Υπάρχουν ήδη εξαιρετικοί επαγγελματίες, με υψηλό επίπεδο επιστημονικής κατάρτισης, πολυετή εκπαίδευση, εμπειρία και σημαντική προσφορά στον χώρο της ψυχικής υγείας, οι οποίοι ακολούθησαν τις διαδικασίες και τα κριτήρια που ίσχυαν μέχρι σήμερα. Η θέσπιση ενός νέου πλαισίου δεν μπορεί να σημαίνει ότι όλη αυτή η εκπαίδευση, η εμπειρία και η επαγγελματική διαδρομή ακυρώνονται εκ των υστέρων.
Δεν είναι δυνατόν άνθρωποι που εκπαιδεύτηκαν, πιστοποιήθηκαν και εργάστηκαν νόμιμα σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα προβλεπόμενες διαδικασίες να βρεθούν ξαφνικά αντιμέτωποι με την απαξίωση των προσόντων τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν άδικη τόσο για τους ίδιους όσο και για την επιστημονική και επαγγελματική πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί.
Αντίθετα, το νέο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να αξιοποιήσει την υπάρχουσα πραγματικότητα και να την οργανώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια.
Ο ουσιαστικός στόχος θα πρέπει να είναι να γνωρίζει ο πολίτης με απόλυτη σαφήνεια «ποιος είναι ποιος» στον χώρο της ψυχικής υγείας: ποιος είναι ψυχολόγος, ποιος είναι ψυχοθεραπευτής, ποιος είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας, ποια είναι η εκπαίδευσή του, ποια είναι η πιστοποίησή του και ποιο είναι το αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Αυτό είναι που μπορεί να προσφέρει πραγματική προστασία στον πολίτη: ένα διαφανές και αξιόπιστο σύστημα καταγραφής και ενημέρωσης, μέσα από το οποίο ο κάθε πολίτης θα μπορεί να γνωρίζει τα προσόντα και την επαγγελματική ιδιότητα του ανθρώπου στον οποίο επιλέγει να απευθυνθεί.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο, επομένως, θα πρέπει να λειτουργήσει ως εργαλείο οργάνωσης, διαφάνειας και ενημέρωσης και όχι ως μηχανισμός ακύρωσης ανθρώπων και επαγγελματικών διαδρομών που έχουν ήδη δημιουργηθεί μέσα από τις μέχρι σήμερα νόμιμες διαδικασίες.
Η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου δεν πρέπει να σημαίνει διαγραφή του παρελθόντος. Πρέπει να σημαίνει καλύτερη οργάνωση του παρόντος και μεγαλύτερη ασφάλεια για το μέλλον.
Και πάνω απ’ όλα, ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει με σαφήνεια ποιον επιλέγει, τι εκπαίδευση έχει λάβει και ποια είναι τα επαγγελματικά του προσόντα.
Ως Κοινωνική Λειτουργός και εκπαιδευόμενη Συστημική Θεραπεύτρια, θεωρώ απαραίτητο να υπογραμμίσω ότι στη διεθνή βιβλιογραφία και σε προηγμένα συστήματα υγείας, η Κλινική Κοινωνική Εργασία αποτελεί έναν από τους βασικότερους και πολυπληθέστερους πυλώνες παροχής ψυχοθεραπευτικών υπηρεσιών. Οι Κοινωνικοί Λειτουργοί αποτελούν διεθνώς μία από τις μεγαλύτερες ομάδες επαγγελματιών ψυχικής υγείας που παρέχουν ψυχοθεραπεία, εντάσσοντας στη θεραπευτική διαδικασία τη συστημική, οικολογική και κοινωνικο-οικονομική διάσταση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το άτομο και η οικογένεια.
Η επιστήμη της Κοινωνικής Εργασίας φέρει εγγενώς τη συστημική οπτική, συνδέοντας το άτομο με το οικογενειακό, κοινωνικό και θεσμικό του περιβάλλον. Η απουσία της Κοινωνικής Εργασίας από τις προβλέψεις του Άρθρου 31 για τη συγκρότηση του Παρατηρητηρίου στερεί από το εγχείρημα την ολιστική και πολυεπιστημονική προσέγγιση της ψυχικής υγείας, περιορίζοντας την οπτική του μόνο σε αμιγώς ιατροκεντρικά ή ατομοκεντρικά μοντέλα.
