2. Αναγνώριση προϋφιστάμενων και διεθνώς αναγνωρισμένων φορέων ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης
Η θέσπιση ενιαίων κριτηρίων για την ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση αποτελεί σημαντική εξέλιξη. Το νέο πλαίσιο όμως πρέπει να λάβει υπόψη ότι στην Ελλάδα λειτουργούν ήδη επί σειρά ετών φορείς που παρέχουν οργανωμένα και πολυετή προγράμματα ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης, με θεωρητική εκπαίδευση, προσωπική θεραπεία, κλινική άσκηση και εποπτεία.
Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε ενιαίο ειδικό κρατικό σύστημα αναγνώρισης των φορέων ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης. Συνεπώς, η δημιουργία ενός τέτοιου συστήματος για πρώτη φορά δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθούν εκ των υστέρων ανύπαρκτες ή ανεπαρκείς εκπαιδευτικές διαδρομές που αναπτύχθηκαν πριν από τη θέσπισή του.
Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί στους φορείς που μπορούν να τεκμηριώσουν μακρόχρονη λειτουργία, σταθερό πρόγραμμα σπουδών, κατάλληλα προσόντα εκπαιδευτών και εποπτών, κλινική εκπαίδευση, προσωπική θεραπεία, δεοντολογικό πλαίσιο και σύνδεση ή αναγνώριση από αντίστοιχους διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς.
Η διεθνής αναγνώριση δεν πρέπει να οδηγεί σε αυτόματη κρατική πιστοποίηση. Πρέπει όμως να αποτελεί ουσιαστικό και ρητά προβλεπόμενο κριτήριο κατά την αξιολόγηση ενός ήδη λειτουργούντος φορέα.
Αντίστοιχα, η απουσία στο παρελθόν κρατικής πιστοποίησης η οποία θεσπίζεται για πρώτη φορά με το νέο πλαίσιο δεν μπορεί από μόνη της να αποτελεί λόγο αποκλεισμού ενός προϋφιστάμενου φορέα.
Προτεινόμενη νομοτεχνική προσθήκη στο άρθρο 32
«Κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αναγνώρισης φορέων ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης και εξειδίκευσης προβλέπεται ειδική διαδικασία αξιολόγησης των φορέων που λειτουργούσαν πριν από την έναρξη ισχύος του νέου κανονιστικού πλαισίου.
Κατά την αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια και η συνέχεια λειτουργίας του φορέα, το περιεχόμενο και η διάρκεια των προγραμμάτων του, η θεωρητική και κλινική εκπαίδευση, η προσωπική θεραπεία, η κλινική άσκηση και εποπτεία, τα προσόντα των εκπαιδευτών και εποπτών, το σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευομένων, η τήρηση κανόνων δεοντολογίας, η επιστημονική δραστηριότητα και η τεκμηριωμένη σύνδεση, πιστοποίηση ή αναγνώριση από εθνικούς ή διεθνείς επιστημονικούς και επαγγελματικούς οργανισμούς του αντίστοιχου ψυχοθεραπευτικού πεδίου.
Η αναγνώριση ή πιστοποίηση από διεθνή επιστημονικό ή επαγγελματικό οργανισμό συνεκτιμάται ως ουσιώδες στοιχείο επιστημονικής τεκμηρίωσης, χωρίς να συνεπάγεται αυτοδίκαιη κρατική αναγνώριση.
Η έλλειψη κατά το παρελθόν κρατικής πιστοποίησης, άδειας ή ειδικής αναγνώρισης, η οποία θεσπίζεται για πρώτη φορά με το νέο κανονιστικό πλαίσιο, δεν αποτελεί αυτοτελώς λόγο αποκλεισμού ή αρνητικής αξιολόγησης φορέα που λειτουργούσε πριν από τη θέσπισή της.
Στους προϋφιστάμενους φορείς παρέχεται εύλογος χρόνος προσαρμογής προς τις νέες οργανωτικές και επιστημονικές προϋποθέσεις, χωρίς διακοπή της λειτουργίας των ήδη υφιστάμενων προγραμμάτων τους κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.»
