Οι Κοινωνικοί Λειτουργοί δεν ζητούν «ειδική μεταχείριση». Ζητούν το αυτονόητο: ισότιμη θεσμική αναγνώριση, με βάση αντικειμενικά επιστημονικά και εκπαιδευτικά κριτήρια.
Ήδη το Π.Δ. 50/1989, άρθρο 1 παρ. 3γ, προβλέπει για τους Κοινωνικούς Λειτουργούς που δραστηριοποιούνται στον χώρο της ψυχικής υγείας την παροχή υπηρεσιών διαγνωστικού, συμβουλευτικού και θεραπευτικού χαρακτήρα σε άτομα, ομάδες και οικογένειες. Παράλληλα, ο ίδιος ο ΣΚΛΕ έχει τεκμηριώσει δημόσια τη μακρόχρονη παρουσία και συμβολή των Κοινωνικών Λειτουργών στην ψυχική υγεία και στην ψυχοθεραπεία.
Επομένως, οποιαδήποτε νέα ρύθμιση για την ψυχοθεραπεία οφείλει να λαμβάνει υπόψη το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, την επιστημονική εκπαίδευση, την εξειδίκευση, την εποπτευόμενη κλινική πρακτική και τα επαγγελματικά προσόντα κάθε επαγγελματία και όχι να οδηγεί, άμεσα ή έμμεσα, σε αποκλεισμό των Κοινωνικών Λειτουργών.
Είναι απαράδεκτο να δημιουργείται ένα Εθνικό Παρατηρητήριο για την Ψυχοθεραπεία χωρίς την ουσιαστική και θεσμική συμμετοχή του κατεξοχήν αρμόδιου επιστημονικού φορέα των Κοινωνικών Λειτουργών, του ΣΚΛΕ ΝΠΔΔ. Το ίδιο το ΣΚΛΕ έχει ζητήσει την εκπροσώπησή του στο Εθνικό Παρατηρητήριο και έχει θέσει ξεκάθαρα το αίτημα για άμεση και ισότιμη συμπερίληψη των Κοινωνικών Λειτουργών-Ψυχοθεραπευτών.
Η ψυχοθεραπευτική επάρκεια πρέπει να κρίνεται από την εκπαίδευση και την επιστημονική επάρκεια και όχι από έναν αυθαίρετο αποκλεισμό με βάση τον βασικό επαγγελματικό τίτλο.
Ζητούμε, λοιπόν, από το Υπουργείο Υγείας:
• να προβλεφθεί ρητά η ισότιμη συμπερίληψη των Κοινωνικών Λειτουργών με αναγνωρισμένη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και εξειδίκευση στο θεσμικό πλαίσιο της ψυχοθεραπείας,
• να διασφαλιστεί η θεσμική εκπροσώπηση του ΣΚΛΕ ΝΠΔΔ στο Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας,
• να καθοριστούν ενιαία, αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια για την άσκηση της ψυχοθεραπείας, τα οποία θα εφαρμόζονται σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας (Ψυχιάτρους, Ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς).
• και να μην υπάρξει καμία ρύθμιση που θα αποκλείει Κοινωνικούς Λειτουργούς οι οποίοι διαθέτουν την απαιτούμενη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση,/.
Οι Κοινωνικοί Λειτουργοί δεν εμφανίστηκαν σήμερα στην ψυχική υγεία. Είναι εκεί εδώ και δεκαετίες.
Έχουν εκπαιδευτεί, έχουν εργαστεί στις δομές ψυχικής υγείας, έχουν προσφέρει θεραπευτικές υπηρεσίες σε άτομα, οικογένειες και ομάδες και έχουν εξειδικευτεί σε αναγνωρισμένες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Ο αποκλεισμός τους δεν αποτελεί επιστημονική αναβάθμιση· αποτελεί θεσμική άνιση μεταχείριση.
Δεν θα πρέπει να θεσμοθετηθεί η ψυχοθεραπεία με αποκλεισμούς. Να θεσμοθετηθεί με κανόνες, επιστημονικά κριτήρια, διαφάνεια και ισοτιμία.
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην αναγνώριση της ήδη αποκτηθείσας εκπαίδευσης, της κλινικής άσκησης, της εποπτευόμενης πρακτικής, της προσωπικής ψυχοθεραπείας/προσωπικής ανάπτυξης, των ωρών εκπαίδευσης και της επαγγελματικής εμπειρίας.
