Για δεκαετίες, το νομοθετικό κενό στην επίσημη αναγνώριση της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής καλύφθηκε στην πράξη από έγκριτες επιστημονικές εταιρείες και εκπαιδευτικούς φορείς που λειτουργούν βάσει αυστηρών ευρωπαϊκών προτύπων.
Χιλιάδες επαγγελματίες έχουμε επενδύσει σε πολυετείς σπουδές (3 έως 5 έτη), αφιερώνοντας χρόνο και σημαντικούς οικονομικούς πόρους για την εξειδίκευσή μας.Η απουσία ρητών μεταβατικών διατάξεων στο παρόν νομοσχέδιο δημιουργεί συνθήκες επαγγελματικής ομηρίας για όσους εργάζονται ήδη.
Παράλληλα, αφήνει μετέωρους και σε καθεστώς πλήρους αβεβαιότητας εκατοντάδες σπουδαστές που φοιτούν αυτή τη στιγμή σε προγράμματα που πληρούν τα κριτήρια των εν λόγω φορέων. Είναι κοινωνικά και επαγγελματικά μετέωρο και στερείτε κάθε λογικής δικαίου άνθρωποι που επενδύουν σήμερα στις σπουδές τους, εμπιστευόμενοι τα έως τώρα ισχύοντα ευρωπαϊκά δεδομένα, να κινδυνεύουν να βρεθούν με πτυχία χωρίς αντίκρισμα την ημέρα της αποφοίτησής τους.
Για την αποφυγή αυτών των αποκλεισμών, προτείνω τη θεσμοθέτηση ενός μεταβατικού πλαισίου (μέσω ελέγχου φακέλου) που θα κατοχυρώνει όσους έχουν αποφοιτήσει ήδη, καθώς και όσους έχουν ξεκινήσει τις σπουδές τους, πληρώντας τα κριτήρια των δύο εθνικών φορέων:Ψυχοθεραπεία (Κριτήρια Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας / EAP) και Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής/ ΕΕΣ: Κατοχύρωση όσων διαθέτουν ολοκληρωμένη 4ετή μεκπαίδευση σε αναγνωρισμένη προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει θεωρητική κατάρτιση, εκατοντάδες ώρες κλινικής πρακτικής με εποπτεία, καθώς και επαρκή προσωπική θεραπεία.Συμβουλευτική (Κριτήρια ΕΕΣ ): Κατοχύρωση όσων διαθέτουν ολοκληρωμένη 3ετή εκπαίδευση στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας, η οποία συνδυάζει τη θεωρητική εξειδίκευση με εποπτευόμενη πρακτική άσκηση και προσωπική ανάπτυξη.
Επίσης κρίνεται επιτακτική η θεσμική εκπροσώπηση και συμμετοχή εκπροσώπων της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ) και της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής (ΕΕΣ) στη σύνθεση του 7μελούς Παρατηρητηρίου, ώστε να αξιοποιηθεί η τεχνογνωσία τους και να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα των κρίσεων.
Η προστασία της δημόσιας ψυχικής υγείας απαιτεί τη δίκαιη ενσωμάτωση των έμπειρων, των άρτια εκπαιδευμένων αλλά και των μελλοντικών επαγγελματιών στο νέο κρατικό πλαίσιο. Οι επαγγελματίες των συλλόγων αυτών στηρίζουν επί δεκαετίες το εθνικό σύστημα ψυχικής υγείας στελεχώνοντας δομές και προσφέροντας υπηρεσίες για να καλύψει τις ανάγκες των πολιτών .
Η όποια απουσία των εκπροσώπων από αυτούς τους δύο κλάδους/φορείς που χρόνια δραστηριοποιούνται στον Ελλαδικό χώρο θα υπονομεύσει την αντικειμενικότητα των αποφάσεων.
Έφη Κατηρτζόγλου
Ψυχολόγος-Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια, Κοινωνιολόγος, Συμβουλος Ψυχικής Υγείας,
Μsc Iατρικής Θεσσαλίας& ΕΑΠ.