Θα πρόσθετα εδώ και μία τελευταία πρόταση, γιατί είναι σημαντική για να μη συγχέεται πάλι η επιστημονική αναγνώριση με την αδειοδότηση:
«Η αναγνώριση της επιστημονικής και ψυχοθεραπευτικής επάρκειας ενός φορέα κατά το παρόν άρθρο διακρίνεται από τυχόν λοιπές διοικητικές, κτιριολογικές ή εκπαιδευτικές άδειες που απαιτούνται από την κείμενη νομοθεσία.»
Σταύρος Χαραλαμπίδης
Ψυχολόγος· Ψυχαναλυτής · Ομαδικός Ψυχοθεραπευτής · Ιδρυτής & Διευθυντής Ινστιτούτου Σχεσιακής & Ομαδικής Ψυχοθεραπείας
Η κλινική εποπτεία αποτελεί βασικό συστατικό της ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης και της διαρκούς επαγγελματικής ανάπτυξης του ψυχοθεραπευτή. Στη διαβούλευση έχει ήδη αναδειχθεί η ανάγκη η εποπτευόμενη κλινική πρακτική να αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης, καθώς και η ανάγκη θεσμικής κατοχύρωσης του επόπτη ψυχοθεραπείας με σαφή κριτήρια εκπαίδευσης, εμπειρίας και επάρκειας.
Το νομοσχέδιο αναφέρεται γενικά στα προσόντα των εκπαιδευτών, χωρίς να προσδιορίζει αυτοτελώς την κλινική εποπτεία και τα προσόντα του επόπτη.
Πρέπει επίσης να διακριθεί ρητά η εποπτεία από τη μαθητεία και τη διδασκαλία. Στην εποπτική διαδικασία ο εποπτευόμενος προσέρχεται ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας και επεξεργάζεται με τον επόπτη το κλινικό έργο που ήδη ασκεί. Η σχέση αυτή δεν αποτελεί σχέση μαθητή και διδάσκοντος, ούτε προσωπική θεραπεία του εποπτευομένου, ακόμη και όταν πραγματοποιείται στο πλαίσιο ευρύτερου προγράμματος ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης.
Η διάκριση αυτή πρέπει να αποτυπωθεί και φορολογικά. Ζητείται να προβλεφθεί ρητά ότι η κλινική εποπτεία που παρέχεται από ψυχολόγο προς ψυχολόγο ή άλλο επαγγελματία ψυχικής υγείας, στο πλαίσιο της κλινικής και επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως αυτοτελής εκπαιδευτική ή συμβουλευτική επιχειρηματική υπηρεσία λόγω της ιδιότητας του εποπτευομένου ως εκπαιδευόμενου ή επαγγελματία. Η εφαρμογή της απαλλαγής από τον ΦΠΑ πρέπει να κρίνεται από την πραγματική φύση, τον κλινικό σκοπό και τις νόμιμες προϋποθέσεις της παρεχόμενης υπηρεσίας. Ο Κώδικας ΦΠΑ προβλέπει απαλλαγές του άρθρου 27 υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. ΑΑΔΕ
Προτεινόμενη νομοτεχνική προσθήκη στο άρθρο 32
«Στο πλαίσιο των ενιαίων κριτηρίων ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης καθορίζονται αυτοτελώς οι προϋποθέσεις άσκησης κλινικής εποπτείας και τα απαιτούμενα προσόντα των εποπτών.
Ως επόπτες ψυχοθεραπείας αναγνωρίζονται επαγγελματίες με ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση, επαρκή κλινική εμπειρία, ειδική εμπειρία ή εκπαίδευση στην εποπτεία και συνεχιζόμενη επιστημονική και επαγγελματική δραστηριότητα.
Η κλινική εποπτεία αποτελεί αυτοτελή επιστημονική και επαγγελματική λειτουργία. Διακρίνεται από τη θεωρητική διδασκαλία, τη μαθητεία, την προσωπική ψυχοθεραπεία και τη γενική επαγγελματική ή επιχειρηματική συμβουλευτική. Η ιδιότητα του εποπτευομένου ως εκπαιδευομένου σε πρόγραμμα ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης δεν μεταβάλλει από μόνη της τη φύση της εποπτικής πράξης σε διδακτική υπηρεσία.
Η ατομική και η ομαδική κλινική εποπτεία αποτελούν διακριτές μορφές εποπτικής εργασίας. Η ομαδική εποπτεία δεν εξομοιώνεται με ομαδική ψυχοθεραπεία και η εποπτική σχέση δεν εξομοιώνεται με προσωπική θεραπεία του εποπτευομένου.