Παράλληλα, θεωρώ σημαντικό να αξιολογείται και το επίπεδο του βασικού τίτλου σπουδών του κάθε επαγγελματία. Δεν μπορεί να θεωρείται αδιάφορη η ύπαρξη πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης σε σχέση με την είσοδο σε πρόγραμμα συμβουλευτικής αποκλειστικά με απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όταν στη συνέχεια έχουν ακολουθηθεί διαφορετικές εκπαιδευτικές διαδρομές.
Για τον λόγο αυτό προτείνω να προβλεφθεί σύστημα αξιολόγησης του συνολικού εκπαιδευτικού και επαγγελματικού φακέλου κάθε ήδη εκπαιδευμένου συμβούλου και όχι μια οριζόντια εξίσωση όλων ανεξάρτητα από το επίπεδο και τη διάρκεια της προηγούμενης εκπαίδευσής τους.
Ειδικότερα, ζητώ να προβλεφθεί ότι για όσους έχουν ήδη ολοκληρώσει αναγνωρίσιμη πολυετή εκπαίδευση στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας θα λαμβάνονται υπόψη σωρευτικά:
• ο βασικός τίτλος ανώτατης εκπαίδευσης,
• η διάρκεια και το αναλυτικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης στη συμβουλευτική,
• η κλινική άσκηση,
• η εποπτευόμενη πρακτική,
• η προσωπική ψυχοθεραπεία ή προσωπική ανάπτυξη όπου προβλέπεται από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα,
• η συμπληρωματική εκπαίδευση,
• καθώς και η αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία.
Παράλληλα, ζητώ να υπάρξει σαφής μεταβατική πρόβλεψη, ώστε οι ήδη εκπαιδευμένοι επαγγελματίες να μην βρεθούν ξαφνικά εκτός επαγγελματικού πλαισίου λόγω νέων κριτηρίων που θα θεσπιστούν μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής τους.
Σκοπός της νέας ρύθμισης θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση και η διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, χωρίς όμως να απαξιωθεί η ήδη αποκτηθείσα εκπαίδευση και εμπειρία ανθρώπων που έχουν επενδύσει πολυετή χρόνο και προσπάθεια στην επαγγελματική τους κατάρτιση.
Τέλος, θεωρώ αναγκαίο τα κριτήρια πιστοποίησης να είναι σαφή, αντικειμενικά, διαφανή και γνωστά εκ των προτέρων, ώστε κάθε ήδη εκπαιδευμένος επαγγελματίας να γνωρίζει με ποιον τρόπο θα αξιολογηθεί και ποιες τυχόν συμπληρωματικές προϋποθέσεις θα χρειαστεί να καλύψει.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς το ίδιο το Υπουργείο Υγείας έχει αναφέρει σε επίσημες απαντήσεις του προς τη Βουλή ότι, βάσει του π.δ. 157/1991, η ψυχοθεραπεία αποτελεί πράξη που δύναται να ασκείται από Νευρολόγους, Ψυχιάτρους και Ψυχολόγους.
Εάν το υφιστάμενο πλαίσιο πρόκειται να μεταβληθεί, είναι απαραίτητο να καθοριστούν ρητά οι επιστημονικές προϋποθέσεις αυτής της μεταβολής. Η εκπαίδευση σε μία ψυχοθεραπευτική προσέγγιση δεν μπορεί από μόνη της να υποκαταστήσει το αναγκαίο βασικό επιστημονικό υπόβαθρο στην ψυχική λειτουργία και την ψυχοπαθολογία.
Ενδεικτικά, τα προγράμματα σπουδών Ψυχολογίας των ελληνικών δημόσιων ΑΕΙ συγκροτούνται γύρω από εκτενή εκπαίδευση στην αναπτυξιακή, γνωστική, κοινωνική και βιολογική ψυχολογία, την προσωπικότητα, την ψυχοπαθολογία, τη νευροψυχολογία, την ψυχομετρία, την ψυχολογική αξιολόγηση και τη μεθοδολογία. Άλλα επαγγέλματα υγείας ή ψυχικής υγείας μπορεί να περιλαμβάνουν επιμέρους συναφή μαθήματα, αλλά διαθέτουν διαφορετικό βασικό επιστημονικό κορμό και διαφορετικό επαγγελματικό αντικείμενο.
Για τον λόγο αυτό, προτείνεται να καθοριστούν σαφώς οι βασικοί τίτλοι σπουδών και οι ελάχιστες επιστημονικές προϋποθέσεις πρόσβασης στην ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση, καθώς και οι απαιτήσεις ειδικής εκπαίδευσης, εποπτευόμενης κλινικής άσκησης και εποπτείας.