Νυν πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συνθετικών Ψυχοθεραπευτών (ΕΕΣΥΨ)
Πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής (ΕΕΣ)
β) συνεργάζεται με τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (Π.Ι.Σ.), τον Πανελλήνιο Σύλλογο Ψυχολόγων (Πα.Συ.Ψυ.) ΚΑΙ τον Σύνδεσμο Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (ΣΚΛΕ) και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού, ιδίως Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, εκπαιδευτικά ή ερευνητικά ιδρύματα, επιστημονικές ή επαγγελματικές ενώσεις, οργανώσεις ή φορείς, για τα θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων του, τη συμμετοχή της ΕΕΨΕ ως εμπειρογνώμονα σε θέματα ψυχοθεραπείας η ΕΕΨΕ, η οποία εκπροσωπεί 40 εκπαιδευτικά κέντρα και επιστημονικούς συλλόγους διαφορετικών προσεγγίσεων, [Τι γίνεται στην Ευρώπη: Είκοσι πέντε ευρωπαϊκές χώρες έχουν ρυθμίσει νομοθετικά την άσκηση της Ψυχοθεραπείας ή έχουν ειδικά σχετικά ρυθμιστικά νομικά διατάγματα και κανονισμούς (Αυστρία, Αγγλία, Βουλγαρία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Λετονία, Μάλτα, Ολλανδία, Ουγγαρία, Σουηδία, Φινλανδία, Ελβετία, Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο, Ρωσία, Πολωνία, Ιρλανδία και Κροατία). Επίσης η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, ο Καναδάς και οι περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ έχουν σχετικούς, ρυθμιστικούς κανονισμούς. Οι περισσότερες χώρες έχουν θεσμοθετήσει την ψυχοθεραπεία ως επαγγελματική εξειδίκευση ψυχολόγων, ψυχιάτρων, κοινωνικών λειτουργών, ειδικών παιδαγωγών ή και κάποιων άλλων επαγγελμάτων υγείας με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως πτυχίο κοινωνικών επιστημών και ειδίκευση στην ψυχοθεραπεία (ΕΕΨΕ)].
Παράλληλα, η σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας δημιουργεί την ανάγκη να αποσαφηνιστεί ένα θεμελιώδες ζήτημα: ποια βασική επιστημονική και επαγγελματική ιδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για τη μεταγενέστερη εξειδίκευση στην ψυχοθεραπεία.
Κατά την άποψή μου, η ψυχοθεραπεία δεν θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ως αυτοτελές επάγγελμα στο οποίο αποκτά κανείς πρόσβαση απλώς μέσω της ολοκλήρωσης μιας εκπαίδευσης σε κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Θα πρέπει να κατοχυρωθεί ως εξειδίκευση επαγγελματιών με συγκεκριμένο βασικό επιστημονικό υπόβαθρο στην ψυχική υγεία, και ειδικότερα των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το πτυχίο Ψυχολογίας ή η ειδικότητα της Ψυχιατρικής επαρκούν από μόνα τους για την άσκηση ψυχοθεραπείας. Αντιθέτως, ο τίτλος του ψυχοθεραπευτή θα πρέπει να προϋποθέτει πρόσθετη, πολυετή και πιστοποιημένη εκπαίδευση σε αναγνωρισμένο φορέα, με σαφείς ελάχιστες προδιαγραφές θεωρητικής κατάρτισης, εποπτευόμενης κλινικής πρακτικής, ανάληψης περιστατικών, εποπτείας και αξιολόγησης.
Ωστόσο, η πρόσθετη αυτή εκπαίδευση δεν πραγματοποιείται σε επιστημονικό κενό. Οικοδομείται πάνω στη βασική επιστημονική εκπαίδευση του επαγγελματία. Οι προπτυχιακές σπουδές Ψυχολογίας αποτελούν τετραετή συστηματική εκπαίδευση στην επιστήμη της ψυχολογίας και περιλαμβάνουν γνωστικά αντικείμενα όπως η αναπτυξιακή, γνωστική, κοινωνική και κλινική ψυχολογία, η ψυχοπαθολογία, η προσωπικότητα, η μεθοδολογία της έρευνας και άλλους βασικούς και εφαρμοσμένους κλάδους της επιστήμης.
