ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο: «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις»

Κατάσταση: Ολοκληρώθηκε
Κωδικός Διαβούλευσης: #1585
Ημ/νία Ανάρτησης: Τρίτη, 7 Ιουλίου 2026, 11:45
Η διαβούλευση έκλεισε: Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2026, 09:00
Ολοκληρώθηκε: Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2026, 14:09
Έκθεση Διαβούλευσης

Μπορείτε να δείτε την έκθεση διαβούλευσης όπως αυτή ενσωματώθηκε στη σχετική Ενότητα της τελικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης εδώ

ΜΕΡΟΣ Δ’ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ (Άρθρα 50-57)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 50
Μεταβατική διάταξη σχετικά με την επαναφορά της εισήγησης στον Άρειο Πάγο – Τροποποίηση παρ. 8 άρθρου 126 ν. 5221/2025

Η παρ. 8 του άρθρου 126 του ν. 5221/2025 (Α’ 133), περί μεταβατικών διατάξεων, αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Το άρθρο 46 εφαρμόζεται και για τις αιτήσεις αναίρεσης που κατατίθενται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος και για τις οποίες προσδιορίστηκε ή θα προσδιοριστεί δικάσιμος από τη 16η.9.2026 και έπειτα.».

 

Άρθρο 51

Προσβολή αποφάσεωνπολιτικών δικαστηρίων με αναίρεση – Τροποποίηση άρθρων 552 και 560 ΚώδικαΠολιτικής Δικονομίας

1. Στο άρθρο 552του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί τωνπροσβαλλόμενων με αναίρεση αποφάσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α)η υφιστάμενη μόνη παράγραφος αριθμείται ως παρ. 1, β) προστίθεται παρ. 2 και τοάρθρο 552 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 552

1. Με αναίρεσημπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των μονομελών και των πολυμελώνπρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.

2. Δεν επιτρέπεταιη άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό που επιδικάζεται για τη διαφορά πουάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι κατώτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000)ευρώ ή των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, αν πρόκειται για εργατικές διαφορές,εκτός εάν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.Το ποσό της παρούσας μπορεί να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα πουεκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειαςτου Αρείου Πάγου.».

2. Στο εισαγωγικόεδάφιο του άρθρου 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί περιπτώσεωνεπιτρεπόμενης αναίρεσης, προστίθενται οι λέξεις «με την επιφύλαξη της παρ. 2του άρθρου 552» και το άρθρο 560 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 560

Περιπτώσειςεπιτρεπόμενης αναίρεσης

Κατά των αποφάσεωντων μονομελών πρωτοδικείων, που υπάγονται στην παρ. 2 το άρθρου 18, καθώς καικατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της παρ. 2 του άρθρου 18,επιτρέπεται αναίρεση, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 552, μόνο:

1) αν παραβιάστηκεκανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοίκανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ήξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείραςαποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνωνδικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτόςαναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,

2) αν το δικαστήριοδεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνειδεκτή η εξαίρεση,

3) αν το δικαστήριοδέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν είχε καθ`ύλην αρμοδιότητα,

4) αν παράνομααποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

5) αν το δικαστήριοπαρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψηπράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

6) αν η απόφαση δενέχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίεςαντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τηςδίκης.».

 

 

 

Άρθρο 52
Αίτηση επαναπροσδιορισμού εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης – Τροποποίηση άρθρων 131 και 133 ν. 5221/2025

  1. Στην παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 5221/2025 (Α’ 133), περί υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού, οι λέξεις «που φιλοξενείται σε υποδομές του Ενιαίου Κυβερνητικού Υπολογιστικού νέφους (G-CLOUD)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που τηρείται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω πλατφόρμας που τηρείται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου και περιλαμβάνει τα εξής:
α) Το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) των διαδίκων και των νόμιμων εκπροσώπων τους. Εφόσον μετέχουν στη διαδικασία νομικά πρόσωπα, αναγράφονται στην αίτηση η εταιρική επωνυμία και ο εταιρικός τύπος, καθώς και η καταστατική έδρα, η διεύθυνση και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου.
β) Τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ανακόπτοντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στην οποία μπορεί να διενεργείται κάθε κοινοποίηση σχετική με τη δίκη της ανακοπής. Αν ο ανακόπτων ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν διαθέτουν διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δηλώνονται στην αίτηση επί ποινή απαραδέκτου αντίκλητος και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τελευταίου, στην οποία διενεργείται το σύνολο των κοινοποιήσεων της δίκης.
γ) Τα στοιχεία της εκκρεμούς ανακοπής και, ειδικότερα, τον γενικό και τον ειδικό αριθμό κατάθεσής της, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα και τον αριθμό κατάθεσης ενδιάμεσων κλήσεων, που έχουν κατατεθεί και αφορούν στην αρχική ανακοπή.
δ) Το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αναβολών και ματαιώσεων που έχουν μεσολαβήσει, καθώς και προσωρινών διαταγών ή αποφάσεων αναστολής που έχουν χορηγηθεί.».

  1. Στο άρθρο 133 του ν. 5221/2025, περί επίδοσης αίτησης επαναπροσδιορισμού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 3, αα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «που έχουν δηλώσει» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που έχει καταχωριστεί από τους ιδίους», αβ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) προστίθεται παρ. 3Α, γ) η παρ. 4 αντικαθίσταται, δ) προστίθεται παρ. 4Α και το άρθρο 133 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 133
Επίδοση αίτησης επαναπροσδιορισμού

  1. Η αίτηση μαζί με την πράξη κατάθεσης κοινοποιούνται προς τον ανακόπτοντα και τους λοιπούς διαδίκους της παρ. 2 του άρθρου 131 με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
  2. Πρόσωπα εμπλεκόμενα σε δίκη περί την εκτέλεση του παρόντος υπό οποιαδήποτε ιδιότητα έχουν δικαίωμα να εγγραφούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της παρ. 1 του άρθρου 131 και να δηλώσουν τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των ιδίων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων ή αντικλήτων τους, στην οποία επιθυμούν τη διενέργεια των επιδόσεων από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 141.
  3. Οι επιδόσεις προς τους διαδίκους που έχουν την ιδιότητα του τραπεζικού ιδρύματος, της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού φορέα εν γένει, ασφαλιστικής εταιρείας, του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού, ενεργούνται αποκλειστικά με την ηλεκτρονική διαβίβαση της αίτησης και των προσαρτημάτων της στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχει καταχωριστεί από τους ιδίους. Το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περιλαμβάνει ταυτόχρονη πρόσκληση να εισέλθει εκπρόσωπος του φορέα στην πλατφόρμα για επιβεβαίωση της λήψης και ενημέρωση ότι σε περίπτωση μη εισόδου το αργότερο εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τεκμαίρεται ότι έχει λάβει γνώση.
    3Α. Για τα φυσικά πρόσωπα που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και εγγράφηκαν στην πλατφόρμα σύμφωνα με την παρ. 2, αποστέλλεται ειδοποίηση μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή SMS και η αίτηση και τα προσαρτήματά της επιδίδονται στην ηλεκτρονική Θυρίδα Πολίτη στην Πύλη «gov.gr». Για τα νομικά πρόσωπα, εκτός από αυτά του πρώτου εδαφίου της παρ. 3, που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και εγγράφηκαν στην πλατφόρμα σύμφωνα με την παρ. 2, αποστέλλεται ειδοποίηση μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περιλαμβάνει ταυτόχρονη πρόσκληση να εισέλθει εκπρόσωπος του νομικού προσώπου στην πλατφόρμα για επιβεβαίωση της λήψης και ενημέρωση ότι σε περίπτωση μη εισόδου το αργότερο εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τεκμαίρεται ότι έχει λάβει γνώση.
  4. Ο αιτών μπορεί να ενεργήσει την κοινοποίηση της αίτησης και σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) σε όσα πρόσωπα εμπλέκονται σε δίκη ανακοπής υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, ιδίως όταν δεν δηλώθηκε στην αίτηση επαναπροσδιορισμού διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή Αριθμός Φορολογικού Μητρώου. Οι εκθέσεις για τη διενέργεια των επιδόσεων σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα με επιμέλεια του επισπεύδοντος την επίδοση εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης.
    4Α. Για όσες κοινοποιήσεις ενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα, εκδίδεται αυτόματα ηλεκτρονική βεβαίωση μέσω της πλατφόρμας και επέχει θέση έκθεσης επίδοσης. Το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση τεκμαίρεται ότι αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης.
  5. Εφόσον η αίτηση επαναπροσδιορισμού δεν έχει κοινοποιηθεί με ηλεκτρονικά μέσα ή σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα.
  6. Εφόσον συντρέχει περίπτωση διενέργειας επίδοσης στην αλλοδαπή, ο χρόνος συντέλεσης αυτής ως προς τον επισπεύδοντα την επίδοση καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου (L 324), το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.».

Άρθρο 53
Αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη

  1. Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, επί ακινήτου για το οποίο έχει καταχωρισθεί στο Κτηματολόγιο ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», ο ενάγων υποχρεούται, πριν από την κατάθεση της αγωγής, να προσφύγει σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ενώπιον πιστοποιημένου κτηματολογικού διαμεσολαβητή, καλώντας το Ελληνικό Δημόσιο να συμμετάσχει. Η παράλειψη της υποχρεωτικής προσπάθειας διαμεσολάβησης του πρώτου εδαφίου συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής.
  2. Εφόσον κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλει εμπράγματα δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, τα μέρη δύνανται να καταρτίσουν πρακτικό διαμεσολάβησης, κατά το άρθρο 8 του ν. 4640/2019 (Α’ 190), διά του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπράγματων δικαωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες.

Ακολούθως, ο διαμεσολαβητής, αφού διαπιστώσει, έπειτα από προσκόμιση του ενάγοντος, την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος λόγω έκτακτης χρησικτησίας, επισυνάπτει τα αποδεικτικά αυτά στο πρακτικό διαμεσολάβησης και κάνει σχετική αναφορά. Το πρακτικό διαμεσολάβησης καταχωρίζεται αμελλητί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο με επισυναπτόμενα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης. Ως αναφερόμενη αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η έκτακτη χρησικτησία.
Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διαπιστώσει την ύπαρξη, ιδίως, των κάτωθι αποδεικτικών στοιχείων:
α) του Εντύπου Ε9,
β) αποδείξεων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας και ύδρευσης στο όνομα του φερόμενου ως ενάγοντος,
γ) μισθωτηρίων συμβολαίων στα οποία ο τελευταίος εμφανίζεται ως εκμισθωτής ή αποδείξεων είσπραξης μισθωμάτων,
δ) δηλώσεων ενώπιον δημόσιων ή φορολογικών αρχών,
ε) οικοδομικής άδειας,
στ) τοπογραφικών διαγραμμάτων βεβαίας χρονολογίας, ιδίως ως προσαρτώμενων σε τίτλους ιδιοκτησίας, συμβολαιογραφικές πράξεις, οικοδομικές άδειες και
ζ) ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ή διανομής το οποίο να έχει συνταχθεί τουλάχιστον είκοσι (20) έτη πριν από την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και να φέρει βεβαία χρονολογία .

