Ο ισχύων Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας του ΕΟΠΥΥ (ΕΚΠΥ), στο άρθρο 39 «Ψυχοθεραπείες», είναι απολύτως σαφής: η ιατρική γνωμάτευση για ψυχοθεραπεία εκδίδεται μόνο από ψυχιάτρους, ενώ οι ψυχοθεραπείες εκτελούνται από πτυχιούχους ψυχολόγους, ειδικά εκπαιδευμένους και κατόχους άδειας άσκησης επαγγέλματος, ή από παιδοψυχιάτρους και ψυχιάτρους.
Επομένως, δεν μπορεί μέσω ενός νέου θεσμικού οργάνου ή μέσω μιας μελλοντικής «πιστοποίησης» να δημιουργηθεί έμμεσα δικαίωμα άσκησης ψυχοθεραπείας για πρόσωπα που δεν διαθέτουν την αντίστοιχη θεσμοθετημένη επαγγελματική ιδιότητα.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόταση να αναγνωριστεί ο «Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας» ως διακριτό επαγγελματικό πεδίο και στη συνέχεια να του δοθεί πρόσβαση σε δομές ψυχικής υγείας, δημόσιους φορείς και θεραπευτικές υπηρεσίες. Πριν από οποιαδήποτε τέτοια ρύθμιση οφείλει να απαντηθεί ένα στοιχειώδες θεσμικό ερώτημα: ποιος είναι ο νόμος που σήμερα θεσμοθετεί το επάγγελμα του Συμβούλου Ψυχικής Υγείας, ποιο είναι το κρατικά καθορισμένο επαγγελματικό του περίγραμμα και ποια θεραπευτική πράξη του επιτρέπεται να ασκεί;
Η απλή ύπαρξη ΚΑΔ στην ΑΑΔΕ δεν αποτελεί άδεια άσκησης επαγγέλματος υγείας ούτε δημιουργεί επαγγελματικά δικαιώματα στον χώρο της θεραπείας.
Αντίστοιχα, η Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής, ανεξάρτητα από την επιστημονική ή επαγγελματική δραστηριότητά της, αποτελεί ιδιωτικό φορέα και δεν αποτελεί κρατική αρχή αδειοδότησης επαγγελμάτων υγείας. Τα δικά της κριτήρια εκπαίδευσης, πιστοποίησης, εποπτείας ή προσωπικής θεραπείας δεν μπορούν από μόνα τους να παράγουν κρατικά επαγγελματικά δικαιώματα ούτε να τροποποιήσουν τον ΕΚΠΥ.
Το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (ΚΕΣΥ), από την άλλη, αποτελεί συμβουλευτικό όργανο του Υπουργείου Υγείας στον τομέα της υγείας και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός μέσω του οποίου ένας ιδιωτικά πιστοποιούμενος κλάδος αποκτά αυτομάτως δικαίωμα άσκησης θεραπευτικών πράξεων.
Η Πολιτεία οφείλει, επομένως, να διατηρήσει σαφή και ελέγξιμα όρια μεταξύ των θεσμοθετημένων επαγγελμάτων υγείας και δραστηριοτήτων που δεν διαθέτουν αντίστοιχο κρατικό επαγγελματικό πλαίσιο.
Δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί πρώτα ένα ιδιωτικό σύστημα εκπαίδευσης και πιστοποίησης, να αναγνωριστεί εκ των υστέρων από το κράτος και στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την απόκτηση δικαιωμάτων άσκησης θεραπευτικών πράξεων.
Ζητείται συνεπώς να αποσαφηνιστεί ρητά στο νομοσχέδιο ότι καμία πρόβλεψη για το Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας δεν δημιουργεί, επεκτείνει ή αναγνωρίζει επαγγελματικό δικαίωμα άσκησης ψυχοθεραπείας σε μη θεσμοθετημένα επαγγέλματα και ότι η σχετική ρύθμιση πρέπει να παραμείνει απολύτως συμβατή με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και τον ΕΚΠΥ.
Η προστασία της ψυχικής υγείας απαιτεί κρατική αδειοδότηση, σαφή επαγγελματικά δικαιώματα, επιστημονικά κριτήρια και λογοδοσία. Δεν μπορεί να βασίζεται σε ιδιωτικές πιστοποιήσεις, επαγγελματικές ονομασίες ή ΚΑΔ.