Αντίστοιχα, άλλα επαγγέλματα ψυχικής υγείας, όπως η Κοινωνική Εργασία, διαθέτουν το δικό τους διακριτό και εξαιρετικά σημαντικό επιστημονικό αντικείμενο και επαγγελματικό ρόλο. Το γεγονός όμως ότι διαφορετικοί επαγγελματικοί κλάδοι συνεργάζονται στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας δεν σημαίνει ότι οι βασικές σπουδές τους έχουν το ίδιο περιεχόμενο ούτε ότι μια μεταγενέστερη εκπαίδευση σε μια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση εξαλείφει αυτομάτως αυτές τις διαφορές.
Για τον λόγο αυτό θεωρώ απαραίτητο, πριν θεσπιστούν τίτλοι και επαγγελματικά δικαιώματα στην ψυχοθεραπεία, να προσδιοριστεί με σαφήνεια από τον νομοθέτη ποιο βασικό επιστημονικό υπόβαθρο απαιτείται για την πρόσβαση στην ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση και με ποια επιστημονικά κριτήρια.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν αυστηρά και διαφανή κριτήρια αναγνώρισης των φορέων ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης, ως προς το πρόγραμμα σπουδών, τη διάρκεια εκπαίδευσης, την εποπτευόμενη κλινική εμπειρία, τα προσόντα των εκπαιδευτών και εποπτών και τη διαδικασία πιστοποίησης. Η οικονομική δυνατότητα συμμετοχής σε ένα ιδιωτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης δεν μπορεί να αποτελεί στην πράξη το βασικό κριτήριο πρόσβασης στην ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση.
Τέλος, η σύνθεση των οργάνων που θα εισηγούνται για ζητήματα που αφορούν την άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου και την ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση θα πρέπει να διασφαλίζει ουσιαστική επιστημονική εκπροσώπηση των ψυχολόγων.
Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία να καλυφθεί ένα θεσμικό κενό δεκαετιών. Χρειάζεται, όμως, σαφής διάκριση μεταξύ βασικού επιστημονικού επαγγέλματος και μεταγενέστερης ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης, ώστε ο τίτλος του ψυχοθεραπευτή να αντιστοιχεί τόσο σε συγκεκριμένο επιστημονικό υπόβαθρο όσο και σε υψηλού επιπέδου ειδική εκπαίδευση.
Με αφορμή τη δημιουργία του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το υπό διαμόρφωση θεσμικό πλαίσιο να προβλέψει σαφείς και δίκαιες μεταβατικές διατάξεις για τους επαγγελματίες που έχουν ήδη ολοκληρώσει ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ολοκλήρωσης πολυετούς εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία και τη συμβουλευτική ψυχικής υγείας και ήδη παρέχουν επαγγελματικά υπηρεσίες στον χώρο της ψυχικής υγείας.
Ειδικότερα, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια:
• η διάρκεια και το περιεχόμενο της ολοκληρωμένης εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία ή/και τη συμβουλευτική ψυχικής υγείας,
• η τεκμηριωμένη εποπτευόμενη κλινική πρακτική,
• η συστηματική επαγγελματική εποπτεία,
• η προσωπική θεραπεία, όπου αποτελεί προβλεπόμενο και υποχρεωτικό μέρος της εκπαίδευσης,
• η επαγγελματική εμπειρία σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές ψυχικής υγείας,
• η εκπαίδευση σε αναγνωρισμένα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά πλαίσια και η κατοχή αντίστοιχων ευρωπαϊκών επαγγελματικών πιστοποιήσεων, όπου αυτές υφίστανται,
• καθώς και η ολοκλήρωση ή η προχωρημένη πορεία μιας πολυετούς εκπαιδευτικής διαδικασίας πριν από την έναρξη ισχύος του νέου θεσμικού πλαισίου.