Απαιτείται η προσκόμιση στον διαμεσολαβητή τουλάχιστον δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες να περιλαμβάνουν ρητή αναφορά σε εικοσαετή νομή, η οποία να έχει συμπληρωθεί έως την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και προσδιορισμό του εμβαδού, της θέσης και των ορίων του ακινήτου.

  1. Σε περίπτωση αντίρρησης ή αξίωσης κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, η αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Πρωτοδικείου.
  2. Οι παρ. 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται επί πραγμάτων που εμπίπτουν σε δημόσια κτήση ή είναι κοινόχρηστα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

Άρθρο 54
Ενίσχυση του πλαισίου διαβίβασης πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα προς Europol και Eurojust και θέσπιση εγγυήσεων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Τροποποίηση άρθρου 38 ν. 4689/2020
(Άρθρο 1 περ. 1 στοιχ. β΄ και περ. 2 στοιχ. β’, γ’ και δ’ Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2123)

Στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 38 του ν. 4689/2020 (Α’ 103), περί συλλογής, επεξεργασίας και διαβίβασης πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα με διασυνοριακή διάσταση προς την Europol και τη Eurojust, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) στην παρ. 2, βα) προστίθενται οι λέξεις «σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 295),», ββ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, γ) προστίθενται νέες παρ. 2Α, 2Β και 2Γ και οι παρ. 1 έως 2Γ διαμορφώνονται ως εξής:

«Άρθρο 38
Συγκέντρωση και διαβίβαση πληροφοριών, σχετικών με τρομοκρατικά εγκλήματα, που θίγουν ή ενδέχεται να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη – μέλη στη Europol και EUROJUST

  1. Αν οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες αφορούν ποινικές έρευνες επί τρομοκρατικών εγκλημάτων, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη- μέλη, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, διαβιβάζει στη Europol, προς εξέταση, όσες εκ των πληροφοριών αυτών αφορούν: α) δεδομένα, τα οποία επιτρέπουν τον προσδιορισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου, της ομάδας ή της οντότητας, β) πράξεις, που αποτελούν το αντικείμενο έρευνας και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτές διαπράχθηκαν, γ) το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, δ) σχέσεις με άλλες συναφείς υποθέσεις, ε) τη χρήση τεχνολογιών επικοινωνίας, και στ) την απειλή, την οποία αντιπροσωπεύει η ενδεχόμενη κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στην Europol για τους σκοπούς που προβλέπονται στην παρ. 2Α, περιορίζονται σε εκείνες που αναφέρονται στο σημείο 2 του Τμήματος Β του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (L 135).
  2. Αν οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες αφορούν ποινικές έρευνες, διώξεις ή καταδίκες για εγκλήματα τρομοκρατίας, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη – μέλη, ο Εισαγγελέας που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 37, διαβιβάζει στη EUROJUST, προς εκτέλεση των καθηκόντων της, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 295), όσες εκ των πληροφοριών αυτών αφορούν: α) δεδομένα, τα οποία επιτρέπουν τον προσδιορισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου, της ομάδας ή οντότητας, που αποτελεί αντικείμενο ποινικής έρευνας ή δίωξης, β) το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτό διαπράχθηκε, γ) πληροφορίες, σχετικά με τελικές καταδίκες, για εγκλήματα τρομοκρατίας και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτά διαπράχθηκαν, δ) σχέσεις με άλλες συναφείς υποθέσεις, ε) αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών παραγγελιών, από ή προς άλλο κράτος -μέλος, καθώς και τις απαντήσεις τους. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στη Eurojust περιορίζονται σε εκείνες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.

2Α. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου αποκλειστικά για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης τρομοκρατικών εγκλημάτων και άλλων αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Europol, όπως απαριθμούνται στο Παράρτημα I του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794. Η επεξεργασία για σκοπούς συνεργασίας με τη Eurojust διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.

2Β. Η διαβίβαση και περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του παρόντος άρθρου διενεργείται σύμφωνα με τον ν. 4624/2019 (Α’ 137) και ιδίως το Κεφάλαιο Δ΄ αυτού. Οι αρμόδιες αρχές τηρούν το σύνολο των αρχών επεξεργασίας του άρθρου 45 του ν. 4624/2019. Η περαιτέρω επεξεργασία επιτρέπεται μόνο εφόσον είναι αναγκαία και συμβατή με τους ανωτέρω σκοπούς. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας, ιδίως ελέγχου πρόσβασης και καταγραφής των διαβιβάσεων.

2Γ. Υπεύθυνος επεξεργασίας για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τις παρ. 1 και 2 είναι, αντιστοίχως, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) και οι αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές. Τα δεδομένα διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών της επεξεργασίας και διαγράφονται ή ανωνυμοποιούνται μετά την πάροδο αυτού. Στα κριτήρια καθορισμού του χρόνου διατήρησης συμπεριλαμβάνονται, ιδίως, η φύση της υπόθεσης, η σοβαρότητα του αδικήματος και η εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας.».

Άρθρο 55
Ενίσχυση της διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα, με πρόβλεψη εξαιρέσεων, ψηφιακών διαύλων και εγγυήσεων προστασίας δεδομένων – Τροποποίηση άρθρου 39 ν. 4689/2020
(Άρθρο 1 περ. 2 στοιχ. β’, γ’ και δ’ Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2123)

Στο άρθρο 39 του ν. 4689/2020 (Α’ 103), περί των φορέων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών για εγκλήματα τρομοκρατίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) η παρ. 3 αντικαθίσταται, γ) προστίθεται παρ. 4 και το άρθρο 39 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 39
Φορείς και αίτια συγκέντρωσης και διαβίβασης πληροφοριών σχετικών με εγκλήματα τρομοκρατίας

  1. Οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες, που συλλέγονται, είτε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας είτε από τον Εισαγγελέα που εκτελεί καθήκοντα εθνικού ανταποκριτή EUROJUST, για θέματα τρομοκρατίας, στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, επί τρομοκρατικών εγκλημάτων, στην περίπτωση που αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη των τρομοκρατικών εγκλημάτων, σε άλλο κράτος μέλος, τίθενται, το συντομότερο δυνατό, στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του εν λόγω κράτους μέλους, είτε κατόπιν σχετικής αιτήσεως των τελευταίων είτε αυθόρμητα. Η διαβίβαση διενεργείται μέσω ασφαλών διαύλων επικοινωνίας και, όπου είναι τεχνικά εφικτό, με δομημένο ή ημιαυτοματοποιημένο τρόπο, σύμφωνα με το ενωσιακό πλαίσιο ψηφιακής ανταλλαγής πληροφοριών σε υποθέσεις τρομοκρατίας.
  2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται, όταν κρίνεται, ότι η ανταλλαγή πληροφοριών θα θέσει σε κίνδυνο τρέχουσες έρευνες ή την ασφάλεια ενός φυσικού προσώπου ή ότι είναι αντίθετη με ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειας του Ελληνικού Κράτους.
  3. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται και λαμβάνονται κατά το παρόν άρθρο υποβάλλονται σε επεξεργασία αποκλειστικά για τους σκοπούς της πρόληψης, ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης τρομοκρατικών εγκλημάτων και λοιπών συναφών αξιόποινων πράξεων και σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα επιβολής του νόμου. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται περιορίζονται στις αναγκαίες και δεν υπερβαίνουν εκείνες που προβλέπονται στο σημείο 2 του Τμήματος Β του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794. Όπου εφαρμόζεται συνεργασία με τη Eurojust, η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.
  4. Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές διασφαλίζουν την τήρηση αρχείων καταγραφής πρόσβασης, διαβίβασης και περαιτέρω χρήσης των δεδομένων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις ασφάλειας του ν. 4624/2019 (Α’ 137).».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 56
Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης Θυμάτων Εγκληματικών Πράξεων και Ελληνική Αρχή Συνδρομής – Τροποποίηση παρ. 2 έως 4 άρθρου 1 ν. 3811/2009

Στο άρθρο 1 του ν. 3811/2009 (Α’ 231), περί Ελληνικής Αρχής Αποζημίωσης και Ελληνικής Αρχής Συνδρομής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 προστίθεται τρίτο εδάφιο, β) η παρ. 4 αντικαθίσταται και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 1
Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης και Ελληνική Αρχή Συνδρομής

  1. Συστήνεται αρχή με την ονομασία «Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης Θυμάτων Εγκληματικών Πράξεων», η οποία λειτουργεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και αποφαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 3, επί των αιτήσεων αποζημίωσης των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση ή των εγκλημάτων των άρθρων 323Α, 336 σε βάρος ανηλίκου, 339 παρ. 1 και 3, 342 παρ. 1, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α Π.Κ., που έχουν τελεστεί στην ημεδαπή, τα οποία έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τρίτου κράτους στις περιπτώσεις του άρθρου 323 Α Π.Κ.
  2. Η Αρχή είναι τριμελής και συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από:
    α) έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Πρόεδρο,
    β) έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
    γ) έναν υπάλληλο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που είναι τουλάχιστον προϊστάμενος Διευθύνσεως, αναπληρούμενος από προϊστάμενο άλλης Διευθύνσεως.
    Τα μέλη της Αρχής με τους αναπληρωτές τους ορίζονται για θητεία δύο ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί για μία φορά. Παύουν αυτοδικαίως να κατέχουν τις θέσεις αυτές εάν στερηθούν με οποιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα υπό την οποία τοποθετήθηκαν.
    Αρμόδιο για τη μέριμνα έκδοσης των διοικητικών πράξεων που αφορούν στη συγκρότηση της Αρχής, καθώς και για τη συγκέντρωση αιτήσεων αποζημίωσης και την προώθησή τους σε αυτήν είναι το Τμήμα Δικαστικής Προσβασιμότητας Ευάλωτων Πολιτών της Διεύθυνσης Δικαστικής Προσβασιμότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
  3. Γραμματέας της Αρχής ορίζεται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Β’, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Αρχή συνεδριάζει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της. Με απόφαση του Προέδρου της δύναται να ορισθεί και άλλος τόπος συνεδριάσεως της Αρχής.
  4. Ως αρμόδια «Ελληνική Αρχή Συνδρομής για την αποζημίωση των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση» (εφεξής Ελληνική Αρχή Συνδρομής) ορίζεται το Ειδικό Γραφείο Συνδρομής που λειτουργεί στο Τμήμα Δικαστικής Προσβασιμότητας Ευάλωτων Πολιτών της Διεύθυνσης Δικαστικής Προσβασιμότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
  5. Οι ανωτέρω Αρχές μετέχουν στο σύστημα συνεργασίας μεταξύ αυτών και των αντίστοιχων Αρχών των άλλων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