Για φορολογικούς σκοπούς, η κλινική εποπτεία που παρέχεται από ψυχολόγο προς ψυχολόγο ή άλλο επαγγελματία ψυχικής υγείας αξιολογείται σύμφωνα με το πραγματικό περιεχόμενο και τον κλινικό και επαγγελματικό σκοπό της και τις προϋποθέσεις του Κώδικα ΦΠΑ. Η ένταξή της σε πρόγραμμα ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης ή η ιδιότητα του λήπτη ως εκπαιδευομένου δεν αποτελούν αυτοτελώς λόγο υπαγωγής της σε ΦΠΑ.
Για τους επαγγελματίες που κατά την έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου ασκούν ήδη αποδεδειγμένα εποπτικό έργο προβλέπεται μεταβατική διαδικασία αναγνώρισης της προηγούμενης εποπτικής εμπειρίας, της κλινικής διαδρομής, της εκπαίδευσης και των υφιστάμενων επιστημονικών πιστοποιήσεών τους, χωρίς απαίτηση αναδρομικής κατοχής προσόντος ή πιστοποίησης που θεσπίζεται για πρώτη φορά.»
Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το νέο θεσμικό πλαίσιο για την ψυχοθεραπεία να βασιστεί σε διεθνή τεκμηριωμένα κριτήρια, με βασικό στόχο την προστασία των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας και τη διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης ψυχοθεραπείας.
Η διεθνής πρακτική παρουσιάζει διαφορετικά μοντέλα ρύθμισης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο ο τίτλος του Ψυχοθεραπευτή δεν είναι νομοθετικά προστατευμένος. Παράλληλα, λειτουργούν επαγγελματικά μητρώα, όπως του UKCP και του BACP, τα οποία θέτουν συγκεκριμένα standards εκπαίδευσης, κλινικής πρακτικής, εποπτείας και δεοντολογίας και λειτουργούν στο πλαίσιο των Accredited Registers του Professional Standards Authority. Τα Accredited Registers είναι εθελοντικά και δεν αποτελούν κρατική αδειοδότηση, παρέχουν όμως ένα οργανωμένο πλαίσιο standards, εκπαίδευσης, επαγγελματικής συμπεριφοράς και προστασίας του κοινού. (PSA)
Η Αυστρία, αντίθετα, αποτελεί παράδειγμα κρατικά ρυθμιζόμενου και προστατευμένου επαγγέλματος. Το νέο Psychotherapiegesetz 2024 προβλέπει συγκεκριμένη ακαδημαϊκή διαδρομή εκπαίδευσης, με Bachelor, Master Ψυχοθεραπείας και περαιτέρω εξειδικευμένη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, ενώ ρυθμίζει νομοθετικά την επαγγελματική άσκηση και την επαγγελματική ιδιότητα. Παράλληλα, το αυστριακό πλαίσιο προβλέπει περισσότερες συναφείς ακαδημαϊκές αφετηρίες για την πρόσβαση στην ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και απαιτεί, μεταξύ άλλων, πρακτική δραστηριότητα, εποπτεία και ψυχοθεραπευτική αυτοεμπειρία. (Ris)
Τα παραπάνω παραδείγματα δείχνουν ότι, παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών, η ψυχοθεραπευτική επάρκεια δεν συνδέεται διεθνώς αποκλειστικά με μία και μόνη αρχική επιστημονική ειδικότητα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η ολοκλήρωση ειδικής και επαρκούς ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης, η κλινική άσκηση με θεραπευόμενους, η συστηματική εποπτεία, η αξιολόγηση της επάρκειας, η τήρηση κανόνων δεοντολογίας και η συνεχιζόμενη εκπαίδευση.
Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ σημαντικό το ελληνικό πλαίσιο να προβλέψει ως βασική αρχή ότι η πρόσβαση στην ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση θα αφορά επαγγελματίες με συναφές επιστημονικό υπόβαθρο στον χώρο της ψυχικής υγείας, όπως ενδεικτικά ψυχιάτρους, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και νοσηλευτές με εξειδίκευση ή εμπειρία στην ψυχική υγεία, καθώς και άλλους επαγγελματίες που διαθέτουν αποδεδειγμένη συναφή εκπαίδευση και επαρκή επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της ψυχικής υγείας.