Ο βασικός τίτλος σπουδών δεν αρκεί από μόνος του για την ιδιότητα του ειδικευμένου ψυχοθεραπευτή. Αντίστοιχα όμως, η εκπαίδευση σε μια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση δεν θα πρέπει να υποκαθιστά το αναγκαίο βασικό επιστημονικό υπόβαθρο.
Η σαφής ρύθμιση των παραπάνω είναι απαραίτητη τόσο για την επιστημονική εγκυρότητα του νέου πλαισίου όσο, κυρίως, για την ασφάλεια και προστασία των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Το παρόν νομοσχέδιο οφείλει να λύσει και όχι να διαιωνίσει μία θεμελιώδη θεσμική αντίφαση. Από τη μία πλευρά, εντάσσει ρητά την ψυχοθεραπεία, την ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση, τις πιστοποιήσεις, τους εκπαιδευτές και τα Εκπαιδευτικά Κέντρα στο πεδίο του Υπουργείου Υγείας και του ΚΕΣΥ, αντιμετωπίζοντάς τα ως ζητήματα επιστημόνων και επαγγελματιών υγείας. Από την άλλη πλευρά, παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο οι ίδιοι φορείς να αντιμετωπίζονται διοικητικά ως φορείς γενικής διά βίου μάθησης και να απαιτείται από αυτούς άδεια ΚΔΒΜ του Υπουργείου Παιδείας μόνο και μόνο επειδή, παράλληλα με το κλινικό τους έργο, παρέχουν οργανωμένη ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Η σύγχυση αυτή πρέπει να τερματιστεί ρητά. Ένας ψυχοθεραπευτικός φορέας δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε Κέντρο Διά Βίου Μάθησης απλώς επειδή εκπαιδεύει ή επιμορφώνει ψυχολόγους και άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Οι περισσότεροι ψυχοθεραπευτικοί φορείς δεν ασκούν αποκλειστικά εκπαιδευτική δραστηριότητα. Παρέχουν παράλληλα υπηρεσίες ψυχικής υγείας σε θεραπευόμενους, ατομική ψυχοθεραπεία, ομαδική ψυχοθεραπεία, θεραπεία ζεύγους και οικογένειας, κλινική εποπτεία και άλλες συναφείς κλινικές υπηρεσίες. Είναι θεσμικά αντιφατικό ένας φορέας του οποίου ουσιώδες αντικείμενο είναι η παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας να υπάγεται συνολικά στο κανονιστικό πλαίσιο του Υπουργείου Παιδείας αποκλειστικά επειδή ένα άλλο μέρος της δραστηριότητάς του αφορά την εξειδίκευση επαγγελματιών ψυχικής υγείας.
Η αντίφαση καθίσταται ακόμη εντονότερη από το γεγονός ότι η διαδικασία αδειοδότησης ΚΔΒΜ μπορεί στην πράξη να συνεπάγεται πολύμηνη διοικητική αναμονή και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε διοικητικές, κτιριολογικές, πολεοδομικές και τεχνικές προϋποθέσεις. Τα κριτήρια αυτά μπορεί να είναι εύλογα για την αδειοδότηση ενός φορέα γενικής διά βίου μάθησης, δεν αποτελούν όμως κριτήρια επιστημονικής και κλινικής επάρκειας ενός ψυχοθεραπευτικού φορέα.
Η επιστημονική ποιότητα ενός φορέα ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης πρέπει να αξιολογείται πρωτίστως με βάση το επιστημονικό του πρόγραμμα, τη διάρκεια και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, την κλινική άσκηση, την προσωπική θεραπεία ή αυτοεμπειρία όπου αυτή προβλέπεται, την ατομική και ομαδική εποπτεία, τα προσόντα των εκπαιδευτών και εποπτών, τη δεοντολογία, το σύστημα αξιολόγησης και τη συμμόρφωση με αναγνωρισμένα εθνικά και διεθνή επιστημονικά πρότυπα.
Το ίδιο το νομοσχέδιο αναγνωρίζει ουσιαστικά αυτή την πραγματικότητα, καθώς το άρθρο 32 αναθέτει στο Εθνικό Παρατηρητήριο και στο ΚΕΣΥ αρμοδιότητες σχετικές με τις ψυχοθεραπευτικές εξειδικεύσεις, τις πιστοποιήσεις, τα προσόντα των εκπαιδευτών και τα κριτήρια των Εκπαιδευτικών Κέντρων. Πρόκειται επομένως για επιστημονικό και κλινικό πεδίο της ψυχικής υγείας και όχι απλώς για γενική επαγγελματική κατάρτιση.
