Οι Κοινωνικοί Λειτουργοί αποτελούν βασικό μέλος των διεπιστημονικών ομάδων ψυχικής υγείας και διαθέτουν θεσμικά κατοχυρωμένο αντικείμενο που περιλαμβάνει συμβουλευτικές και θεραπευτικές παρεμβάσεις σε άτομα, οικογένειες και ομάδες. Παράλληλα, σημαντικός αριθμός Κοινωνικών Λειτουργών έχει λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση σε αναγνωρισμένες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις και ασκεί σχετικό έργο.
Η θεσμική συμμετοχή της Κοινωνικής Εργασίας δεν αποτελεί τυπική ή δευτερεύουσα αναφορά, αλλά ουσιαστική προϋπόθεση για έναν ολοκληρωμένο και πραγματικά διεπιστημονικό σχεδιασμό στον τομέα της ψυχικής υγείας. Ο ΣΚΛΕ, ως θεσμικός φορέας των Κοινωνικών Λειτουργών, οφείλει να έχει σαφή και διακριτή θέση στο πλαίσιο των συνεργασιών του Παρατηρητηρίου.
Η Κοινωνική Εργασία, με την ολιστική και ψυχοκοινωνική της προσέγγιση, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διεπιστημονικής φροντίδας ψυχικής υγείας, συμβάλλοντας στην πρόληψη, την ψυχοκοινωνική υποστήριξη και αποκατάσταση, την ενδυνάμωση των ατόμων και των οικογενειών, καθώς και στη διασύνδεσή τους με τις υπηρεσίες και την κοινότητα.
Για τον λόγο αυτό, κρίνεται απολύτως αναγκαία η ρητή συμπερίληψη της Κοινωνικής Εργασίας και του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (ΣΚΛΕ) στις προβλεπόμενες συνεργασίες του Παρατηρητηρίου, σε ισότιμη βάση . Η ουσιαστική διεπιστημονικότητα στον χώρο της ψυχικής υγείας προϋποθέτει την αναγνώριση και θεσμική συμμετοχή όλων των επιστημονικών κλάδων που επί δεκαετίες υπηρετούν το συγκεκριμένο πεδίο.
Σήμερα, οι απόφοιτοι Τμημάτων Ψυχολογίας, παρότι διαθέτουν άδεια άσκησης επαγγέλματος, καλούνται ουσιαστικά να επωμιστούν ένα ιδιαίτερα υψηλό οικονομικό κόστος προκειμένου να εκπαιδευτούν σε μια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Η εκπαίδευση αυτή μπορεί να διαρκεί αρκετά χρόνια και, σε πολλές περιπτώσεις, συνδυάζεται με παράλληλη εργασία, προκειμένου να μπορέσει ο νέος επαγγελματίας να ανταποκριθεί στο κόστος της εκπαίδευσης και της πρακτικής του άσκησης.
Δεν θα πρέπει φυσικά να αποκλειστεί η σημαντική συμβολή των ιδιωτικών φορέων. Θα ήταν όμως ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρξει και μια αντίστοιχη δημόσια διαδρομή εκπαίδευσης, με υψηλά ακαδημαϊκά και επαγγελματικά κριτήρια, επαρκή πρακτική άσκηση, εποπτεία και δυνατότητα απασχόλησης σε δημόσιες δομές. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να λειτουργεί αντίστοιχα με τη λογική της ειδίκευσης σε άλλα επαγγέλματα υγείας όπως οι ιατροί, όπου η εξειδίκευση συνδέεται με οργανωμένη πρακτική εκπαίδευση και επαγγελματική αποκατάσταση.
Παράλληλα, θα ήταν σημαντικό να εξεταστεί και η θεσμοθέτηση του ρόλου του επόπτη ψυχοθεραπείας, με σαφή κριτήρια εκπαίδευσης, προσόντων και επαγγελματικών αρμοδιοτήτων.
Μια τέτοια πρόβλεψη θα μπορούσε να συμβάλει τόσο στην ισότιμη πρόσβαση των νέων ψυχολόγων σε ποιοτική εκπαίδευση, ανεξάρτητα από την οικονομική τους δυνατότητα, όσο και στην ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών ψυχικής υγείας με κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.