Άρθρο 57
Κακοποίηση ανηλίκου – Υποχρεώσεις ιατρών – Προσθήκη άρθρου 11A στον ν. 4837/2021

Στον ν. 4837/2021 (Α’ 178), προστίθεται άρθρο 11Α ως εξής:

«Άρθρο 11Α
Κακοποίηση ανηλίκου – Υποχρεώσεις ιατρών

  1. Ο ιατρός που παρέχει τις υπηρεσίες του σε ανήλικο και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του πληροφορείται ή διαπιστώνει με οποιονδήποτε τρόπο ενδείξεις κακοποίησης, αναφέρει αμελλητί το περιστατικό στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή και, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, θέτει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία που αφορούν το αναφερόμενο περιστατικό κακοποίησης ανηλίκου. Ως κακοποίηση νοείται η τέλεση ή απόπειρα τέλεσης κάποιας από τις πράξεις που προβλέπονται:
    α) στην παρ. 2A του άρθρου 184,
    β) στα άρθρα 312 και 315,
    γ) στην παρ. 4 του άρθρου 323Α, στο άρθρο 324, στην παρ. 3 του άρθρου 330 και στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 333,
    δ) στο άρθρο 336, στις παρ. 3 και 5 του άρθρου 337 και στα άρθρα 338, 339, 342, 343, 345 και 346, καθώς και
    ε) στα άρθρα 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95).
  2. Αν ιατρός προβαίνει σε αναφορά περιστατικού κακοποίησης ανηλίκου εφαρμόζονται αναλογικά οι παρ. 2 έως 3 του άρθρου 23 του ν. 3500/2006, περί υποχρεώσεων των επαγγελματιών (Α΄ 232).».

Δημοσιευμένα σχόλια
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
18 Ιούλ 2026, 11:13
Σύνδεσμος σχολίου
Αναφορικά με το Άρθρο 53 περί της Αναγνώρισης κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη:

Ι. Το βασικό πρόβλημα: Η παράγραφος 2 αναθέτει στον διαμεσολαβητή να: «διαπιστώσει την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας…» και στη συνέχεια απαριθμεί συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.
Γιατί αυτό είναι προβληματικό;
Ο διαμεσολαβητής, σύμφωνα με τον ν. 4640/2019, δεν απονέμει δικαιοσύνη ούτε αξιολογεί αποδεικτικά μέσα με δεσμευτικό τρόπο. Ο ρόλος του είναι: να διευκολύνει τον διάλογο, να βοηθήσει τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, όχι να αποφανθεί αν αποδείχθηκε ή όχι η χρησικτησία.
Με τη συγκεκριμένη διάταξη, όμως, μετατρέπεται ουσιαστικά σε ιδιότυπο δικαστή ή εισηγητή επί της ουσίας της διαφοράς.
Αυτό δημιουργεί σοβαρό θεσμικό ζήτημα.

ΙΙ. Η δεύτερη δυσκολία
Η διάταξη απαριθμεί συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Όμως η έκτακτη χρησικτησία δεν αποδεικνύεται αποκλειστικά με αυτά. Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει δεχθεί ότι μπορεί να αποδειχθεί με οποιοδήποτε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
Υπάρχουν πολλές πραγματικές περιπτώσεις όπου: δεν υπάρχει Ε9 επί δεκαετίες, δεν υπάρχει παροχή ΔΕΗ, δεν υπάρχει οικοδομική άδεια, πρόκειται για βοσκότοπο, πρόκειται για ελαιώνα, πρόκειται για αγροτική έκταση.
Άρα η απαρίθμηση μπορεί στην πράξη να δημιουργήσει εσφαλμένη εντύπωση ότι απαιτείται συγκεκριμένος τύπος αποδείξεων.

ΙΙΙ. Η τρίτη δυσκολία:
Το πρακτικό διαμεσολάβησης οδηγεί απευθείας σε μεταβολή του Κτηματολογίου.
Εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα: ποιος φέρει την ευθύνη εάν μεταγενέστερα αποδειχθεί ότι τα στοιχεία ήταν ψευδή ή ανεπαρκή;
Ο διαμεσολαβητής; Το Δημόσιο; Το Κτηματολόγιο;
Η διάταξη δεν το απαντά!.
ΙV. Η δική μου νομοτεχνική πρόταση:
Θα πρότεινα να αλλάξει πλήρως η διατύπωση της παρ. 2. Αντί: «ο διαμεσολαβητής διαπιστώνει την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν…» να προβλεφθεί: «Ο διαμεσολαβητής διαπιστώνει αποκλειστικά ότι ο αιτών προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί κτήσης κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να αξιολογεί την αποδεικτική τους δύναμη ούτε να αποφαίνεται επί της βασιμότητας της αξίωσης.»
Έτσι: παραμένει ουδέτερος, δεν υποκαθιστά τον δικαστή, δεν εκτίθεται σε ευθύνη, παραμένει εντός των ορίων του ν. 4640/2019.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη μεγαλύτερο θέμα:
Η παρ. 2 προβλέπει ότι: «το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της εγγραφής επειδή οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν προβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα.» Εδώ γεννάται το ερώτημα:
Ποιος εκπροσωπεί το Δημόσιο; η Κτηματική Υπηρεσία; το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους; το Υπουργείο Οικονομικών; η ΕΤΑΔ όπου εμπλέκεται; άλλη υπηρεσία;
Η διάταξη δεν το διευκρινίζει. Εάν δεν προσδιοριστεί ο αρμόδιος φορέας και η έκταση της εξουσίας του να δεσμεύει το Δημόσιο, υπάρχει κίνδυνος αμφισβήτησης του κύρους του πρακτικού διαμεσολάβησης.
Προσωπική εκτίμηση:
Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 53 είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα καινοτομία, αλλά χρειάζεται σημαντική νομοτεχνική βελτίωση. Η σημαντικότερη αδυναμία του είναι ότι μεταφέρει στον διαμεσολαβητή λειτουργίες που προσιδιάζουν στην αποδεικτική αξιολόγηση και τη δικαιοδοτική κρίση, ενώ παράλληλα αφήνει ασαφές το πλαίσιο εκπροσώπησης και δέσμευσης του Ελληνικού Δημοσίου.
Η δική μου πρόταση:
1. Ο διαμεσολαβητής να μην αξιολογεί τη χρησικτησία:
Η διατύπωση: «ο διαμεσολαβητής διαπιστώνει την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν…» πρέπει να αντικατασταθεί από: «Ο διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι ο αιτών προσκόμισε έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί κτήσης κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής τους δύναμης ή να αποφαίνεται επί της βασιμότητας της αξίωσης.»
Έτσι προστατεύεται ο θεσμός της διαμεσολάβησης.

2. Να δημιουργηθεί υποχρέωση του Δημοσίου να αιτιολογεί την άρνησή του:
Σήμερα αρκεί να δηλώσει: «προβάλλω δικαιώματα.» Αυτό δεν αρκεί. Θα πρότεινα: Το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον αντιτάσσει δικαιώματα κυριότητας, οφείλει να επικαλείται συγκεκριμένη νόμιμη αιτία κτήσης ή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αξίωσή του. Η γενική ή αόριστη αμφισβήτηση δεν αρκεί. Έτσι αποφεύγονται προσχηματικές αρνήσεις.

3. Να τεθεί προθεσμία στο Δημόσιο:
Να προστεθεί: Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου αποστέλλουν τις απόψεις τους εντός εξήντα (60) ημερών από την πρόσκληση στη διαμεσολάβηση. Διαφορετικά η διαδικασία μπορεί να καθυστερεί μήνες.
4. Να αποσαφηνιστεί ποιος εκπροσωπεί το Δημόσιο:
Η διάταξη δεν λέει: ποιος παραλαμβάνει την πρόσκληση, ποιος αποφασίζει, ποιος υπογράφει. Θα έπρεπε να προβλεφθεί ότι: Το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από ειδικά εξουσιοδοτημένο όργανο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή άλλη αρμόδια υπηρεσία, η οποία δεσμεύει το Δημόσιο ως προς τη δήλωση μη προβολής εμπράγματων δικαιωμάτων.

5. Να μην υπάρχει κλειστός κατάλογος αποδεικτικών μέσων:
Η απαρίθμηση: Ε9, ΔΕΗ, ύδρευση, τηλεφωνία, οικοδομική άδεια δεν ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις. Θα πρότεινα: Η χρησικτησία μπορεί να αποδεικνύεται με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Τα αναφερόμενα στοιχεία έχουν ενδεικτικό και όχι αποκλειστικό χαρακτήρα. Έτσι ευθυγραμμίζεται η διάταξη με την πάγια νομολογία.
6. Πρόβλεψη για ψευδή στοιχεία:
Θα πρόσθετα: Εάν μετά την καταχώριση προκύψει ότι το πρακτικό βασίστηκε σε ψευδή ή πλαστά αποδεικτικά στοιχεία, η καταχώριση ανακαλείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις και διατηρούνται ακέραιες οι αστικές και ποινικές ευθύνες του αιτούντος.