Η αρχική επιστημονική ειδικότητα θα πρέπει να αποτελεί ένα από τα κριτήρια πρόσβασης, αλλά όχι το μοναδικό κριτήριο για την αξιολόγηση της ψυχοθεραπευτικής επάρκειας. Η βασική ασφαλιστική δικλείδα θα πρέπει να είναι οι σαφείς και ενιαίοι όροι της εξειδικευμένης ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης: η διάρκεια και το περιεχόμενό της, η θεωρητική και βιωματική εκπαίδευση, η κλινική άσκηση με θεραπευόμενους, η συστηματική εποπτεία, η αξιολόγηση της επάρκειας και, όπου προβλέπεται από τη συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση, η προσωπική θεραπεία ή αυτοεμπειρία.
Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ το ζήτημα της μετάβασης από το υφιστάμενο, μη ενιαίο θεσμικό καθεστώς σε ένα νέο κρατικά αναγνωρισμένο πλαίσιο. Για πολλά χρόνια, πριν από την ύπαρξη ενός ενιαίου κρατικού πλαισίου, λειτουργούσαν στην Ελλάδα εκπαιδευτικά κέντρα και φορείς που παρείχαν πολυετή εκπαίδευση, κλινική πρακτική, εποπτεία και πιστοποιήσεις στην ψυχοθεραπεία, συχνά με βάση διεθνή πρότυπα και τις κατευθύνσεις αντίστοιχων επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων.
Για τον λόγο αυτό, οι μεταβατικές διατάξεις δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως δευτερεύον ζήτημα, αλλά ως ειδικό και ουσιώδες μέρος της νέας ρύθμισης. Η απουσία μέχρι σήμερα ενιαίου κρατικού πλαισίου δεν μπορεί να μετακυλίσει αποκλειστικά στους εκπαιδευόμενους και στους ήδη εκπαιδευμένους επαγγελματίες τις συνέπειες της θεσμικής αλλαγής.
Θα πρέπει επομένως να προβλεφθούν σαφείς μεταβατικές διαδικασίες για διαφορετικές κατηγορίες:
α) επαγγελματίες που έχουν ήδη ολοκληρώσει αναγνωρίσιμη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση,
β) επαγγελματίες που βρίσκονται ήδη σε διαδικασία ολοκλήρωσης τέτοιας εκπαίδευσης,
γ) εκπαιδευόμενους που έχουν ήδη εισαχθεί σε υφιστάμενα εκπαιδευτικά προγράμματα κατά τον χρόνο έναρξης του νέου πλαισίου,
δ) επαγγελματίες που έχουν ολοκληρώσει ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση στο εξωτερικό και
ε) περιπτώσεις στις οποίες έχει ολοκληρωθεί σημαντικό μέρος της εκπαίδευσης και απαιτείται αξιολόγηση της αντιστοιχίας των επιμέρους προσόντων.
Η αναγνώριση δεν θα πρέπει να είναι αυτόματη, αλλά να βασίζεται σε αντικειμενική αξιολόγηση της εκπαίδευσης και των πραγματικών προσόντων κάθε ενδιαφερομένου, όπως η διάρκεια και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, οι ώρες κλινικής άσκησης, η εποπτεία, η προσωπική θεραπεία ή αυτοεμπειρία όπου απαιτείται, η αξιολόγηση από τον εκπαιδευτικό φορέα και η συνολική κλινική εμπειρία. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να διασφαλιστεί τόσο η προστασία του κοινού όσο και η δίκαιη μετάβαση στο νέο θεσμικό καθεστώς, χωρίς να απαξιωθούν εκ των υστέρων εκπαιδευτικές διαδρομές που πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχε ενιαία κρατική ρύθμιση.
Ωστόσο, το άρθρο 32 προβλέπει ότι το Εθνικό Παρατηρητήριο θα εισηγείται στο ΚΕ.Σ.Υ. τη θέσπιση ειδικοτήτων, εξειδικεύσεων και μετεκπαιδεύσεων στην ψυχοθεραπεία, χωρίς να ορίζεται ρητά η μεταχείριση όσων ήδη ασκούν νομίμως το έργο αυτό βάσει ολοκληρωμένης εκπαίδευσης αναγνωρισμένης με το Ευρωπαϊκό Πιστοποιητικό Ψυχοθεραπείας (ECP), συμμετοχής σε αναγνωρισμένους επιστημονικούς φορείς (EFTA/EAP), και δηλωμένης επαγγελματικής δραστηριότητας (ΚΑΔ) στο αντικείμενο.