Είναι σημαντικό η μελλοντική ρύθμιση να μην οδηγεί σε απαξίωση ή ακύρωση πολυετούς εκπαίδευσης και επαγγελματικής εμπειρίας που έχει ήδη αποκτηθεί, ούτε να δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών που εισέρχονται τώρα στον χώρο και εκείνων που έχουν ήδη επενδύσει επί σειρά ετών στην εκπαίδευση και την κλινική τους κατάρτιση.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί ρητά μεταβατική διαδικασία αξιολόγησης και αναγνώρισης των ήδη εκπαιδευμένων και επαγγελματικά ενεργών επαγγελματιών, με δυνατότητα εγγραφής/πιστοποίησης υπό αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς αναδρομική απαξίωση των προσόντων τους.
Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να βασίζεται σε τεκμηριωμένο φάκελο προσόντων, ο οποίος να περιλαμβάνει τίτλους σπουδών, αναλυτικά στοιχεία εκπαίδευσης και ωρών, εποπτεία, προσωπική θεραπεία, εποπτευόμενη πρακτική, επαγγελματική εμπειρία και τυχόν ευρωπαϊκές πιστοποιήσεις.
Μια τέτοια μεταβατική πρόβλεψη θα εξασφαλίσει αφενός την προστασία της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών ψυχικής υγείας και αφετέρου τον σεβασμό στην ήδη αποκτημένη εκπαίδευση, επαγγελματική εμπειρία και επιστημονική διαδρομή των ανθρώπων που εργάζονται σήμερα στον χώρο.
Παράλληλα, θα ήταν σκόπιμο το Εθνικό Παρατηρητήριο, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, να λαμβάνει υπόψη τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά πρότυπα εκπαίδευσης και πιστοποίησης στην ψυχοθεραπεία, καθώς και τη διεθνή πρακτική, κατά τη διαμόρφωση των μελλοντικών κριτηρίων εκπαίδευσης και επαγγελματικής αναγνώρισης.
Η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να αποτελέσει ιστορική ευκαιρία για την προστασία των πολιτών, την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και τη δημιουργία σαφών επαγγελματικών προδιαγραφών.
Θεωρώ όμως απαραίτητο το νέο πλαίσιο να λάβει υπόψη την πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί επί δεκαετίες στην Ελλάδα και διεθνώς.
1. Αξιολόγηση της εκπαίδευσης και όχι αποκλειστικά της νομικής μορφής του φορέα
Στην Ελλάδα λειτουργούν επί σειρά ετών εξειδικευμένα εκπαιδευτικά κέντρα Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας, με πολυετή προγράμματα, ενεργούς σπουδαστές και αποφοίτους, τα οποία έχουν οργανώσει την εκπαίδευσή τους σύμφωνα με ευρωπαϊκά ή διεθνώς εφαρμοζόμενα πρότυπα.
Η αναγνώριση ενός Εκπαιδευτικού Κέντρου θεωρώ ότι πρέπει να βασίζεται πρωτίστως στην ουσιαστική ποιότητα του προγράμματός του και όχι αποκλειστικά στη νομική μορφή του ή στο αν ανήκει εξαρχής σε συγκεκριμένη κατηγορία εκπαιδευτικού ιδρύματος.
Θα πρέπει να μπορεί κάθε υφιστάμενος δημόσιος ή ιδιωτικός εκπαιδευτικός φορέας να υποβάλει το πρόγραμμά του προς αξιολόγηση και, εφόσον αποδεικνύει ότι πληροί τις θεσπισμένες προδιαγραφές, να δύναται να αναγνωριστεί ως κατάλληλο Εκπαιδευτικό Κέντρο.
