Με αφορμή τη δημιουργία του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το υπό διαμόρφωση θεσμικό πλαίσιο να προβλέψει σαφείς και δίκαιες μεταβατικές διατάξεις για τους επαγγελματίες που έχουν ήδη ολοκληρώσει ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ολοκλήρωσης πολυετούς εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία και τη συμβουλευτική ψυχικής υγείας και ήδη παρέχουν επαγγελματικά υπηρεσίες στον χώρο της ψυχικής υγείας.
Ειδικότερα, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια:
• η διάρκεια και το περιεχόμενο της ολοκληρωμένης εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία ή/και τη συμβουλευτική ψυχικής υγείας,
• η τεκμηριωμένη εποπτευόμενη κλινική πρακτική,
• η συστηματική επαγγελματική εποπτεία,
• η προσωπική θεραπεία, όπου αποτελεί προβλεπόμενο και υποχρεωτικό μέρος της εκπαίδευσης,
• η επαγγελματική εμπειρία σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές ψυχικής υγείας,
• η εκπαίδευση σε αναγνωρισμένα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά πλαίσια και η κατοχή αντίστοιχων ευρωπαϊκών επαγγελματικών πιστοποιήσεων, όπου αυτές υφίστανται,
• καθώς και η ολοκλήρωση ή η προχωρημένη πορεία μιας πολυετούς εκπαιδευτικής διαδικασίας πριν από την έναρξη ισχύος του νέου θεσμικού πλαισίου.
Είναι σημαντικό η μελλοντική ρύθμιση να μην οδηγεί σε απαξίωση ή ακύρωση πολυετούς εκπαίδευσης και επαγγελματικής εμπειρίας που έχει ήδη αποκτηθεί, ούτε να δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών που εισέρχονται τώρα στον χώρο και εκείνων που έχουν ήδη επενδύσει επί σειρά ετών στην εκπαίδευση και την κλινική τους κατάρτιση.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί ρητά μεταβατική διαδικασία αξιολόγησης και αναγνώρισης των ήδη εκπαιδευμένων και επαγγελματικά ενεργών επαγγελματιών, με δυνατότητα εγγραφής/πιστοποίησης υπό αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς αναδρομική απαξίωση των προσόντων τους.
Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να βασίζεται σε τεκμηριωμένο φάκελο προσόντων, ο οποίος να περιλαμβάνει τίτλους σπουδών, αναλυτικά στοιχεία εκπαίδευσης και ωρών, εποπτεία, προσωπική θεραπεία, εποπτευόμενη πρακτική, επαγγελματική εμπειρία και τυχόν ευρωπαϊκές πιστοποιήσεις.
Μια τέτοια μεταβατική πρόβλεψη θα εξασφαλίσει αφενός την προστασία της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών ψυχικής υγείας και αφετέρου τον σεβασμό στην ήδη αποκτημένη εκπαίδευση, επαγγελματική εμπειρία και επιστημονική διαδρομή των ανθρώπων που εργάζονται σήμερα στον χώρο.
Παράλληλα, θα ήταν σκόπιμο το Εθνικό Παρατηρητήριο, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, να λαμβάνει υπόψη τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά πρότυπα εκπαίδευσης και πιστοποίησης στην ψυχοθεραπεία, καθώς και τη διεθνή πρακτική, κατά τη διαμόρφωση των μελλοντικών κριτηρίων εκπαίδευσης και επαγγελματικής αναγνώρισης.
Οι Κοινωνικοί Λειτουργοί δεν ζητούν «ειδική μεταχείριση». Ζητούν το αυτονόητο: ισότιμη θεσμική αναγνώριση, με βάση αντικειμενικά επιστημονικά και εκπαιδευτικά κριτήρια.
Ήδη το Π.Δ. 50/1989, άρθρο 1 παρ. 3γ, προβλέπει για τους Κοινωνικούς Λειτουργούς που δραστηριοποιούνται στον χώρο της ψυχικής υγείας την παροχή υπηρεσιών διαγνωστικού, συμβουλευτικού και θεραπευτικού χαρακτήρα σε άτομα, ομάδες και οικογένειες. Παράλληλα, ο ίδιος ο ΣΚΛΕ έχει τεκμηριώσει δημόσια τη μακρόχρονη παρουσία και συμβολή των Κοινωνικών Λειτουργών στην ψυχική υγεία και στην ψυχοθεραπεία.