Για λόγους ασφάλειας δικαίου και προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ήδη ασκούντων το επάγγελμα, προτείνω να προστεθεί ρητή διάταξη — είτε στο άρθρο 32 είτε στις μεταβατικές διατάξεις — που να διασφαλίζει ότι τυχόν μελλοντικά κριτήρια ειδικότητας/εξειδίκευσης δεν θα εφαρμόζονται αναδρομικά σε όσους ήδη ασκούν νομίμως ψυχοθεραπευτικό έργο, αλλά θα προβλέπεται σαφής διαδικασία αναγνώρισης της ήδη αποκτηθείσας εκπαίδευσης και κλινικής εμπειρίας τους (κεκτημένα δικαιώματα).
Το σχέδιο νόμου αναθέτει στο Εθνικό Παρατηρητήριο τη διασφάλιση ποιότητας των υπηρεσιών ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής ψυχικής υγείας «στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα» (άρθρο 32 §1γ), χωρίς όμως να αναφέρεται πουθενά στο κείμενο η ρύθμιση ζητημάτων που ήδη επηρεάζουν καθοριστικά την ποιότητα και τους όρους άσκησης του επαγγέλματος:
α) Την παροχή ψυχοθεραπείας/συμβουλευτικής μέσω πλατφορμών που λειτουργούν με αλγοριθμική αντιστοίχιση θεραπευτή-λήπτη και καθορίζουν ουσιαστικά ελάχιστες αμοιβές, χωρίς εποπτεία ως προς την επιστημονική επάρκεια ή τους όρους παροχής.
β) Την ίδρυση και λειτουργία κέντρων αξιολόγησης/παρέμβασης για νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπου δεν προκύπτει σαφές πλαίσιο αδειοδότησης ή ελάχιστων προσοντολογικών προϋποθέσεων για το προσωπικό.
γ) Τη συγγραφή και διάχυση ενημερωτικού/ψυχοεκπαιδευτικού περιεχομένου σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως από μη εξειδικευμένα ή μη πιστοποιημένα άτομα. Επισημαίνεται ότι ο προτεινόμενος Κώδικας Ηθικής και Δεοντολογίας (άρθρο 24, νέο άρθρο 9Α ν. 991/1979) αναφέρεται στην ορθή χρήση κοινωνικών δικτύων, πλην όμως δεσμεύει αποκλειστικά τα μέλη του Πα.Συ.Ψυ. — δεν καλύπτει, δηλαδή, το ευρύτερο και ολοένα διογκούμενο φαινόμενο παραγωγής ψυχοεκπαιδευτικού λόγου από πρόσωπα εκτός του επαγγέλματος, με πιθανό αντίκτυπο στη δημόσια ψυχική υγεία που το ίδιο το άρθρο 31 §2γ θέτει ως σκοπό προστασίας.
Προτείνεται να συμπεριληφθεί ρητά στις αρμοδιότητες του άρθρου 32 η διαμόρφωση κατευθυντήριων οδηγιών και για τα τρία αυτά ζητήματα, ώστε να μην παραμείνουν εκτός του νέου θεσμικού πλαισίου ποιότητας και προστασίας του κοινού.
Επιπλέον, παρατηρείται ότι η θεσμική αρχιτεκτονική του άρθρου 32 αναθέτει την τελική εισήγηση κριτηρίων ειδικότητας/εξειδίκευσης στην αρμόδια επιτροπή του ΚΕ.Σ.Υ., με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Ψυχολόγων να συμμετέχει μόνο ως συνεργαζόμενος φορέας (§3β) και όχι ως συναποφασίζων. Παράλληλα, ο όρος «ψυχίατρος» δεν απαντάται πουθενά στο νομοσχέδιο, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές αν και με ποιες προϋποθέσεις εκπαίδευσης, πιστοποίησης και εποπτείας θα υπόκειται η άσκηση ψυχοθεραπείας από ψυχιάτρους στο ίδιο πλαίσιο ποιότητας που θα ισχύσει για τους ψυχολόγους. Για τη διασφάλιση ισότιμης και διεπιστημονικά ισορροπημένης μεταχείρισης, προτείνεται να διευκρινιστεί ρητά το καθεστώς αυτό, καθώς και να ενισχυθεί ο ρόλος του Πα.Συ.Ψυ. σε επίπεδο συναπόφασης, όχι μόνο συνεργασίας, για ζητήματα που αφορούν άμεσα το επάγγελμα του ψυχολόγου.