Στα κριτήρια θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται ιδίως:
– η συνολική διάρκεια της εκπαίδευσης,
– οι ώρες θεωρητικής κατάρτισης,
– η κλινική ή συμβουλευτική πρακτική,
– η συστηματική εποπτεία,
– η προσωπική θεραπεία ή προσωπική αναπτυξιακή εργασία,
– τα προσόντα των εκπαιδευτών και εποπτών,
– η εκπαίδευση στην ψυχοπαθολογία, στη δεοντολογία και στην αξιολόγηση περιστατικών,
– η δυνατότητα παραπομπής σε άλλους επαγγελματίες υγείας όταν απαιτείται,
– η αξιολόγηση των εκπαιδευομένων και
– η συμβατότητα με αναγνωρισμένα ευρωπαϊκά και διεθνή εκπαιδευτικά πρότυπα.
Με αυτόν τον τρόπο προστατεύεται πραγματικά ο πολίτης και επιβραβεύεται η εκπαιδευτική ποιότητα.
2. Να μην αποκλειστούν οι ήδη υπάρχοντες σπουδαστές
Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να υπάρξει για τους ανθρώπους που σήμερα βρίσκονται ήδη σε πολυετή προγράμματα Ψυχοθεραπείας ή Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας.
Χιλιάδες εκπαιδευόμενοι έχουν επενδύσει χρόνια προσωπικής εργασίας, εκπαίδευσης, πρακτικής και σημαντικούς οικονομικούς πόρους σε προγράμματα τα οποία ξεκίνησαν πριν από τη δημιουργία του νέου θεσμικού πλαισίου.
Δεν θα ήταν ορθό μια μελλοντική αλλαγή των προϋποθέσεων να απαξιώσει αναδρομικά αυτή την εκπαίδευση.
Προτείνεται επομένως να προβλεφθεί μεταβατική διάταξη σύμφωνα με την οποία οι ήδη εγγεγραμμένοι σπουδαστές υφιστάμενων προγραμμάτων θα μπορούν να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους και να υποβληθούν σε διαδικασία αξιολόγησης ή συμπληρωματικής εκπαίδευσης, εφόσον απαιτείται, ώστε να αποκτήσουν τη νέα πιστοποίηση.
3. Μεταβατική αναγνώριση – “grandparenting” των ήδη ενεργών επαγγελματιών
Ακόμη σημαντικότερο είναι το ζήτημα των ανθρώπων που έχουν ήδη ολοκληρώσει πολυετείς εκπαιδεύσεις Ψυχοθεραπείας ή Συμβουλευτικής και ασκούν το επάγγελμά τους επί πολλά χρόνια.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο δεν πρέπει να τους αναγνωρίσει αυτομάτως χωρίς αξιολόγηση, αλλά ούτε να τους αποκλείσει αυτομάτως επειδή η εκπαίδευσή τους πραγματοποιήθηκε πριν από τη θέσπιση των νέων κανόνων.
Προτείνω τη δημιουργία ειδικής μεταβατικής διαδικασίας αναγνώρισης υφιστάμενων επαγγελματιών (“grandparenting”), μέσω της οποίας θα αξιολογούνται:
– η ολοκληρωμένη εκπαίδευσή τους,
– τα χρόνια επαγγελματικής άσκησης,
– οι ώρες πρακτικής,
– η εποπτεία,
– η προσωπική θεραπευτική εργασία,
– η συνεχιζόμενη εκπαίδευση,
– η συμμετοχή σε επαγγελματικούς ή επιστημονικούς φορείς και
– η τήρηση κώδικα δεοντολογίας.
Όσοι πληρούν ουσιαστικά τις απαιτούμενες προδιαγραφές θα πρέπει να μπορούν να αναγνωριστούν.
Όπου υπάρχουν ελλείψεις, θα μπορούσε να δίνεται η δυνατότητα συμπληρωματικής εκπαίδευσης ή αξιολόγησης αντί του πλήρους αποκλεισμού.
Ένας επαγγελματίας με πολυετή τεκμηριωμένη εκπαίδευση και πολλά χρόνια κλινικής εμπειρίας δεν είναι εύλογο να αντιμετωπίζεται σαν να ξεκινά σήμερα από μηδενική βάση.
