Θα ήταν χρήσιμο να προβλεφθεί ρητά η δυνατότητα συστέγασης ψυχολόγων με άλλους επαγγελματίες, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε επαγγελματίας διατηρεί την επαγγελματική του αυτοτέλεια και τηρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις άσκησης κάθε επαγγέλματος.
Η σαφής ρύθμιση του ζητήματος θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για περιπτώσεις στις οποίες οι επαγγελματίες διαθέτουν διακριτούς και αυτοτελείς χώρους εργασίας, κοινόχρηστο χώρο εισόδου ή αναμονής και διακριτή επαγγελματική σήμανση, χωρίς κοινή παροχή υπηρεσιών ή σύγχυση ως προς την επαγγελματική τους ιδιότητα.
Μια τέτοια πρόβλεψη θα συνέβαλλε στην ασφάλεια δικαίου και στην αποφυγή διαφορετικών ερμηνειών ως προς το πλαίσιο επαγγελματικής εγκατάστασης και λειτουργίας των ψυχολόγων.
Συγκεκριμένα, οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί υποχρεωτικής εγγραφής σε διορισμένα από την εκτελεστική εξουσία όργανα και την απειλή αναστολής της άδειας άσκησης επαγγέλματος, μετατρέπουν τους ψυχολόγους σε ομήρους γραφειοκρατικών μηχανισμών και φορολογικών επιβαρύνσεων, χωρίς να κατοχυρώνουν απολύτως κανένα ουσιαστικό επαγγελματικό δικαίωμα ούτε τα κεκτημένα έτη κλινικής και ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης εκατοντάδων επαγγελματιών.
Την ίδια ακριβώς στιγμή, οι ανώνυμοι «life coaches», οι «σύμβουλοι» και οι κάθε είδους ανειδίκευτοι δήθεν «θεραπευτές» που λυμαίνονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την αγορά χωρίς κανένα πτυχίο ψυχολογίας, εξακολουθούν να δρουν εντελώς ανεξέλεγκτα, καθώς ο όρος «ψυχοθεραπευτής» παραμένει αόριστος και απροστάτευτος. Το παράδοξο είναι ότι βλέπουμε πολλούς από αυτούς να ζητάνε την κατοχύρωση του όρου «ψυχοθεραπείας» και να διαχωριστεί από τους ψυχολόγους που βάση νόμου ασκούν ψυχολογική θεραπεία εδώ και δεκαετίες!
Ως εκ τούτου, απαιτείται η άμεση τροποποίηση του νομοσχεδίου με τις εξής παρεμβάσεις:
1. Νομική κατοχύρωση και προστασία του τίτλου του «ψυχοθεραπευτή»: Θέσπιση αυστηρών ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης, εποπτείας και κλινικής πρακτικής, ώστε να διώκεται ποινικά και αποτελεσματικά η αντιποίηση της ψυχοθεραπείας από πρόσωπα που στερούνται βασικού πτυχίου Ψυχολογίας.
2. Ρητή μεταβατική διάταξη κεκτημένων δικαιωμάτων: Αναγνώριση και κατοχύρωση των επαγγελματιών ψυχολόγων που ασκούν ήδη νόμιμα ψυχοθεραπευτικό έργο με πολυετή ιδιωτική και διεθνώς πιστοποιημένη εκπαίδευση (στα πρότυπα των ευρωπαϊκών προτύπων, όπως η EAP), χωρίς να αιωρείται η απειλή αναστολής της άδειάς τους.
3. Αυστηρή δίωξη της πραγματικής παρανομίας: Ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών απέναντι σε πλατφόρμες, κέντρα και ιδιώτες που παρέχουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ψυχοεκπαίδευσης στα social media χωρίς καμία επιστημονική πιστοποίηση, αντί να εξαντλείται η αυστηρότητα στους νόμιμους και ελεγχόμενους επιστήμονες.
4. Θεσμική αυτονομία και διαφάνεια: Αφαίρεση του ελέγχου από διορισμένες επιτροπές και διασφάλιση ότι οι κανόνες δεοντολογίας και τα επαγγελματικά δικαιώματα θα χαράσσονται με τη σύμφωνη γνώμη και ενεργό συμμετρική εκπροσώπηση των ίδιων των εκλεγμένων φορέων του κλάδου.
Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει τον πολίτη από τους πραγματικούς κινδύνους της αγοράς και όχι να ποινικοποιεί την αδειοδοτημένη επιστημονική κοινότητα.
1) Απαιτείται απαρίθμηση των δικαιωμάτων των ψυχολόγων. Όχι γενικά κι αόριστα όπως γράφεται εδώ στο σχέδιο νόμου
2) απαιτείται θεσμική κατοχύρωση του επαγγέλματος του ψυχοθεραπευτή και διάκριση του απ' το επάγγελμα του ψυχολόγου. Ποιες πράξεις και υπό ποιες προϋποθέσεις ασκεί το επάγγελμα ο καθένας απ' αυτούς
3) απαιτείται να προβλεφθούν κριτήρια λειτουργίας για τα κέντρα που εκπαιδεύουν άτομα στην ψυχοθεραπεία.
Ιδιαίτερο ζήτημα ασφάλειας δικαίου εγείρει η πρόβλεψη ότι τα δικαιώματα απορρέουν από «το πρόγραμμα σπουδών που έχουν παρακολουθήσει». Καθιερώνεται για πρώτη φορά το ατομικό πρόγραμμα σπουδών ως κριτήριο του εύρους των επαγγελματικών πράξεων, ανεξάρτητα από την άδεια άσκησης επαγγέλματος. Αυτό επιτρέπει διαφοροποίηση δικαιωμάτων μεταξύ νομίμως αδειοδοτημένων ψυχολόγων και, σε συνδυασμό με τη διάταξη για την αντιποίηση, δημιουργεί ουσιώδη αβεβαιότητα, ιδίως για όσους έλαβαν άδεια βάσει απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ή επαγγελματικής ισοδυναμίας του ΣΑΕΠ/ΑΤΕΕΝ, κατ' εφαρμογή του π.δ. 38/2010 και της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές η επάρκεια των σπουδών έχει ήδη κριθεί με ατομική διοικητική πράξη, η οποία δεν μπορεί να επανακρίνεται εμμέσως μέσω κανονιστικής ρύθμισης.
Προτείνονται δύο τροποποιήσεις:
α) Τα επαγγελματικά δικαιώματα να απορρέουν ενιαία από την άδεια άσκησης επαγγέλματος. Το πρόγραμμα σπουδών να λαμβάνεται υπόψη μόνο για τυχόν πρόσθετες ειδικεύσεις ή εξειδικεύσεις, οι οποίες να ορίζονται ρητά και εξαντλητικά.
β) Να προστεθεί μεταβατική διάταξη που να διασφαλίζει ότι οι κάτοχοι άδειας άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου κατά την έναρξη ισχύος του νόμου διατηρούν αμετάβλητα τα δικαιώματά τους, περιλαμβανομένων όσων έλαβαν άδεια βάσει απόφασης ΣΑΕΠ/ΑΤΕΕΝ, και ότι το προεδρικό διάταγμα δεν μπορεί να τα περιορίσει αναδρομικά.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.