Ζητείται να αποσαφηνιστεί ρητά ότι η προβλεπόμενη από τον Κώδικα ΦΠΑ απαλλαγή των υπηρεσιών ψυχολόγων εξακολουθεί να ισχύει πλήρως και διαρκώς, χωρίς η θέσπιση του νέου πλαισίου για την ψυχοθεραπεία και την ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση να μπορεί να ερμηνευθεί ως περιορισμός ή κατάργησή της.
Η απαλλαγή πρέπει να εφαρμόζεται με βάση την πραγματική φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας. Η ατομική ψυχοθεραπεία, η ομαδική ψυχοθεραπεία και κάθε άλλη υπηρεσία που παρέχεται από ψυχολόγο στο πλαίσιο της νόμιμης επαγγελματικής του δραστηριότητας και πληροί τις προϋποθέσεις του Κώδικα ΦΠΑ πρέπει να εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται φορολογικά ως απαλλασσόμενη υπηρεσία.
Παράλληλα πρέπει να διακρίνονται οι υπηρεσίες ψυχοθεραπείας από τη θεωρητική εκπαίδευση, την κλινική άσκηση και την επαγγελματική εποπτεία, ώστε κάθε υπηρεσία να αξιολογείται σύμφωνα με την πραγματική φύση και τον σκοπό της.
Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι η θέσπιση νέων όρων αναγνώρισης, πιστοποίησης ή εποπτείας στον χώρο της ψυχοθεραπείας δεν επηρεάζει αναδρομικά τη φορολογική μεταχείριση υπηρεσιών που παρασχέθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου.
Για τις προηγούμενες φορολογικές περιόδους πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις και οι διοικητικές οδηγίες που ίσχυαν κατά τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών. Νέες προϋποθέσεις πιστοποίησης ή αναγνώρισης δεν μπορούν να αποτελούν, από μόνες τους, λόγο αναδρομικού καταλογισμού ΦΠΑ.
Προτείνεται συνεπώς να προστεθεί διάταξη με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Η θέσπιση του παρόντος πλαισίου δεν θίγει την εφαρμογή των απαλλαγών από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας που προβλέπονται από τον Κώδικα ΦΠΑ για τις υπηρεσίες ψυχολόγων και τις λοιπές υπηρεσίες που πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις απαλλαγής.
Οι απαλλαγές εφαρμόζονται σύμφωνα με την πραγματική φύση και τον σκοπό της εκάστοτε παρεχόμενης υπηρεσίας.
Για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος εφαρμόζεται το φορολογικό και κανονιστικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον χρόνο παροχής τους. Νέες προϋποθέσεις αδειοδότησης, πιστοποίησης ή αναγνώρισης δεν εφαρμόζονται αναδρομικά και δεν αποτελούν αυτοτελή λόγο καταλογισμού ΦΠΑ για προγενέστερες περιόδους.
Η μελλοντική ρύθμιση της ψυχοθεραπείας, της ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης και των σχετικών φορέων δεν περιορίζει την απαλλαγή από τον ΦΠΑ υπηρεσιών που παρέχονται από ψυχολόγους, εφόσον πληρούνται οι εκάστοτε νόμιμες προϋποθέσεις της απαλλαγής.»
Παράλληλα ζητείται η έκδοση ειδικής εγκυκλίου της ΑΑΔΕ, ώστε να αποσαφηνιστεί η εφαρμογή των απαλλαγών στην ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, στην κλινική εποπτεία και στις σύνθετες ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες, τόσο για το μέλλον όσο και για εκκρεμείς ελέγχους προηγούμενων φορολογικών περιόδων.
Σταύρος Χαραλαμπίδης
Ψυχολόγος· Ψυχαναλυτής · Ομαδικός Ψυχοθεραπευτής · Ιδρυτής & Διευθυντής Ινστιτούτου Σχεσιακής & Ομαδικής Ψυχοθεραπείας
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.