Επομένως, οποιαδήποτε νέα ρύθμιση για την ψυχοθεραπεία οφείλει να λαμβάνει υπόψη το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, την επιστημονική εκπαίδευση, την εξειδίκευση, την εποπτευόμενη κλινική πρακτική και τα επαγγελματικά προσόντα κάθε επαγγελματία και όχι να οδηγεί, άμεσα ή έμμεσα, σε αποκλεισμό των Κοινωνικών Λειτουργών.
Είναι απαράδεκτο να δημιουργείται ένα Εθνικό Παρατηρητήριο για την Ψυχοθεραπεία χωρίς την ουσιαστική και θεσμική συμμετοχή του κατεξοχήν αρμόδιου επιστημονικού φορέα των Κοινωνικών Λειτουργών, του ΣΚΛΕ ΝΠΔΔ. Το ίδιο το ΣΚΛΕ έχει ζητήσει την εκπροσώπησή του στο Εθνικό Παρατηρητήριο και έχει θέσει ξεκάθαρα το αίτημα για άμεση και ισότιμη συμπερίληψη των Κοινωνικών Λειτουργών-Ψυχοθεραπευτών.
Η ψυχοθεραπευτική επάρκεια πρέπει να κρίνεται από την εκπαίδευση και την επιστημονική επάρκεια και όχι από έναν αυθαίρετο αποκλεισμό με βάση τον βασικό επαγγελματικό τίτλο.
Ζητούμε, λοιπόν, από το Υπουργείο Υγείας:
• να προβλεφθεί ρητά η ισότιμη συμπερίληψη των Κοινωνικών Λειτουργών με αναγνωρισμένη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και εξειδίκευση στο θεσμικό πλαίσιο της ψυχοθεραπείας,
• να διασφαλιστεί η θεσμική εκπροσώπηση του ΣΚΛΕ ΝΠΔΔ στο Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας,
• να καθοριστούν ενιαία, αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια για την άσκηση της ψυχοθεραπείας, τα οποία θα εφαρμόζονται σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας (Ψυχιάτρους, Ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς).
• και να μην υπάρξει καμία ρύθμιση που θα αποκλείει Κοινωνικούς Λειτουργούς οι οποίοι διαθέτουν την απαιτούμενη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση,/.
Οι Κοινωνικοί Λειτουργοί δεν εμφανίστηκαν σήμερα στην ψυχική υγεία. Είναι εκεί εδώ και δεκαετίες.
Έχουν εκπαιδευτεί, έχουν εργαστεί στις δομές ψυχικής υγείας, έχουν προσφέρει θεραπευτικές υπηρεσίες σε άτομα, οικογένειες και ομάδες και έχουν εξειδικευτεί σε αναγνωρισμένες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Ο αποκλεισμός τους δεν αποτελεί επιστημονική αναβάθμιση· αποτελεί θεσμική άνιση μεταχείριση.
Δεν θα πρέπει να θεσμοθετηθεί η ψυχοθεραπεία με αποκλεισμούς. Να θεσμοθετηθεί με κανόνες, επιστημονικά κριτήρια, διαφάνεια και ισοτιμία.
Σε κανένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών άλλων ειδικοτήτων πέραν των Ψυχολόγων και των Ψυχιάτρων (ως ειδικότητα) δεν καλύπτεται το ευρύ αυτό φάσμα.
Είναι αδύνατο να μιλάμε για ψυχοθεραπεία εφόσον αυτός που την ασκεί δεν έχει πίσω το υπόβαθρο που απαιτείται.
Συνεπώς δίχως ακαδημαϊκό τίτλο και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δεν γίνεται να μιλάμε για κέντρα που παρέχουν εκπαιδεύσεις χωρίς καμία αναγνώριση ακαδημαϊκών προσόντων.
Η παροχή εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία πρέπει να απασχολήσει όλα τα δημόσια πανεπιστήμια και τα τμήματα τους, να παρέχουν εκπαίδευση σε όλους τους αδειούχους συναδέλφους ΔΩΡΕΑΝ (όπως κάνουν ειδικότητα οι Ψυχίατροι).