Η σημαντικότερη πρόταση:
Υπάρχει όμως μία ακόμη ιδέα που θεωρώ ότι θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματική καινοτομία. Στις περισσότερες από αυτές τις υποθέσεις δεν υπάρχει πραγματική διαφορά. Το Δημόσιο συνήθως δεν γνωρίζει καν το ακίνητο. Δεν ισχυρίζεται ότι του ανήκει. Απλώς υπάρχει η ένδειξη: «Αγνώστου Ιδιοκτήτη». Επομένως, η διαφορά είναι μεταξύ του πολίτη και του Κτηματολογίου, όχι μεταξύ δύο αντιδίκων που διεκδικούν το ίδιο ακίνητο.
Για αυτό θα πρoτείνω να δημιουργηθεί μια διοικητική διαδικασία αναγνώρισης, με τα εξής στάδια: αίτηση του ενδιαφερομένου, εξέταση από τριμελή επιτροπή (νομικός του Κτηματολογίου, εκπρόσωπος του Δημοσίου και τοπογράφος), δυνατότητα του Δημοσίου να προβάλλει συγκεκριμένες αντιρρήσεις, αν δεν προβάλλονται εμπράγματα δικαιώματα ή οι αντιρρήσεις κρίνονται αβάσιμες, να διορθώνεται απευθείας η εγγραφή, μόνο αν υπάρχει πραγματική αμφισβήτηση να ακολουθεί διαμεσολάβηση ή δικαστική διαδικασία.
Γιατί θεωρώ ότι αυτή είναι η καλύτερη λύση:
Η διαμεσολάβηση προϋποθέτει δύο μέρη που έχουν περιθώριο αμοιβαίων υποχωρήσεων. Στην περίπτωση της έκτακτης χρησικτησίας, όμως, το αντικείμενο δεν είναι διαπραγματεύσιμο: είτε ο πολίτης απέκτησε κυριότητα από τον νόμο είτε όχι. Ο διαμεσολαβητής δεν μπορεί να “δημιουργήσει” κυριότητα ούτε να την αναγνωρίσει με δικαιοδοτική κρίση. Για τον λόγο αυτό, η διαμεσολάβηση έχει αξία μόνο ως μέσο διαπίστωσης ότι το Δημόσιο δεν προβάλλει αξίωση, όχι ως υποκατάστατο της δικαστικής κρίσης.
Μια επιπλέον, ίσως ακόμη πιο σημαντική, ιδέα:
Θα πρότεινα να προστεθεί ρητή διάταξη ότι η μεταβολή της κτηματολογικής εγγραφής θα στηρίζεται στη συνδυασμένη αξιολόγηση του φακέλου από το Κτηματολόγιο και στη δήλωση του Δημοσίου, χωρίς να εμφανίζεται ο διαμεσολαβητής ως εκείνος που «θεμελίωσε» τη χρησικτησία. Αυτό διατηρεί καθαρό τον ρόλο όλων των εμπλεκομένων και καθιστά τη ρύθμιση πιο συμβατή με τον ν. 4640/2019 και τις αρχές του αστικού δικαίου.
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΤΣΩΝΑΚΗ (ταυτοποιημένος χρήστης)
16 Ιούλ 2026, 20:09
Σύνδεσμος σχολίου
Ρέθυμνο, 16.07.2026
Θέμα: Bελτιώσεις επί του άρθρου 53 του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069- Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις- λοιπές διατάξεις» που έχει τεθεί σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση μέχρι την 20η.07.2026
Με αφορμή την άρνηση καταχώρισης Πρακτικών Διαμεσολάβησης για την διόρθωση κτηματολογικών εγγραφών με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο από το Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνου και από έτερα Κτηματολογικά Γραφεία της Χώρας εξεδόθη το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΚΥ- 93301/ 9850Β1/23-06-2026 έγγραφο της Κεντρικής Υπηρεσίας (Κ.Υ.) του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με ΘΕΜΑ: «Απάντηση σε έγγραφο - Η κτηματολογική διαμεσολάβηση του Δημοσίου» και «Σχετ.: το με αριθμό πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0725/2626816/04-06-2026 έγγραφό σας» απευθυνόμενο προς την Διεύθυνση Νομικού Έργου Λειτουργούντος Κτηματολογίου της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ κοινοποιούμενο προς τα κτηματολογικά γραφεία της χώρας και την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, με το οποίο η Κ.Υ. του Ν.Σ.Κ. γνωμοδότησε επί του ζητήματος της καταχώρισης σχετικών πρακτικών επιτυχούς διαμεσολάβησης με συνεναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με το ως άνω, η Κ.Υ. του Ν.Σ.Κ. καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «[…] Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, για τους σκοπούς της κτηματολογικής διαμεσολάβησης, η μη προβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου παρέχει τη δυνατότητα διόρθωσης της ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής».
Εν συνεχεία, επί του ως άνω εξεδόθη το με αρ. πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0902/2631861/4-6-2026 απαντητικό έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικού Έργου Λειτουργούντος Κτηματολογίου της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ με θέμα: Η κτηματολογική διαμεσολάβηση του Δημοσίου» και «Σχετ.: το με αριθμό πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0725/2626816/04-06-2026 έγγραφό μας και το με αριθμό πρωτ. ΚΥ- 93301/9850Β1/23.06.2026 έγγραφο του ΝΣΚ» , με το οποίο ζητείται από την ως άνω Διεύθυνση νομοθετική παρέμβαση από το εποπτεύον Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης επί του ζητήματος και πιο συγκεκριμένα «τροποποίηση της περ. δ) της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998 ώστε να προβλέπεται στο εξής ρητά η παρεχόμενη εκ του Ελληνικού Δημοσίου συναίνεση δια των λειτουργών του ΝΣΚ περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών λόγω μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου, επέχει θέση αναγνώρισης του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης».
Κατόπιν των ανωτέρω κινήθηκε διαδικασία τροποποίησης της διάταξης 6 παρ. 2 εδ. δ΄ του Ν. 2664/1998 και ενόψει τούτου τέθηκε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το άρθρο 53 του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069- Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις- λοιπές διατάξεις», το οποίο επιχειρεί την τροποποίηση αυτού.
Ειδικότερα, αυτό προβλέπει:
«Άρθρο 53
Αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη
1. Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, επί ακινήτου για το οποίο έχει καταχωρισθεί στο Κτηματολόγιο ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», ο ενάγων υποχρεούται, πριν από την κατάθεση της αγωγής, να προσφύγει σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ενώπιον πιστοποιημένου κτηματολογικού διαμεσολαβητή, καλώντας το Ελληνικό Δημόσιο να συμμετάσχει. Η παράλειψη της υποχρεωτικής προσπάθειας διαμεσολάβησης του πρώτου εδαφίου συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής.
2. Εφόσον κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλει εμπράγματα δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, τα μέρη δύνανται να καταρτίσουν πρακτικό διαμεσολάβησης, κατά το άρθρο 8 του ν. 4640/2019 (Α’ 190), διά του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπράγματων δικαωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες.
Ακολούθως, ο διαμεσολαβητής, αφού διαπιστώσει, έπειτα από προσκόμιση του ενάγοντος, την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος λόγω έκτακτης χρησικτησίας, επισυνάπτει τα αποδεικτικά αυτά στο πρακτικό διαμεσολάβησης και κάνει σχετική αναφορά. Το πρακτικό διαμεσολάβησης καταχωρίζεται αμελλητί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο με επισυναπτόμενα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης. Ως αναφερόμενη αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η έκτακτη χρησικτησία.
Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διαπιστώσει την ύπαρξη, ιδίως, των κάτωθι αποδεικτικών στοιχείων:
α) του Εντύπου Ε9,
β) αποδείξεων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας και ύδρευσης στο όνομα του φερόμενου ως ενάγοντος,
γ) μισθωτηρίων συμβολαίων στα οποία ο τελευταίος εμφανίζεται ως εκμισθωτής ή αποδείξεων είσπραξης μισθωμάτων,
δ) δηλώσεων ενώπιον δημόσιων ή φορολογικών αρχών,
ε) οικοδομικής άδειας,
στ) τοπογραφικών διαγραμμάτων βεβαίας χρονολογίας, ιδίως ως προσαρτώμενων σε τίτλους ιδιοκτησίας, συμβολαιογραφικές πράξεις, οικοδομικές άδειες και
ζ) ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ή διανομής το οποίο να έχει συνταχθεί τουλάχιστον είκοσι (20) έτη πριν από την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και να φέρει βεβαία χρονολογία .
Απαιτείται η προσκόμιση στον διαμεσολαβητή τουλάχιστον δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες να περιλαμβάνουν ρητή αναφορά σε εικοσαετή νομή, η οποία να έχει συμπληρωθεί έως την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και προσδιορισμό του εμβαδού, της θέσης και των ορίων του ακινήτου.
1. Σε περίπτωση αντίρρησης ή αξίωσης κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, η αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Πρωτοδικείου.
2. Οι παρ. 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται επί πραγμάτων που εμπίπτουν σε δημόσια κτήση ή είναι κοινόχρηστα»
Παρ’ ότι κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, δυστυχώς, θεωρούμε ότι αν ψηφιστεί ως έχει, το πρόβλημα θα παραμείνει το ίδιο και ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ, με αποτέλεσμα η όλη αυτή διαδικασία της διαμεσολάβησης με το Ελληνικό Δημόσιο και η σύνταξη των Πρακτικών να μην επιφέρει κανένα αποτέλεσμα, αντιθέτως να επιβαρύνει με ένα επιπλέον κόστος τους πολίτες (αυτό της διενέργειας Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης με το Ελληνικό Δημόσιο) χωρίς όμως κανένα νόημα, αφού και παρά την συναίνεση του Δημοσίου στην διόρθωση της εκάστοτε εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, τα Πρακτικά στην ουσία δεν θα καταχωρίζονται.
Παρακάτω παραθέτουμε προβληματισμούς μας αναφορικά με την εν θέματι την υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη και προτάσεις για βελτιώσεις-τροποποιήσεις αυτής.
Α. Περιορισμός της γραμματικής διατύπωσης της διάταξης στην αιτία κτήσης
Η διάταξη αναφέρεται «σε αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη». Ο περιορισμός αυτός στην αιτία κτήσης, ήτοι της χρησικτησίας, είναι εσφαλμένος και ορθώς δεν είχε γίνει τέτοιος περιορισμός στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 23 του Ν. 5232/2025 (με την οποία είχε εισαχθεί η δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση και με το Δημόσιο, με ΟΤΑ και ΝΠΔΔ) καθώς στην περίπτωση των γεωμετρικών μεταβολών με εναγόμενους τόσο ιδιώτες όσο και Ελληνικό Δημόσιο, ΟΤΑ, και ΝΠΔΔ πολλές φορές ο ενάγων επικαλείται και έχει τίτλο κτήσης επί του υπό διόρθωση ακινήτου του, ήτοι παράγωγο τρόπο κτήσης, όπως είναι οι κάθε είδους συμβολαιογραφικές πράξεις.
Η εσφαλμένη και περιοριστική αυτή διατύπωση του άρθρου 53 ΣχΝ δεν καταλαμβάνει τις αγωγές, στις οποίες ο Ενάγων επικαλείται παράγωγο τρόπο κτήσης του υπό διόρθωση ακινήτου του (σύμβαση) με αποτέλεσμα αν ψηφιστεί ως έχει πιθανολογείται από πλευράς μας ότι θα δημιουργηθεί ερμηνευτικό πρόβλημα με τους ενάγοντες που έχουν στην κατοχή τους τίτλους κτήσης (συμβολαιογραφικές πράξεις).
Συνεπώς, θα πρέπει να συμπεριληφθεί σαφώς και η περίπτωση που υπάρχει παράγωγος τρόπος κτήσης δικαιώματος, όπως η σύμβαση και όχι να γίνεται περιορισμός ως προς τον τρόπο κτήσης αποκλειστικά και μόνο στην έκτακτη χρησικτησία.
Επιπλέον, θα πρέπει να τεθεί στην εν θέματι υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη, ο όρος «δικαίωμα» αντί «κυριότητα», καθώς πολλές φορές οι διορθώσεις και η αναγνώριση αφορούν σε δικαιώματα ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας, ή δικαιώματα δουλείας, ως εκ τούτου δεν μπορεί να περιορίζεται το γράμμα της διάταξης σε ένα μόνο εμπράγματο δικαίωμα, αυτό της κυριότητας.
Α1. Πρόταση/βελτίωση επί της περιοριστικής γραμματικής διατύπωσης της διάταξης στην αιτία κτήσης του επικαλούμενου από τον Ενάγοντα δικαιώματος του