Παράλληλα, στην Ελλάδα οι Κοινωνικοί Λειτουργοί είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με θεσμοθετημένα επαγγελματικά δικαιώματα, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και υποχρεωτική πρακτική άσκηση σε δομές ψυχικής υγείας. Επιπλέον, μεγάλος αριθμός συναδέλφων εξειδικεύεται επί σειρά ετών σε αναγνωρισμένα ψυχοθεραπευτικά ινστιτούτα και στελεχώνει καίριες δομές του ΕΣΥ, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, καθώς και τον ιδιωτικό τομέα. Η μη ρητή πρόβλεψη των Κοινωνικών Λειτουργών στις αρμοδιότητες και τους όρους του Άρθρου 32 δημιουργεί κινδύνους στρέβλωσης της αγοράς εργασίας, αποκλεισμού προσοντούχων επαγγελματιών και αποδυνάμωσης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Για τους λόγους αυτούς, στο Άρθρο 32 κρίνεται αναγκαίο να περιληφθεί ρητά η Κοινωνική Εργασία στους βασικούς τίτλους σπουδών που αποτελούν τη βάση για την παρακολούθηση αναγνωρισμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων ψυχοθεραπείας. Παράλληλα, στο Άρθρο 31 είναι απαραίτητο να προβλεφθεί η εκπροσώπηση του θεσμοθετημένου φορέα του κλάδου, του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (ΣΚΛΕ - ΝΠΔΔ), στη σύνθεση του Παρατηρητήριου Ψυχοθεραπείας, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική πολυεπιστημονικότητα και η αντιπροσωπευτικότητα του οργάνου. Η συμπερίληψη των Κοινωνικών Λειτουργών εγγυάται τη διατήρηση της κοινωνικής και συστημικής διάστασης στη φροντίδα της ψυχικής υγείας στη χώρα μας.
Για δεκαετίες, το νομοθετικό κενό στην επίσημη αναγνώριση της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής καλύφθηκε στην πράξη από έγκριτες επιστημονικές εταιρείες και εκπαιδευτικούς φορείς που λειτουργούν βάσει αυστηρών ευρωπαϊκών προτύπων.
Χιλιάδες επαγγελματίες έχουμε επενδύσει σε πολυετείς σπουδές (3 έως 5 έτη), αφιερώνοντας χρόνο και σημαντικούς οικονομικούς πόρους για την εξειδίκευσή μας.Η απουσία ρητών μεταβατικών διατάξεων στο παρόν νομοσχέδιο δημιουργεί συνθήκες επαγγελματικής ομηρίας για όσους εργάζονται ήδη.
Παράλληλα, αφήνει μετέωρους και σε καθεστώς πλήρους αβεβαιότητας εκατοντάδες σπουδαστές που φοιτούν αυτή τη στιγμή σε προγράμματα που πληρούν τα κριτήρια των εν λόγω φορέων. Είναι κοινωνικά και επαγγελματικά μετέωρο και στερείτε κάθε λογικής δικαίου άνθρωποι που επενδύουν σήμερα στις σπουδές τους, εμπιστευόμενοι τα έως τώρα ισχύοντα ευρωπαϊκά δεδομένα, να κινδυνεύουν να βρεθούν με πτυχία χωρίς αντίκρισμα την ημέρα της αποφοίτησής τους.
Για την αποφυγή αυτών των αποκλεισμών, προτείνω τη θεσμοθέτηση ενός μεταβατικού πλαισίου (μέσω ελέγχου φακέλου) που θα κατοχυρώνει όσους έχουν αποφοιτήσει ήδη, καθώς και όσους έχουν ξεκινήσει τις σπουδές τους, πληρώντας τα κριτήρια των δύο εθνικών φορέων:Ψυχοθεραπεία (Κριτήρια Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας / EAP) και Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής/ ΕΕΣ: Κατοχύρωση όσων διαθέτουν ολοκληρωμένη 4ετή μεκπαίδευση σε αναγνωρισμένη προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει θεωρητική κατάρτιση, εκατοντάδες ώρες κλινικής πρακτικής με εποπτεία, καθώς και επαρκή προσωπική θεραπεία.Συμβουλευτική (Κριτήρια ΕΕΣ ): Κατοχύρωση όσων διαθέτουν ολοκληρωμένη 3ετή εκπαίδευση στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας, η οποία συνδυάζει τη θεωρητική εξειδίκευση με εποπτευόμενη πρακτική άσκηση και προσωπική ανάπτυξη.
Επίσης κρίνεται επιτακτική η θεσμική εκπροσώπηση και συμμετοχή εκπροσώπων της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ) και της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής (ΕΕΣ) στη σύνθεση του 7μελούς Παρατηρητηρίου, ώστε να αξιοποιηθεί η τεχνογνωσία τους και να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα των κρίσεων.
Η προστασία της δημόσιας ψυχικής υγείας απαιτεί τη δίκαιη ενσωμάτωση των έμπειρων, των άρτια εκπαιδευμένων αλλά και των μελλοντικών επαγγελματιών στο νέο κρατικό πλαίσιο. Οι επαγγελματίες των συλλόγων αυτών στηρίζουν επί δεκαετίες το εθνικό σύστημα ψυχικής υγείας στελεχώνοντας δομές και προσφέροντας υπηρεσίες για να καλύψει τις ανάγκες των πολιτών .
Η όποια απουσία των εκπροσώπων από αυτούς τους δύο κλάδους/φορείς που χρόνια δραστηριοποιούνται στον Ελλαδικό χώρο θα υπονομεύσει την αντικειμενικότητα των αποφάσεων.
Έφη Κατηρτζόγλου
Ψυχολόγος-Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια, Κοινωνιολόγος, Συμβουλος Ψυχικής Υγείας,
Μsc Iατρικής Θεσσαλίας& ΕΑΠ.
Νυν πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συνθετικών Ψυχοθεραπευτών (ΕΕΣΥΨ)
Πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής (ΕΕΣ)
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.