4. Διατήρηση του διεπιστημονικού χαρακτήρα της Ψυχοθεραπείας
Η Ψυχοθεραπεία έχει ιστορικά αναπτυχθεί ως διεπιστημονικό πεδίο.
Η European Association for Psychotherapy, για παράδειγμα, περιγράφει εκπαίδευση υψηλού επιπέδου που περιλαμβάνει προηγούμενη συναφή ακαδημαϊκή εκπαίδευση και στη συνέχεια πολυετή ειδική εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία, χωρίς να ταυτίζει την ψυχοθεραπεία αποκλειστικά με ένα και μόνο αρχικό επάγγελμα.
Θεωρώ επομένως σημαντικό οι μελλοντικές προϋποθέσεις να μη στηριχθούν αποκλειστικά στην κατοχή ενός συγκεκριμένου βασικού πτυχίου, αλλά σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιολόγησης της επαγγελματικής επάρκειας.
Το επίπεδο της προηγούμενης εκπαίδευσης, η ειδική εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία, η κλινική πρακτική, η εποπτεία, η προσωπική θεραπεία, η δεοντολογία και η αποδεδειγμένη επαγγελματική επάρκεια θα πρέπει να αξιολογούνται συνδυαστικά.
5. Μεταβατική δυνατότητα αναγνώρισης των ήδη λειτουργούντων Εκπαιδευτικών Κέντρων
Παράλληλα με τους επαγγελματίες, πρέπει να προβλεφθεί μεταβατικό καθεστώς και για τις σχολές που ήδη λειτουργούν.
Προτείνεται τα υφιστάμενα Εκπαιδευτικά Κέντρα Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας να έχουν δικαίωμα, μέσα σε συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο, να καταθέσουν αναλυτικό φάκελο του προγράμματός τους.
Εφόσον το πρόγραμμα ανταποκρίνεται στις νέες προδιαγραφές, ο φορέας θα πρέπει να μπορεί να αναγνωριστεί.
Εφόσον υπάρχουν επιμέρους αποκλίσεις, θα πρέπει να δίνεται εύλογο χρονικό διάστημα προσαρμογής, αντί να ακυρώνεται το σύνολο μιας υφιστάμενης εκπαιδευτικής δομής και η εκπαίδευση των ανθρώπων που ήδη φοιτούν σε αυτή.
Πρόταση προσθήκης στο άρθρο 32
Προτείνεται να προστεθεί διάταξη με την ακόλουθη κατεύθυνση:
«Κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων πιστοποίησης στην ψυχοθεραπεία και στη συμβουλευτική ψυχικής υγείας, καθώς και των κριτηρίων αναγνώρισης Εκπαιδευτικών Κέντρων, λαμβάνονται υπόψη τα αναγνωρισμένα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα εκπαίδευσης, ο διεπιστημονικός χαρακτήρας των πεδίων, η διάρκεια και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, η εποπτευόμενη πρακτική, η εποπτεία, η προσωπική θεραπευτική ή αναπτυξιακή εργασία και η επαγγελματική δεοντολογία.
Μεταβατικές διατάξεις προβλέπουν διαδικασία αξιολόγησης και αναγνώρισης των ήδη ενεργών επαγγελματιών, των ήδη φοιτούντων εκπαιδευομένων και των υφιστάμενων Εκπαιδευτικών Κέντρων, με δυνατότητα συμπληρωματικής εκπαίδευσης ή προσαρμογής όπου απαιτείται.»
Με αυτή τη λογική το κράτος δεν χαμηλώνει τον πήχη.
Αντιθέτως, τον ανεβάζει.
Ταυτόχρονα όμως αποφεύγει να αποκλείσει ανθρώπους και εκπαιδευτικούς οργανισμούς που επί χρόνια έχουν επενδύσει σε σοβαρή, πολυετή και εποπτευόμενη εκπαίδευση και μπορεί να αποδειχθεί αντικειμενικά ότι πληρούν υψηλές προδιαγραφές.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.