Μία πρόταση/ βελτίωση επί της διατύπωσης της διάταξης θα ήταν η κάτωθι:
Επί του τίτλου της διάταξης: «Αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη»
Επί της παρ. 1 της εν θέματι διάταξης προτείνεται η εξής διατύπωση: «Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής εμπραγμάτου δικαιώματος με αιτία κτήσης πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) ή παράγωγο τρόπο κτήσης (σύμβαση), επί ακινήτου για το οποίο έχει καταχωρισθεί ……………..» και αναλόγως να διαμορφωθεί και η υπόλοιπη διάταξη.
Αναλόγως του επικαλούμενου από τον ενάγοντα τρόπου κτήσης, ο διαμεσολαβητής διαπιστώνει α) σε περίπτωση πρωτοτύπου τρόπου κτήσης (χρησικτησία) το επικαλούμενο δικαίωμα βασιζόμενος στα απαριθμούμενα και αναφερόμενα διαζευκτικά στην υπό διαβούλευση διάταξη αποδεικτικά στοιχεία με ρητή αναφορά τους στο σχετικό πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης και β) σε περίπτωση παραγώγου τρόπου κτήσης (σύμβαση) το επικαλούμενο δικαίωμα βασιζόμενος στην εκάστοτε προσκομιζόμενη σύμβαση με ρητή αναφορά της στο σχετικό πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης.
Προτείνεται δε να προστεθεί και η ακόλουθη διατύπωση: «Ως αναφερόμενη αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η έκτακτη χρησικτησία ή η προκύπτουσα από τον παράγωγο τρόπο κτήσης αιτία και ο τίτλος αυτής.»

Β. Παράλειψη εισαγωγής τεκμηρίου για την αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή, η οποία επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης
Στην υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη δεν εισάγεται τεκμήριο νόμου, σύμφωνα με το οποίο η συναίνεση δια των λειτουργών του ΝΣΚ περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών λόγω μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου να επέχει θέση αναγνώρισης του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και κατ’ επέκταση να επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης που είναι και το φλέγον ζήτημα, καθότι ο λόγος άρνησης/απόρριψης καταχώρισης αυτών των Πρακτικών είναι ότι δεν υπάρχει ΡΗΤΗ αναγνώριση κυριότητας από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου ώστε να καταργείται η δίκη.
Β1. Πρόταση/βελτίωση επί της παράλειψης εισαγωγής τεκμηρίου για την αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή, η οποία επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης
Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0902/2631861/4-6-2026 απαντητικό έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικού Έργου Λειτουργούντος Κτηματολογίου της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ, προτείνονται οι εξής δύο λύσεις:
[α] είτε να συμπληρωθεί η παρ. 2 του άρθρου 53 ως εξής: «δια του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στην διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπραγμάτων δικαιωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες. Η μη προβολή δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επέχει θέση αναγνώρισης του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και επιφέρει κατάργηση της ίδιας δίκης.»
[β] είτε ο διαμεσολαβητής ως «οιονεί δικαστής», αφού διαπιστώσει, κατόπιν προσκόμισης από πλευράς του εκάστοτε Ενάγοντος, την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα του (του Ενάγοντος) να προβαίνει με την σύνταξη του Πρακτικού σε ρητή ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ του δικαιώματος του Ενάγοντος και να καταργείται η δίκη.
Η λύση αυτή δεν προκρίνεται διότι με αυτόν τον τρόπο χάνεται ο ρόλος του διαμεσολαβητή που δεν είναι αυτός του δικαστή που λαμβάνει αποφάσεις και προβαίνει σε κρίσεις και διαπιστώσεις και ο διαμεσολαβητής αναλαμβάνει τοιουτοτρόπως ένα βάρος δυσανάλογο του ρόλου του. Εδώ φυσικά πρέπει να αναφέρουμε ότι διαμεσολαβητές δεν είναι μόνον δικηγόροι και αυτό αποτελεί πρόβλημα ως προς το εάν διαμεσολαβητές - μη δικηγόροι θα είναι σε θέση να επεξεργαστούν και να διαχειριστούν πολύπλοκα νομικά ζητήματα όπως αυτό που ανακύπτει εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, μία τέτοια λύση κρίνεται αλυσιτελής για την ασφάλεια δικαίου.
Τέλος, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι εάν η διαπίστωση που θα λαμβάνει χώρα από τον διαμεσολαβητή για την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν το δικαίωμα του επισπεύδοντος, η αναφορά αυτών (των στοιχείων) και η προσκόμισή τους θα επαρκούν για την συνολική διευθέτηση της διαφοράς και την καταχώριση του Πρακτικού Διαμεσολάβησης για την διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο που είναι και ο σκοπός της νομοθετικής επίλυσης του ζητήματος ή εάν θα οδηγηθούμε πάλι στο ίδιο αδιέξοδο με την άρνηση και απόρριψη των πρακτικών διαμεσολάβησης από τα κατά τόπους κτηματολογικά γραφεία.
Προσέτι, τα απαριθμούμενα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι είναι ενδεικτικά και συνεκτιμώνται ελεύθερα χωρίς να απαιτείται η σωρευτική συνδρομή τους.
Γ. Υποκειμενική διεύρυνση της διάταξης
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 μεταξύ των διαδίκων (εναγόμενοι και συμμετέχοντες στην ΥΑΣΔ), εκτός από το Ελληνικό Δημόσιο, μπορεί να είναι και Ο.Τ.Α., όπως Δήμοι, και Ν.Π.Δ.Δ.
Τόσο το Ελληνικό Δημόσιο όσο και οι Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. δεν αναγνωρίζουν εμπράγματα δικαιώματα, όπως η κυριότητα, αλλά προβαίνουν σε δηλώσεις αντίστοιχες του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι ότι συναινούν στην διόρθωση, όμως δεν αναγνωρίζουν το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμα του Ενάγοντος, με αποτέλεσμα να μην καταχωρίζονται τα Πρακτικά Διαμεσολάβησης από τα κατά τόπους κτηματολογικά γραφεία και να οδηγούμαστε στο ίδιο αδιέξοδο όπως έχει περιγραφεί ανωτέρω.

Γ1. Πρόταση/βελτίωση
Συνεπώς, η διάταξη αυτή θα πρέπει να συμπεριλάβει το εν στενή και ευρεία εννοία Δημόσιο, ήτοι ΚΑΙ τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. ώστε να αποφύγουμε τα ίδια ως άνω ζητήματα.