Απαιτείται συνεπώς σαφής διαχωρισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ Υπουργείου Υγείας και Υπουργείου Παιδείας. Η ειδική επιστημονική αναγνώριση της ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης και των φορέων που την παρέχουν πρέπει να υπάγεται στο ειδικό πλαίσιο του Υπουργείου Υγείας. Η παροχή ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν πρέπει από μόνη της να δημιουργεί τεκμήριο ότι ο φορέας αποτελεί ΚΔΒΜ.Προτεινόμενη νομοτεχνική προσθήκη στο άρθρο 32
«Η παροχή οργανωμένης ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης, κλινικής εκπαίδευσης ή εποπτείας από φορέα ψυχικής υγείας δεν συνεπάγεται, αποκλειστικά εξ αυτού του λόγου, την υποχρεωτική υπαγωγή του φορέα στο καθεστώς των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης.
Για τους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας και παράλληλα οργανωμένη ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας θεσπίζεται ειδικό πλαίσιο επιστημονικής αναγνώρισης και εποπτείας από το Υπουργείο Υγείας, μετά από γνώμη του ΚΕΣΥ και εισήγηση του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας.
Η αναγνώριση βασίζεται ιδίως στη διάρκεια και το περιεχόμενο της ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης, στην κλινική άσκηση, στην προσωπική θεραπεία ή αυτοεμπειρία όπου αυτή προβλέπεται, στην ατομική και ομαδική κλινική εποπτεία, στα προσόντα των εκπαιδευτών και εποπτών, στη δεοντολογία, στην αξιολόγηση των εκπαιδευομένων και στα αναγνωρισμένα εθνικά και διεθνή επιστημονικά πρότυπα.
Η ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση επαγγελματιών ψυχικής υγείας διακρίνεται από τη γενική διά βίου μάθηση και επαγγελματική κατάρτιση. Η υπαγωγή φορέα σε καθεστώς εκπαιδευτικής αδειοδότησης του Υπουργείου Παιδείας δεν τεκμαίρεται αποκλειστικά από τη χρήση όρων όπως εκπαίδευση, εξειδίκευση, επιμόρφωση ή εποπτεία.
Όπου φορέας ασκεί τόσο κλινικό όσο και εκπαιδευτικό έργο, κάθε δραστηριότητα χαρακτηρίζεται σύμφωνα με το πραγματικό περιεχόμενο και τον σκοπό της. Η συνύπαρξη διαφορετικών δραστηριοτήτων στον ίδιο φορέα δεν μεταβάλλει αυτομάτως τη νομική φύση του συνόλου των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Η ειδική επιστημονική αναγνώριση φορέα ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης από το Υπουργείο Υγείας δεν προϋποθέτει την ιδιότητα του Κέντρου Διά Βίου Μάθησης αποκλειστικά και μόνο λόγω της παροχής ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας.»
Καταληκτική παρατήρηση
Δεν είναι θεσμικά συνεπές το ίδιο το κράτος να χαρακτηρίζει την ψυχοθεραπεία και την ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση ως πεδίο επαγγελματιών υγείας, να αναθέτει την επιστημονική τους ρύθμιση στο Υπουργείο Υγείας και στο ΚΕΣΥ και ταυτόχρονα να απαιτεί από τον φορέα που παρέχει αυτή την εξειδίκευση να μετατραπεί σε ΚΔΒΜ του Υπουργείου Παιδείας αποκλειστικά και μόνο επειδή εκπαιδεύει επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Η θεσμική αυτή διγλωσσία δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες και τον πραγματικό κίνδυνο ένας επιστημονικός και κλινικός φορέας ψυχικής υγείας να αξιολογείται πρωτίστως με κτιριολογικά, πολεοδομικά και διοικητικά κριτήρια γενικής εκπαίδευσης και όχι με τα ουσιώδη κριτήρια της επιστημονικής και κλινικής του επάρκειας.
Η διγλωσσία αυτή πρέπει να αρθεί ρητά από τον παρόντα νόμο. Η ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας χρειάζεται δικό της σαφές θεσμικό πλαίσιο υπό το Υπουργείο Υγείας και δεν πρέπει να εξαρτάται από την προηγούμενη μετατροπή του ψυχοθεραπευτικού φορέα σε Κέντρο Διά Βίου Μάθησης.
Σταύρος Χαραλαμπίδης
Ψυχολόγος· Ψυχαναλυτής · Ομαδικός Ψυχοθεραπευτής · Ιδρυτής & Διευθυντής Ινστιτούτου Σχεσιακής & Ομαδικής Ψυχοθεραπείας
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.