιση δημοσιογράφων που αντιμετωπίζουν αγωγές εξαιτίας της άσκησης του δημοσιογραφικού τους έργου. Η παρέμβαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι στρατηγικές αγωγές δεν πλήττουν μόνο το συγκεκριμένο πρόσωπο που ενάγεται, αλλά προκαλούν ευρύτερο αποτρεπτικό αποτέλεσμα στη δημοσιογραφική κοινότητα και στο δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση.
Επειδή όμως ήδη, εκκρεμούν ή/και εκδικάζονται αγωγές που έχουν χαρακτηριστικά SLAPPs για τις οποίες ο νόμος δεν έχει απόλυτη εφαρμογή και ελλοχεύει ο κίνδυνος να εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά, μειώνοντας την αξία του νομοθετήματος και ταυτόχρονα να υπονομεύουν το δημοσιογραφικό έργο, προτείνουμε τα παρακάτω:



1. Αναγκαία μεταβατική διάταξη για τις ήδη εκκρεμείς υποθέσεις
Υπάρχουν σήμερα δημοσιογράφοι και μέσα ενημέρωσης που αντιμετωπίζουν αγωγές τις οποίες θεωρούν στρατηγικές και καταχρηστικές. Στις υποθέσεις αυτές δεν θα είναι αντικειμενικά δυνατή η αξιοποίηση της διαδικασίας πρώιμης απόρριψης του άρθρου 5, αφού η τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της αγωγής θα έχει παρέλθει.
Το άρθρο 6 ορθά προβλέπει ότι η αναγνώριση μιας αγωγής ως καταχρηστικής μπορεί να συζητηθεί και κατά την κύρια δίκη. Δεν διευκρινίζεται, όμως, εάν η δυνατότητα αυτή καταλαμβάνει αγωγές που ασκήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου ούτε με ποιον τρόπο μπορεί να προβληθεί το σχετικό αίτημα όταν έχουν ήδη κατατεθεί οι προτάσεις ή έχει ήδη συζητηθεί η υπόθεση.
Η απουσία μεταβατικής πρόβλεψης θα δημιουργήσει άνιση μεταχείριση μεταξύ δημοσιογράφων που αντιμετωπίζουν ουσιαστικά όμοιες αγωγές, με μοναδικό κριτήριο το εάν η αγωγή επιδόθηκε πριν ή μετά τη δημοσίευση του νόμου.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ακόλουθη διάταξη:
Προτεινόμενο νέο άρθρο 19Α
«Εφαρμογή σε εκκρεμείς υποθέσεις
1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και σε αγωγές που, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Μέρους, είναι εκκρεμείς σε πρώτο βαθμό, ανεξαρτήτως του χρόνου άσκησης ή επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση για απόρριψη της αγωγής σε πρώιμο στάδιο ασκείται εντός τριάντα ημερών από την δημοσίευση του παρόντος.
2. Αίτηση για απόρριψη της αγωγής σε πρώιμο στάδιο, μπορεί να υποβληθεί με τις προτάσεις των διαδίκων σε εκκρεμή κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Μέρους ένδικα μέσα. Στην περίπτωση, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται η υπόθεση αποφαίνεται αιτιολογημένα, επί του αιτήματος πριν προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως».
Η προτεινόμενη διάταξη δεν επαναφέρει αναδρομικά την πρώιμη διαδικασία του άρθρου 5. Επιτρέπει στο δικαστήριο που ήδη εκδικάζει την υπόθεση να εξετάσει, στο πλαίσιο της κύριας δίκης και με πλήρη σεβασμό στα δικαιώματα και των δύο διαδίκων, εάν η αγωγή αποτελεί καταχρηστική διαδικασία προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού.

2. Ενιαίο σημείο πληροφόρησης και υποστήριξης των θυμάτων SLAPP
Το άρθρο 19 της Οδηγίας δεν περιορίζεται στη συλλογή στατιστικών στοιχείων. Προβλέπει ότι τα πρόσωπα που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο πρέπει να έχουν εύκολη πρόσβαση, από ένα ενιαίο σημείο, σε πληροφορίες σχετικά με:
τις διαθέσιμες δικονομικές εγγυήσεις και τα ένδικα βοηθήματα,
τη νομική συνδρομή,
την υφιστάμενη οικονομική υποστήριξη,
την ψυχολογική υποστήριξη,
τις αρμόδιες οργανώσεις και ενώσεις που μπορούν να παράσχουν βοήθεια.
Προτείνεται, επομένως, η ηλεκτρονική πύλη του άρθρου 17 να μην περιορίζεται στα στατιστικά δεδομένα, αλλά να λειτουργεί ως πραγματικό εθνικό σημείο πληροφόρησης και παραπομπής για τα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν πιθανές στρατηγικές αγωγές. Η λειτουργία του μπορεί να υποστηρίζεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, σε συνεργασία με τους δικηγορικούς συλλόγους, τις δημοσιογραφικές ενώσεις, ακαδημαϊκούς φορείς και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

3. Δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων
Η δημοσίευση της απόφασης σε δύο εφημερίδες, που προβλέπεται στο άρθρο 9 ως δυνητική κύρωση, δεν αναπληρώνει την αυτοτελή υποχρέωση του άρθρου 19 παρ. 3 της Οδηγίας για ηλεκτρονική δημοσίευση των τελικών αποφάσεων των εθνικών εφετείων ή των ανώτατων δικαστηρίων στις σχετικές υποθέσεις.
Προτείνεται να προστεθεί στο άρθρο 17 διάταξη σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις αυτές θα δημοσιεύονται, μετά την αναγκαία ανωνυμοποίηση, σε εύκολα προσβάσιμη και αναζητήσιμη ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Η βάση αυτή θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, θα συμβάλει στη διαμόρφωση συνεκτικής νομολογίας και θα προσφέρει ουσιαστικό εργαλείο ενημέρωσης σε δικαστές, δικηγόρους, δημοσιογράφους και ερευνητές.

4. Εκπαίδευση και ποιοτική παρακολούθηση
Η αποτελεσματικότητα του νέου θεσμικού πλαισίου θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τη δυνατότητα έγκαιρης αναγνώρισης των χαρακτηριστικών μιας στρατηγικής αγωγής. Προτείνεται να προβλεφθεί πρόγραμμα συστηματικής εκπαίδευσης:
-των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών μέσω της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών,
-των δικηγόρων σε συνεργασία με τους δικηγορικούς συλλόγους,
-των δημοσιογράφων και των στελεχών των μέσων ενημέρωσης σε συνεργασία με την ΕΣΗΕΑ, την ΠΟΕΣΥ και τις λοιπές δημοσιογραφικές ενώσεις.
Παράλληλα, η ετήσια παρακολούθηση δεν πρέπει να είναι μόνο ποσοτική. Χρειάζεται και ποιοτική αξιολόγηση των χρησιμοποιούμενων νομικών βάσεων, των επαναλαμβανόμενων εναγόντων, των υπερβολικών αιτημάτων αποζημίωσης, των παράλληλων διαδικασιών και των επιπτώσεων των αγωγών στη δημοσιογραφική έρευνα.
Για τον σκοπό αυτό είναι σκόπιμη η θεσμική συνεργασία του Υπουργείου Δικαιοσύνης με το Παρατηρητήριο SLAPPs της ΠΟΕΣΥ, την ΕΣΗΕΑ και άλλους αρμόδιους επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς.

5. Αναγκαίες νομοτεχνικές διορθώσεις
Η παρ. 1 του άρθρου 9 αναφέρεται σε «απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής», ενώ το άρθρο 6 προβλέπει ότι οι κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν ανεξαρτήτως του λόγου απόρριψης της αγωγής. Για λόγους σαφήνειας προτείνεται η φράση να αντικατασταθεί από την ακόλουθη:
«Σε περίπτωση αναγνώρισης της αγωγής ή της δικαστικής διαδικασίας ως καταχρηστικής κατά το άρθρο 6, ο ενάγων υποχρεούται στην καταβολή των εξόδων του εναγομένου…».
Η διόρθωση αυτή κρίνεται αναγκαία ώστε να μην δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι οι κυρώσεις εφαρμόζονται μόνο όταν η αγωγή απορρίπτεται αποκλειστικά λόγω καταχρηστικότητας.

Συμπέρασμα
Το σχέδιο νόμου αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την προστασία της δημοσιογραφίας, της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος των πολιτών στην ενημέρωση. Η επέκταση των εγγυήσεων στις εσωτερικές υποθέσεις, η ευρεία αναγνώριση των θεμάτων δημόσιου συμφέροντος και η δυνατότητα παρέμβασης των δημοσιογραφικών ενώσεων συνιστούν επιλογές που πρέπει να υποστηριχθούν.
Για να είναι, όμως, η προστασία πραγματικά αποτελεσματική και ισότιμη, πρέπει να καταλαμβάνει και τους δημοσιογράφους που βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με εκκρεμείς αγωγές. Η προσθήκη ειδικής μεταβατικής διάταξης, η πληρέστερη εφαρμογή του άρθρου 19 της Οδηγίας, η δημοσίευση της σχετικής νομολογίας, η εκπαίδευση των εμπλεκομένων και η ποιοτική παρακολούθηση των υποθέσεων θα ενισχύσουν ουσιαστικά ένα νομοθέτημα που ήδη κινείται σε θετική και πρωτοποριακή κατεύθυνση.
Ανδρέας Κουρής (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
15 Ιούλ 2026, 17:47
Σύνδεσμος σχολίου
Προκειμένου η προστασία να μην παραμείνει θεωρητική, αλλά να αποκτήσει πραγματικά «δόντια» απέναντι στους «βιομήχανους» των SLAPPs, καταθέτουμε τις ακόλουθες συγκεκριμένες προτάσεις:

1. Άρθρο 3 (Πεδίο Εφαρμογής) – Το κρίσιμο κενό των Ποινικών Διώξεων • Το πρόβλημα: Η παράγραφος 2 (περ. γ) εξαιρεί ρητά τις ποινικές υποθέσεις από το πεδίο εφαρμογής. Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, η πιο άμεση, εξουθενωτική και τρομοκρατική μέθοδος SLAPP δεν είναι μόνο οι αστικές αγωγές, αλλά οι ποινικές μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση (οι οποίες συχνά συνοδεύονται από τη διαδικασία του αυτοφώρου για τον δημοσιογράφο). • Η πρότασή μας: Ζητούμε τη λήψη παράλληλης νομοθετικής μέριμνας για την αντίστοιχη τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Πρέπει να θεσμοθετηθεί ταχεία διαδικασία προκαταρκτικής κρίσης και αρχειοθέτησης των προδήλως αβάσιμων/καταχρηστικών μηνύσεων από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, ώστε να μην σέρνονται οι λειτουργοί του Τύπου επί χρόνια στα ποινικά ακροατήρια με μοναδικό σκοπό την ηθική και ψυχολογική τους φθορά.

2. Άρθρο 4 (Ορισμοί) – Η παράκαμψη της επανόρθωσης ως τεκμήριο καταχρηστικότητας • Το πρόβλημα: Το άρθρο ορίζει ορθά τις ενδείξεις καταχρηστικότητας (ανισορροπία ισχύος, δυσανάλογο αίτημα κ.λπ.). Ωστόσο, παραλείπει μια βασική παράμετρο της δημοσιογραφικής καθημερινότητας. • Η πρότασή μας: Να προστεθεί στις ενδείξεις καταχρηστικότητας (στοιχείο β) η συστηματική παράκαμψη από τον ενάγοντα της διαδικασίας εξώδικης επανόρθωσης ή του δικαιώματος απάντησης (όπως αυτό ορίζεται στον νόμο περί Τύπου). Όταν ένας ισχυρός παράγοντας επιλέγει να καταθέσει απευθείας αγωγή εκατομμυρίων, αρνούμενος να ζητήσει προηγουμένως τη δημοσίευση της δικής του άποψης ή τη διόρθωση ενός σφάλματος, τεκμαίρεται ότι ο σκοπός του δεν είναι η αποκατάσταση της αλήθειας, αλλά ο εκφοβισμός και η οικονομική εξόντωση του Μέσου.

3. Άρθρο 9 (Κυρώσεις) – Οι «συμβολικές» ποινές δεν αποτρέπουν τους ισχυρούς • Το πρόβλημα: Το άρθρο 9 προβλέπει ότι το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στον ενάγοντα χρηματική ποινή, η οποία ορίζεται σε 1% επί του αιτήματος της αγωγής ή σε 5.000 ευρώ αν η διαφορά δεν αποτιμάται σε χρήμα. • Για μια εξοντωτική αγωγή ύψους 300.000 ευρώ, η χρηματική ποινή 1% είναι μόλις 3.000 ευρώ. Για έναν ισχυρό οικονομικό όμιλο, το ποσό αυτό αποτελεί ένα ασήμαντο «κόστος επικοινωνιακής διαχείρισης». • Αντίστοιχα, το flat όριο των 5.000 ευρώ στις μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές (π.χ. αγωγές που απαιτούν την προληπτική απαγόρευση μελλοντικών δημοσιευμάτων – κλασική λογοκρισία) είναι εξαιρετικά χαμηλό. • Η πρότασή μας: • Η χρηματική ποινή επί αποτιμητών διαφορών πρέπει να οριστεί σε ποσοστό έως 50% επί του αιτήματος της αγωγής, με ελάχιστο εγγυημένο όριο (π.χ. τις 15.000 ευρώ), ώστε να λειτουργεί πραγματικά αποτρεπτικά. • Στις μη αποτιμητές διαφορές (όπου διακυβεύεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία έκφρασης μέσω αιτημάτων παράλειψης/λογοκρισίας), η χρηματική ποινή πρέπει να αυξηθεί σε τουλάχιστον 30.000 ευρώ. • Κατεύθυνση της ποινής στο θύμα: Ενώ το νομοσχέδιο ορίζει ότι οι χρηματικές ποινές αποτελούν αποκλειστικά δημόσια έσοδα, προτείνουμε ένα σημαντικό μέρος αυτών (π.χ. το 50%) να επιδικάζεται απευθείας ως αποζημίωση υπέρ του εναγόμενου δημοσιογράφου ή Μέσου για την ηθική βλάβη και την ταλαιπωρία που υπέστη, πέραν των τυπικών δικαστικών εξόδων.

Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;

Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.

Φόρμα επικοινωνίας

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.