Δ. Εισαγωγή δυνατότητας διενέργειας ΥΑΣΔ ΠΡΙΝ από την ΚΑΤΑΘΕΣH της Αγωγής
Η εν θέματι υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη προβλέπει ότι η ΥΑΣΔ θα λαμβάνει χώρα ΠΡΙΝ από την ΚΑΤΑΘΕΣΗ της Αγωγής. Συνεπώς ευλόγως γεννώνται τα ακόλουθα ερωτήματα:
α] με ποιον τρόπο θα επιτυγχάνεται η κλήση αυτή από το επισπεύδον μέρος (κι όχι Ενάγων εν προκειμένου αφού στο στάδιο αυτό δεν θα υπάρχει κατατεθειμένη Αγωγή) προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους ΟΤΑ, ή τα ΝΠΔΔ,
β] ποιο θα είναι το περιεχόμενο αυτής της κλήσης,
γ] με ποιον τρόπο θα γνωστοποιείται η κλήση αυτή, με δικαστικό επιμελητή (που θα επιφέρει επιπλέον έξοδα για τον ενάγοντα), με e-mail (σε ποια ηλεκτρονική διεύθυνση;), με ταχυδρομείο; Παρατηρείται εδώ ότι δεν υπάρχει σαφής παραπομπή σε γενικές διατάξεις ΑΛΛΑ ούτε υπάρχει ειδική πρόβλεψη.
δ] ποιο θα είναι περιεχόμενο αυτής της κλήσης δεδομένου ότι δεν θα υπάρχει κατατεθειμένη Αγωγή με προσαρτημένο σε αυτήν το Διάγραμμα Γεωμετρικών Μεταβολών (ΔΓΜ); Δεν υπάρχει ρητή αναφορά ότι στην κλήση θα πρέπει να προσαρτάται ΔΓΜ, το οποίο κρίνεται άκρως προβληματικό,
ε] η προθεσμία προκειμένου να απαντήσει το Ελληνικό Δημόσιο είναι η ίδια που προβλέπεται στην παρ. 2 του Α. 6 του Ν. 2664/1998 ως ισχύει σήμερα;
στ] έστω ότι εφαρμόζεται η προθεσμία υπό [ε], τι θα γίνεται εάν εντός της ως άνω προθεσμίας δεν έχει πλήρη φάκελο το Ελληνικό Δημόσιο; Ποια είναι η τύχη της διαμεσολάβησης;
Ε. Ανάγκη ειδικής πρόβλεψης ως προς τα συνταχθέντα, υπογραφέντα και ΗΔΗ κατατεθειμένα στα αρμόδια Πρωτοδικεία Πρακτικά Διαμεσολάβησης.
Με ποιον τρόπο θα καταχωριστούν αυτά; Θα συνταχθούν νέα ή τροποποιητικά και συμπληρωματικά του αρχικού Πρακτικά; Ή θα καταχωριστούν ως έχουν;
Μετά τιμής,
Ιωάννα Καρτσωνάκη, Δικηγόρος και Κτηματολογική Διαμεσολαβήτρια
Ελένη Ε. Κουλάκη, Δικηγόρος
ΕΛΕΝΗ ΚΟΥΛΑΚΗ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
16 Ιούλ 2026, 19:39
Σύνδεσμος σχολίου
Με αφορμή την άρνηση καταχώρισης Πρακτικών Διαμεσολάβησης για την διόρθωση κτηματολογικών εγγραφών με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο από το Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνου και από έτερα Κτηματολογικά Γραφεία της Χώρας εξεδόθη το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΚΥ- 93301/ 9850Β1/23-06-2026 έγγραφο της Κεντρικής Υπηρεσίας (Κ.Υ.) του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με ΘΕΜΑ: «Απάντηση σε έγγραφο - Η κτηματολογική διαμεσολάβηση του Δημοσίου» και «Σχετ.: το με αριθμό πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0725/2626816/04-06-2026 έγγραφό σας» απευθυνόμενο προς την Διεύθυνση Νομικού Έργου Λειτουργούντος Κτηματολογίου της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ κοινοποιούμενο προς τα κτηματολογικά γραφεία της χώρας και την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, με το οποίο η Κ.Υ. του Ν.Σ.Κ. γνωμοδότησε επί του ζητήματος της καταχώρισης σχετικών πρακτικών επιτυχούς διαμεσολάβησης με συνεναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με το ως άνω, η Κ.Υ. του Ν.Σ.Κ. καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «[…] Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, για τους σκοπούς της κτηματολογικής διαμεσολάβησης, η μη προβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου παρέχει τη δυνατότητα διόρθωσης της ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής».
Εν συνεχεία, επί του ως άνω εξεδόθη το με αρ. πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0902/2631861/4-6-2026 απαντητικό έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικού Έργου Λειτουργούντος Κτηματολογίου της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ με θέμα: Η κτηματολογική διαμεσολάβηση του Δημοσίου» και «Σχετ.: το με αριθμό πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0725/2626816/04-06-2026 έγγραφό μας και το με αριθμό πρωτ. ΚΥ- 93301/9850Β1/23.06.2026 έγγραφο του ΝΣΚ» , με το οποίο ζητείται από την ως άνω Διεύθυνση νομοθετική παρέμβαση από το εποπτεύον Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης επί του ζητήματος και πιο συγκεκριμένα «τροποποίηση της περ. δ) της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998 ώστε να προβλέπεται στο εξής ρητά η παρεχόμενη εκ του Ελληνικού Δημοσίου συναίνεση δια των λειτουργών του ΝΣΚ περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών λόγω μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου, επέχει θέση αναγνώρισης του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης».
Κατόπιν των ανωτέρω κινήθηκε διαδικασία τροποποίησης της διάταξης 6 παρ. 2 εδ. δ΄ του Ν. 2664/1998 και ενόψει τούτου τέθηκε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το άρθρο 53 του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069- Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις- λοιπές διατάξεις», το οποίο επιχειρεί την τροποποίηση αυτού.
Ειδικότερα, αυτό προβλέπει:
«Άρθρο 53
Αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη
1. Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, επί ακινήτου για το οποίο έχει καταχωρισθεί στο Κτηματολόγιο ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», ο ενάγων υποχρεούται, πριν από την κατάθεση της αγωγής, να προσφύγει σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ενώπιον πιστοποιημένου κτηματολογικού διαμεσολαβητή, καλώντας το Ελληνικό Δημόσιο να συμμετάσχει. Η παράλειψη της υποχρεωτικής προσπάθειας διαμεσολάβησης του πρώτου εδαφίου συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής.
2. Εφόσον κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλει εμπράγματα δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, τα μέρη δύνανται να καταρτίσουν πρακτικό διαμεσολάβησης, κατά το άρθρο 8 του ν. 4640/2019 (Α’ 190), διά του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπράγματων δικαωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες.
Ακολούθως, ο διαμεσολαβητής, αφού διαπιστώσει, έπειτα από προσκόμιση του ενάγοντος, την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος λόγω έκτακτης χρησικτησίας, επισυνάπτει τα αποδεικτικά αυτά στο πρακτικό διαμεσολάβησης και κάνει σχετική αναφορά. Το πρακτικό διαμεσολάβησης καταχωρίζεται αμελλητί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο με επισυναπτόμενα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης. Ως αναφερόμενη αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η έκτακτη χρησικτησία.
Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διαπιστώσει την ύπαρξη, ιδίως, των κάτωθι αποδεικτικών στοιχείων:
α) του Εντύπου Ε9,
β) αποδείξεων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας και ύδρευσης στο όνομα του φερόμενου ως ενάγοντος,
γ) μισθωτηρίων συμβολαίων στα οποία ο τελευταίος εμφανίζεται ως εκμισθωτής ή αποδείξεων είσπραξης μισθωμάτων,
δ) δηλώσεων ενώπιον δημόσιων ή φορολογικών αρχών,
ε) οικοδομικής άδειας,
στ) τοπογραφικών διαγραμμάτων βεβαίας χρονολογίας, ιδίως ως προσαρτώμενων σε τίτλους ιδιοκτησίας, συμβολαιογραφικές πράξεις, οικοδομικές άδειες και
ζ) ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ή διανομής το οποίο να έχει συνταχθεί τουλάχιστον είκοσι (20) έτη πριν από την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και να φέρει βεβαία χρονολογία .
Απαιτείται η προσκόμιση στον διαμεσολαβητή τουλάχιστον δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες να περιλαμβάνουν ρητή αναφορά σε εικοσαετή νομή, η οποία να έχει συμπληρωθεί έως την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και προσδιορισμό του εμβαδού, της θέσης και των ορίων του ακινήτου.
1. Σε περίπτωση αντίρρησης ή αξίωσης κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, η αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Πρωτοδικείου.
2. Οι παρ. 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται επί πραγμάτων που εμπίπτουν σε δημόσια κτήση ή είναι κοινόχρηστα»
Παρ’ ότι κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, δυστυχώς, θεωρούμε ότι αν ψηφιστεί ως έχει, το πρόβλημα θα παραμείνει το ίδιο και ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ, με αποτέλεσμα η όλη αυτή διαδικασία της διαμεσολάβησης με το Ελληνικό Δημόσιο και η σύνταξη των Πρακτικών να μην επιφέρει κανένα αποτέλεσμα, αντιθέτως να επιβαρύνει με ένα επιπλέον κόστος τους πολίτες (αυτό της διενέργειας Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης με το Ελληνικό Δημόσιο) χωρίς όμως κανένα νόημα, αφού και παρά την συναίνεση του Δημοσίου στην διόρθωση της εκάστοτε εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, τα Πρακτικά στην ουσία δεν θα καταχωρίζονται.
Παρακάτω παραθέτουμε προβληματισμούς μας αναφορικά με την εν θέματι την υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη και προτάσεις για βελτιώσεις-τροποποιήσεις αυτής.
Α. Περιορισμός της γραμματικής διατύπωσης της διάταξης στην αιτία κτήσης
Η διάταξη αναφέρεται «σε αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη». Ο περιορισμός αυτός στην αιτία κτήσης, ήτοι της χρησικτησίας, είναι εσφαλμένος και ορθώς δεν είχε γίνει τέτοιος περιορισμός στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 23 του Ν. 5232/2025 (με την οποία είχε εισαχθεί η δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση και με το Δημόσιο, με ΟΤΑ και ΝΠΔΔ) καθώς στην περίπτωση των γεωμετρικών μεταβολών με εναγόμενους τόσο ιδιώτες όσο και Ελληνικό Δημόσιο, ΟΤΑ, και ΝΠΔΔ πολλές φορές ο ενάγων επικαλείται και έχει τίτλο κτήσης επί του υπό διόρθωση ακινήτου του, ήτοι παράγωγο τρόπο κτήσης, όπως είναι οι κάθε είδους συμβολαιογραφικές πράξεις.
Η εσφαλμένη και περιοριστική αυτή διατύπωση του άρθρου 53 ΣχΝ δεν καταλαμβάνει τις αγωγές, στις οποίες ο Ενάγων επικαλείται παράγωγο τρόπο κτήσης του υπό διόρθωση ακινήτου του (σύμβαση) με αποτέλεσμα αν ψηφιστεί ως έχει πιθανολογείται από πλευράς μας ότι θα δημιουργηθεί ερμηνευτικό πρόβλημα με τους ενάγοντες που έχουν στην κατοχή τους τίτλους κτήσης (συμβολαιογραφικές πράξεις).
Συνεπώς, θα πρέπει να συμπεριληφθεί σαφώς και η περίπτωση που υπάρχει παράγωγος τρόπος κτήσης δικαιώματος, όπως η σύμβαση και όχι να γίνεται περιορισμός ως προς τον τρόπο κτήσης αποκλειστικά και μόνο στην έκτακτη χρησικτησία.
Επιπλέον, θα πρέπει να τεθεί στην εν θέματι υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη, ο όρος «δικαίωμα» αντί «κυριότητα», καθώς πολλές φορές οι διορθώσεις και η αναγνώριση αφορούν σε δικαιώματα ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας, ή δικαιώματα δουλείας, ως εκ τούτου δεν μπορεί να περιορίζεται το γράμμα της διάταξης σε ένα μόνο εμπράγματο δικαίωμα, αυτό της κυριότητας.
Α1. Πρόταση/βελτίωση επί της περιοριστικής γραμματικής διατύπωσης της διάταξης στην αιτία κτήσης του επικαλούμενου από τον Ενάγοντα δικαιώματος του

Μία πρόταση/ βελτίωση επί της διατύπωσης της διάταξης θα ήταν η κάτωθι:
Επί του τίτλου της διάταξης: «Αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη»
Επί της παρ. 1 της εν θέματι διάταξης προτείνεται η εξής διατύπωση: «Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής εμπραγμάτου δικαιώματος με αιτία κτήσης πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) ή παράγωγο τρόπο κτήσης (σύμβαση), επί ακινήτου για το οποίο έχει καταχωρισθεί ……………..» και αναλόγως να διαμορφωθεί και η υπόλοιπη διάταξη.
Αναλόγως του επικαλούμενου από τον ενάγοντα τρόπου κτήσης, ο διαμεσολαβητής διαπιστώνει α) σε περίπτωση πρωτοτύπου τρόπου κτήσης (χρησικτησία) το επικαλούμενο δικαίωμα βασιζόμενος στα απαριθμούμενα και αναφερόμενα διαζευκτικά στην υπό διαβούλευση διάταξη αποδεικτικά στοιχεία με ρητή αναφορά τους στο σχετικό πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης και β) σε περίπτωση παραγώγου τρόπου κτήσης (σύμβαση) το επικαλούμενο δικαίωμα βασιζόμενος στην εκάστοτε προσκομιζόμενη σύμβαση με ρητή αναφορά της στο σχετικό πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης.
Προτείνεται δε να προστεθεί και η ακόλουθη διατύπωση: «Ως αναφερόμενη αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η έκτακτη χρησικτησία ή η προκύπτουσα από τον παράγωγο τρόπο κτήσης αιτία και ο τίτλος αυτής.»