Αγοράζοντας μια εκπαίδευση σε κάποιο ινστιτούτο χωρις κανένα σχετικό υπόβαθρο δεν γίνεσαι ούτε ψυχολόγος ούτε ειδικός ψυχικής υγείας. Ξεκινήστε από την ορθή διατύπωση των αποκλειστικών δικαιωμάτων των Ψυχολόγων σε ολους τους τομεις που δραστηριοποιούνται και μετά προχωρήστε στα παρακάτω. Είναι αδιανόητο να μιλάμε για Ψυχοθεραπεία και να διαχωρίζουμε τους Ψυχολόγους από αυτό. Σε αλλες χωρες δεν γίνονται δεκτοί καν σε προγράμματα εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία μη αδειούχοι . Γνωρίζετε το μακρύ δρόμο των Ψυχολόγων για την άσκηση του επαγγέλματος τους. Βλέποντας εδώ το τι αναγράφετε είναι σαν να υπονομεύεται ο τίτλος του Ψυχολόγου , ένα επάγγελμα που στο παρόν σύστημα όλοι το παριστάνουν με πλάγιες οδούς και παραποίηση. Θυμηθείτε ότι η σφραγίδα του Ψυχολόγου δικαιολογεί θεραπείες παίδων και όχι κάποιου συμβούλου.
Χρωστάτε την αναγνώριση που αξίζουν οι επαγγελματίες όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη τουλάχιστον.
Η κοινωνική εργασία είναι εφαρμοσμένη επιστήμη και
Οι κοινωνικοί λειτουργοί μπορούν να εργαστούν ως ψυχοθεραπευτές διότι το βασικό τους υπόβαθρο στην ψυχική υγεία , τη συστημική κατανόηση του ατόμου, τούς επιτρέπει, με την κατάλληλη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, να παρέχουν ψυχοθεραπεία.
Οι κύριοι λόγοι που τους δίνουν αυτή τη δυνατότητα περιλαμβάνουν:
Ακαδημαϊκό Υπόβαθρο: Η βασική τους εκπαίδευση περιλαμβάνει μαθήματα ψυχολογίας, ψυχοπαθολογίας, δυναμικής οικογένειας και τεχνικών συμβουλευτικής.
Εξειδικευμένη ψυχοθεραπευτική Εκπαίδευση: Όπως συμβαίνει και με τους ψυχολόγους ή τους ψυχιάτρους, η ιδιότητα του ψυχοθεραπευτή αποκτάται μετά την ολοκλήρωση πολυετούς, αναγνωρισμένου εκπαιδευτικού προγράμματος σε κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση (π.χ. Συστημική, Γνωσιακή-Συμπεριφορική, Ψυχοδυναμική).
Ολιστική/Βιοψυχοκοινωνική Ματιά: οι κοινωνικοί λειτουργοί εκπαιδεύονται να βλέπουν τον άνθρωπο όχι μεμονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το περιβάλλον, την οικογένεια και το κοινωνικό του πλαίσιο, στοιχεία απαραίτητα στη σύγχρονη ψυχοθεραπεία.
Δεύτερον, αυτές οι αλλαγές πότε θα γίνουν; Κινδυνεύουμε να ξεκινήσουμε κάτι που σε λίγο θα θεωρείται άσχετο ή μη επαρκές;
Προσωπικά θα ήθελα να υπάρξουν ξεκάθαρες ειδικότητες ψυχολογίας και να της αποκτάμε όπως οι γιατροί, μέσα από τις σπουδές μας.
Τρίτον, όσοι διδάσκουν ψυχοθεραπεία και ψυχοπαθολογία προφανώς πρέπει να είναι Ψυχολόγοι και Ψυχίατροι, όπως και εκείνοι που την ασκούν.
Θεωρώ ότι εφόσον κριθεί απαραίτητη η συνέχεια των σπουδών θα πρέπει να θεσμοθετηθεί και να χρηματοδοτηθεί ώστε ένα παιδί που μπαίνει τώρα στο τμήμα Ψυχολογίας μετά από πολύ κόπο να γνωρίζει ποια θα είναι η πορεία του.
Τέλος μετά τη σύσταση ΝΠΔΔ θα πρέπει να ενημερωθεί καλύτερα ο κόσμος για το τι σημαίνει ψυχοθεραπεία γιατί υπάρχουν πολλές παρανοήσεις δυστυχώς και αυτό αποτυπώνεται στην άσκησή της από μη ειδικούς.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.