Β. Παράλειψη εισαγωγής τεκμηρίου για την αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή, η οποία επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης
Στην υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη δεν εισάγεται τεκμήριο νόμου, σύμφωνα με το οποίο η συναίνεση δια των λειτουργών του ΝΣΚ περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών λόγω μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου να επέχει θέση αναγνώρισης του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και κατ’ επέκταση να επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης που είναι και το φλέγον ζήτημα, καθότι ο λόγος άρνησης/απόρριψης καταχώρισης αυτών των Πρακτικών είναι ότι δεν υπάρχει ΡΗΤΗ αναγνώριση κυριότητας από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου ώστε να καταργείται η δίκη.
Β1. Πρόταση/βελτίωση επί της παράλειψης εισαγωγής τεκμηρίου για την αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή, η οποία επιφέρει την κατάργηση της ίδιας δίκης
Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. Οικ. ΔΝΕΛΚ 0902/2631861/4-6-2026 απαντητικό έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικού Έργου Λειτουργούντος Κτηματολογίου της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ, προτείνονται οι εξής δύο λύσεις:
[α] είτε να συμπληρωθεί η παρ. 2 του άρθρου 53 ως εξής: «δια του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στην διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπραγμάτων δικαιωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες. Η μη προβολή δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επέχει θέση αναγνώρισης του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και επιφέρει κατάργηση της ίδιας δίκης.»
[β] είτε ο διαμεσολαβητής ως «οιονεί δικαστής», αφού διαπιστώσει, κατόπιν προσκόμισης από πλευράς του εκάστοτε Ενάγοντος, την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα του (του Ενάγοντος) να προβαίνει με την σύνταξη του Πρακτικού σε ρητή ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ του δικαιώματος του Ενάγοντος και να καταργείται η δίκη.
Η λύση αυτή δεν προκρίνεται διότι με αυτόν τον τρόπο χάνεται ο ρόλος του διαμεσολαβητή που δεν είναι αυτός του δικαστή που λαμβάνει αποφάσεις και προβαίνει σε κρίσεις και διαπιστώσεις και ο διαμεσολαβητής αναλαμβάνει τοιουτοτρόπως ένα βάρος δυσανάλογο του ρόλου του. Εδώ φυσικά πρέπει να αναφέρουμε ότι διαμεσολαβητές δεν είναι μόνον δικηγόροι και αυτό αποτελεί πρόβλημα ως προς το εάν διαμεσολαβητές - μη δικηγόροι θα είναι σε θέση να επεξεργαστούν και να διαχειριστούν πολύπλοκα νομικά ζητήματα όπως αυτό που ανακύπτει εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, μία τέτοια λύση κρίνεται αλυσιτελής για την ασφάλεια δικαίου.
Τέλος, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι εάν η διαπίστωση που θα λαμβάνει χώρα από τον διαμεσολαβητή για την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν το δικαίωμα του επισπεύδοντος, η αναφορά αυτών (των στοιχείων) και η προσκόμισή τους θα επαρκούν για την συνολική διευθέτηση της διαφοράς και την καταχώριση του Πρακτικού Διαμεσολάβησης για την διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο που είναι και ο σκοπός της νομοθετικής επίλυσης του ζητήματος ή εάν θα οδηγηθούμε πάλι στο ίδιο αδιέξοδο με την άρνηση και απόρριψη των πρακτικών διαμεσολάβησης από τα κατά τόπους κτηματολογικά γραφεία.
Προσέτι, τα απαριθμούμενα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι είναι ενδεικτικά και συνεκτιμώνται ελεύθερα χωρίς να απαιτείται η σωρευτική συνδρομή τους.
Γ. Υποκειμενική διεύρυνση της διάταξης
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 μεταξύ των διαδίκων (εναγόμενοι και συμμετέχοντες στην ΥΑΣΔ), εκτός από το Ελληνικό Δημόσιο, μπορεί να είναι και Ο.Τ.Α., όπως Δήμοι, και Ν.Π.Δ.Δ.
Τόσο το Ελληνικό Δημόσιο όσο και οι Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. δεν αναγνωρίζουν εμπράγματα δικαιώματα, όπως η κυριότητα, αλλά προβαίνουν σε δηλώσεις αντίστοιχες του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι ότι συναινούν στην διόρθωση, όμως δεν αναγνωρίζουν το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμα του Ενάγοντος, με αποτέλεσμα να μην καταχωρίζονται τα Πρακτικά Διαμεσολάβησης από τα κατά τόπους κτηματολογικά γραφεία και να οδηγούμαστε στο ίδιο αδιέξοδο όπως έχει περιγραφεί ανωτέρω.

Γ1. Πρόταση/βελτίωση
Συνεπώς, η διάταξη αυτή θα πρέπει να συμπεριλάβει το εν στενή και ευρεία εννοία Δημόσιο, ήτοι ΚΑΙ τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. ώστε να αποφύγουμε τα ίδια ως άνω ζητήματα.

Δ. Εισαγωγή δυνατότητας διενέργειας ΥΑΣΔ ΠΡΙΝ από την ΚΑΤΑΘΕΣH της Αγωγής
Η εν θέματι υπό δημόσια διαβούλευση διάταξη προβλέπει ότι η ΥΑΣΔ θα λαμβάνει χώρα ΠΡΙΝ από την ΚΑΤΑΘΕΣΗ της Αγωγής. Συνεπώς ευλόγως γεννώνται τα ακόλουθα ερωτήματα:
α] με ποιον τρόπο θα επιτυγχάνεται η κλήση αυτή από το επισπεύδον μέρος (κι όχι Ενάγων εν προκειμένου αφού στο στάδιο αυτό δεν θα υπάρχει κατατεθειμένη Αγωγή) προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους ΟΤΑ, ή τα ΝΠΔΔ,
β] ποιο θα είναι το περιεχόμενο αυτής της κλήσης,
γ] με ποιον τρόπο θα γνωστοποιείται η κλήση αυτή, με δικαστικό επιμελητή (που θα επιφέρει επιπλέον έξοδα για τον ενάγοντα), με e-mail (σε ποια ηλεκτρονική διεύθυνση;), με ταχυδρομείο; Παρατηρείται εδώ ότι δεν υπάρχει σαφής παραπομπή σε γενικές διατάξεις ΑΛΛΑ ούτε υπάρχει ειδική πρόβλεψη.
δ] ποιο θα είναι περιεχόμενο αυτής της κλήσης δεδομένου ότι δεν θα υπάρχει κατατεθειμένη Αγωγή με προσαρτημένο σε αυτήν το Διάγραμμα Γεωμετρικών Μεταβολών (ΔΓΜ); Δεν υπάρχει ρητή αναφορά ότι στην κλήση θα πρέπει να προσαρτάται ΔΓΜ, το οποίο κρίνεται άκρως προβληματικό,
ε] η προθεσμία προκειμένου να απαντήσει το Ελληνικό Δημόσιο είναι η ίδια που προβλέπεται στην παρ. 2 του Α. 6 του Ν. 2664/1998 ως ισχύει σήμερα;
στ] έστω ότι εφαρμόζεται η προθεσμία υπό [ε], τι θα γίνεται εάν εντός της ως άνω προθεσμίας δεν έχει πλήρη φάκελο το Ελληνικό Δημόσιο; Ποια είναι η τύχη της διαμεσολάβησης;
Ε. Ανάγκη ειδικής πρόβλεψης ως προς τα συνταχθέντα, υπογραφέντα και ΗΔΗ κατατεθειμένα στα αρμόδια Πρωτοδικεία Πρακτικά Διαμεσολάβησης.
Με ποιον τρόπο θα καταχωριστούν αυτά; Θα συνταχθούν νέα ή τροποποιητικά και συμπληρωματικά του αρχικού Πρακτικά; Ή θα καταχωριστούν ως έχουν;
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΥΡΑΜΑΡΙΟΥ (ταυτοποιημένος χρήστης)
16 Ιούλ 2026, 12:51
Σύνδεσμος σχολίου
Αναφορικά με το άρθρο 53 του σχεδίου νόμου:
Μέχρι πρότινος τα Κτηματολογικά γραφεία απέρριπταν αιτήσεις καταχώρισης πρακτικών διαμεσολάβησης με συμβαλλόμενο μέρος και εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο διότι τα εν λόγω πρακτικά που υπογράφονταν από τους Δικηγόρους του Ελ. Δημοσίου και κατ εντολή του ΝΣΚ
Α) δεν ανέφεραν ότι καταργούσαν την δίκη σχετικά με το αίτημα αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και Β) οτι η διατύπωση του Δημοσίου ότι "δεν προβάλλει δικαιώματα επί του επιδίκου, ότι δεν διαθέτει στοιχεία για την αμφισβήτηση των επίδικων και ότι δεν αντιλέγει στην διόρθωση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών", δεν θεωρούσε το Κτηματολόγιο ότι εξισωνόταν με το αίτημα της αγωγής που είναι η αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος.

Σε σχετικό ερώτημα το ΝΣΚ απήντησε διά του Αριθμός πρωτ. ΚΥ- 93301 / 9850Β1εγγράφου συμπερασματικά ότι για τους σκοπούς της κτηματολογικής
διαμεσολάβησης, η μη προβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου παρέχει τη δυνατότητα
διόρθωσης της ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής - ΑΡΑ ΟΤΙ ΕΞΙΣΩΝΕΙ ΤΗΝ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ.

Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου κινείται μεν προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο, δεν φαίνεται να επιλύει πλήρως το πρακτικό ζήτημα που έχει ήδη ανακύψει κατά την εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2664/1998.
Ειδικότερα, εξακολουθεί να μην αποσαφηνίζεται ρητά ότι η δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου περί μη προβολής εμπραγμάτων δικαιωμάτων και μη αντίρρησης στη διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αρκεί για την καταχώριση του πρακτικού διαμεσολάβησης, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ουσιαστικός έλεγχος από το Κτηματολογικό Γραφείο ως προς το εάν η δήλωση αυτή συνιστά ή όχι αναγνώριση κυριότητας του ενάγοντος. Η έλλειψη αυτής της αποσαφήνισης είναι εκείνη που προκάλεσε στην πράξη διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και αποτέλεσε την αφορμή για την ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης.
Παράλληλα, το σχέδιο νόμου περιορίζεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις αγωγών αναγνώρισης κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να καλύπτει τις λοιπές αγωγές διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών κατά του Ελληνικού Δημοσίου που θεμελιώνονται σε νόμιμο τίτλο κτήσης (για παράδειγμα σε δικό μου πρακτικό που με ενημέρωσε το Κτηματολόγιο ότι πρόκειται να απορρίψει είχα νόμιμο τίτλο του ενάγοντος και διεκδικουσα ενα τμημα απο ΚΑΕΚ αγνωστου, δεν είχα χρησικτησία), στις οποίες ανακύπτει το ίδιο ακριβώς πρακτικό και ερμηνευτικό ζήτημα. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο να εξεταστεί η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης ή η παροχή σχετικής ερμηνευτικής διευκρίνισης.
Επιπλέον, η απαρίθμηση των αποδεικτικών στοιχείων δημιουργεί ερμηνευτική αβεβαιότητα, καθώς δεν διευκρινίζεται αν τα αναφερόμενα στοιχεία απαιτούνται σωρευτικά ή λειτουργούν ενδεικτικά. Η χρήση της λέξης «ιδίως» υποδηλώνει ενδεικτική απαρίθμηση, πλην όμως η διάταξη δεν καθορίζει το ελάχιστο απαιτούμενο αποδεικτικό πλαίσιο, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφορετικές πρακτικές εφαρμογής και ανασφάλεια δικαίου.
Τέλος, προβληματισμό προκαλεί και η υποχρεωτική προσκόμιση δύο ενόρκων βεβαιώσεων σε κάθε περίπτωση, ακόμη και όταν υφίστανται ισχυρά δημόσια ή άλλα έγγραφα που θεμελιώνουν επαρκώς την εικοσαετή νομή. Η πρόβλεψη αυτή φαίνεται να επιβαρύνει αδικαιολόγητα τη διαδικασία, χωρίς να προκύπτει ότι είναι αναγκαία σε όλες τις περιπτώσεις.
Για τους ανωτέρω λόγους, κρίνεται σκόπιμο η διάταξη να αναδιατυπωθεί, ώστε να αποσαφηνιστεί το δεσμευτικό αποτέλεσμα του πρακτικού διαμεσολάβησης ως προς την καταχώρισή του, να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της και να εξειδικευθούν με μεγαλύτερη σαφήνεια οι αποδεικτικές προϋποθέσεις, προκειμένου να διασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της και να αποφευχθούν νέα ερμηνευτικά ζητήματα κατά την πρακτική εφαρμογή της.
Η διάταξη θα πρέπει να αποσαφηνίσει ότι το Κτηματολογικό Γραφείο, κατά την καταχώριση του πρακτικού διαμεσολάβησης, ελέγχει αποκλειστικά τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος και όχι την ορθότητα ή την επάρκεια της δήλωσης του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε δύναται να υποκαθιστά την κρίση των συμβαλλομένων ή του διαμεσολαβητή επί ζητημάτων που ήδη ρυθμίζονται από τη διάταξη.

Το κτηματολόγιο σαν υπηρεσία κατά την άποψη μου, δεν εχει δικαιοδοσία ουσιαστικού ελέγχου των εκτελεστών τίτλων που πάνε προς καταχώριση , κρίνω περαιτέρω ότι είναι κατάφορα άδικο και απρόσφορο για τον μέσο πολίτη που θέλει να διορθώσει το ακίνητό του στο κτηματολόγιο, ενώ έχει προβεί ήδη σε δικαστικές διαδικασίες που είναι χρονοβόρες και κοστοβόρες , να έρχεται σε τέλμα σχετικά με την περιουσία του, να μην μπορεί να την διεκδικήσει και να την αξιοποιήσει για λόγους μη νόμιμους, ενώ έχει προβεί στις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες.


Σας παραθέτω μία πρόταση διαμόρφωσης του άρθρου (νομοτεχνική βελτίωση):

Άρθρο 53
Αναγνώριση κυριότητας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη
Εφόσον κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης το Ελληνικό Δημόσιο δεν αντιλέξει εμπράγματα δικαιώματά επί του επιδίκου ακινήτου, τα μέρη δύνανται να καταρτίσουν πρακτικό διαμεσολάβησης, κατά το άρθρο 8 του ν. 4640/2019 (Α΄190), διά του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου ακινήτου και δεν αντιλέγει στη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπραγμάτων δικαιωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες. Η δήλωση αυτή δεν συνιστά αναγνώριση εμπράγματου δικαιώματος του ενάγοντος από το Ελληνικό Δημόσιο, αρκεί όμως για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Ακολούθως, ο διαμεσολαβητής, αφού διαπιστώσει ότι του προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση του, θεμελιώνουν επαρκώς την αξίωση του ενάγοντος, επισυνάπτει αυτά στο πρακτικό διαμεσολάβησης και κάνει σχετική μνεία.
Το πρακτικό διαμεσολάβησης καταχωρίζεται αμελλητί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο μαζί με τα επισυναπτόμενα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης. Το Κτηματολογικό Γραφείο ελέγχει αποκλειστικά τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του παρόντος άρθρου και δεν προβαίνει σε ουσιαστική αξιολόγηση της δήλωσης του Ελληνικού Δημοσίου ή των αποδεικτικών στοιχείων που συνοδεύουν το πρακτικό. Ως αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η αιτία κτήσης που προκύπτει από το πρακτικό διαμεσολάβησης και τα επισυναπτόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Ο διαμεσολαβητής λαμβάνει υπόψη ιδίως τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία: ...
(παραμένει η απαρίθμηση)
Τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία είναι ενδεικτικά και συνεκτιμώνται ελεύθερα, χωρίς να απαιτείται η σωρευτική συνδρομή τους.
Η προσκόμιση δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων απαιτείται μόνο εφόσον από τα λοιπά προσκομιζόμενα στοιχεία δεν προκύπτει επαρκώς η θεμελίωση της αξίωσης.
Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως σε κάθε αγωγή διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής του άρθρου 6 του ν. 2664/1998, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ανεξαρτήτως της αιτίας κτήσης του προβαλλόμενου εμπράγματου δικαιώματος.
Ιωάννης Δημητρίου (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
15 Ιούλ 2026, 21:28
Σύνδεσμος σχολίου
Η προτεινόμενη τροποποίηση του Άρθρου 552 ΚΠολΔ στο άρθ.51 παρ.1 του νομοσχεδίου, περί θέσπισης οικονομικού κριτηρίου (ύψους 20.000 ευρώ στις αστικές και 8.000 ευρώ στις εργατικές διαφορές) ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, πάσχει από βαριά αντισυνταγματικότητα και συνιστά ευθεία θεσμική οπισθοδρόμηση.
Πέρα από την κραυγαλέα παραβίαση του Άρθρου 20 παρ. 1 του Σύνταγματος (καθολικό δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη) και του Άρθρου 4 παρ. 1 (Αρχή της Ισότητας), η ρύθμιση αυτή λειτουργεί στην πράξη ως ένα προκλητικό προστατευτικό ανάχωμα για τη διαφθορά της περιφέρειας.
Συγκεκριμένα, ο αποκλεισμός του αναιρετικού ελέγχου για υποθέσεις κάτω αυτού του οικονομικού ορίου στερεί από τον Άρειο Πάγο τη δυνατότητα να ελέγξει και να ακυρώσει αποφάσεις δικαστηρίων της επαρχίας. Με τον τρόπο αυτό, η διάταξη εκχωρεί απόλυτη, ανέλεγκτη και τυφλή δικαιοδοτική ασυλία στους εξωθεσμικούς τοποτηρητές, στα τοπικά δίκτυα επιρροής και στις κλειστές δικαστικές και δικηγορικές συντεχνίες της περιφέρειας, οι οποίες ελέγχουν και χειραγωγούν τις αποφάσεις των τοπικών Πρωτοδικείων και Εφετείων.
Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα αποτελεί η περιοχή της Καλαμάτας, όπου η έντονη και αποδεδειγμένη εξωθεσμική επιρροή συγκεκριμένων τοπικών παραγόντων καθορίζει την έκβαση των δικαστικών αποφάσεων. Με τη νέα ρύθμιση, οποιαδήποτε μεροληπτική, εσφαλμένη ή καθοδηγούμενη από τοπικά συμφέροντα αστική απόφαση εκδίδεται στην Καλαμάτα κάτω από το όριο των 20.000 ευρώ, θα περαιώνεται πλέον αμετάκλητα σε τοπικό επίπεδο. Ο πολίτης στερείται βίαια το δικαίωμα να προσφύγει στους Ανώτατους Δικαστές στην Αθήνα για να βρει το δίκιο του, αφήνοντας την επαρχιακή διαπλοκή να λυμαίνεται τις περιουσίες και τη ζωή των πολιτών χωρίς κανέναν εξωτερικό έλεγχο.
Η επίκληση της «αποσυμφόρησης» του Αρείου Πάγου συνιστά φθηνό πρόσχημα. Η γραφειοκρατική ελάφρυνση των δικαστηρίων δεν μπορεί να επιτυγχάνεται μετατρέποντας την ελληνική περιφέρεια, με τρανταχτά παραδείγματα όπως αυτό της Καλαμάτας, σε φέουδο ανέλεγκτων εξωθεσμικών μηχανισμών. Η διάταξη πλήττει το Άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και πρέπει να αποσυρθεί στο σύνολό της.

Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;

Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.

Φόρμα επικοινωνίας

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.