Το άρθρο 32 καλείται να ρυθμίσει ένα πεδίο στο οποίο υφίστανται σήμερα διαφορετικές κανονιστικές προβλέψεις και διοικητικές ερμηνείες. Ειδικότερα, το Υπουργείο Υγείας έχει διατυπώσει τη θέση ότι, κατ’ επίκληση του π.δ. 157/1991 (Α΄ 62), η ψυχοθεραπεία αποτελεί θεραπευτική πράξη η οποία δύναται να ασκείται από νευρολόγους, ψυχιάτρους και ψυχολόγους. Παράλληλα, όμως, το άρθρο 1 παρ. 3 περ. γ΄ του π.δ. 50/1989 προβλέπει ρητώς, ως μέρος των επαγγελματικών δικαιωμάτων των Κοινωνικών Λειτουργών στον τομέα της Ψυχικής Υγείας, την παροχή υπηρεσιών διαγνωστικού, συμβουλευτικού και θεραπευτικού χαρακτήρα σε άτομα, ομάδες και οικογένειες.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η θέσπιση ειδικού θεσμικού πλαισίου για την ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση παρέχει τη δυνατότητα ρητής νομοθετικής αποσαφήνισης της σχέσης μεταξύ των ανωτέρω ρυθμίσεων. Μια τέτοια πρόβλεψη είναι αναγκαία για λόγους ασφάλειας δικαίου, ίσης και προβλέψιμης εφαρμογής του νέου πλαισίου και αποφυγής μελλοντικών ερμηνευτικών αποκλίσεων ως προς την πρόσβαση των Κοινωνικών Λειτουργών στην εκπαίδευση και πιστοποίηση στην ψυχοθεραπεία.
Προτείνεται, συνεπώς, η προσθήκη νέας παρ. 2 στο άρθρο 32, με την οποία να προβλέπεται ότι ως βασικό επαγγελματικό υπόβαθρο για την πρόσβαση σε αναγνωρισμένη ψυχοθεραπευτική εξειδίκευση δύνανται να αναγνωρίζονται ρυθμιζόμενα επαγγέλματα που ασκούνται νομίμως στον τομέα της υγείας ή της ψυχικής υγείας και των οποίων το ισχύον θεσμικό πλαίσιο περιλαμβάνει διαγνωστικό, συμβουλευτικό ή θεραπευτικό έργο, με ρητή συμπερίληψη των Κοινωνικών Λειτουργών που ασκούν νομίμως το επάγγελμά τους.
Η αναγνώριση του βασικού επαγγελματικού υποβάθρου δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόκτηση πιστοποίησης ή επαγγελματικού τίτλου στην ψυχοθεραπεία. Η σχετική πιστοποίηση θα πρέπει να προϋποθέτει την πλήρωση ενιαίων, σαφών και ελέγξιμων κριτηρίων επιστημονικής και κλινικής επάρκειας, στα οποία να περιλαμβάνονται, ιδίως, πολυετής ειδική ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, εκπαίδευση στην ψυχοπαθολογία και την κλινική αξιολόγηση, δεοντολογία, αναγνώριση και διαχείριση κινδύνου, δυνατότητα κατάλληλης παραπομπής, εποπτευόμενη κλινική πρακτική, συστηματική εποπτεία και προσωπική θεραπεία ή αυτοεμπειρία, όπου αυτή προβλέπεται από την οικεία ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Τυχόν γνωστικά αντικείμενα που δεν καλύπτονται επαρκώς από τον βασικό τίτλο σπουδών μπορούν να αποτελούν αντικείμενο συμπληρωματικής εκπαίδευσης.
Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμη η πρόβλεψη ειδικής μεταβατικής ρύθμισης για επαγγελματίες οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του νέου κανονιστικού πλαισίου, διαθέτουν ήδη νόμιμα ασκούμενο ρυθμιζόμενο βασικό επάγγελμα και έχουν ολοκληρώσει ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο πολυετούς ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης ή διαθέτουν αποδεδειγμένη σχετική επαγγελματική εμπειρία.
Η υπαγωγή στη μεταβατική ρύθμιση θα μπορούσε να γίνεται κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης φακέλου, με συνεκτίμηση του βασικού τίτλου σπουδών, της νόμιμης άσκησης του βασικού επαγγέλματος, της διάρκειας και του περιεχομένου της ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης, της εποπτευόμενης κλινικής πρακτικής, της εποπτείας, της προσωπικής θεραπείας, της αποδεδειγμένης επαγγελματικής εμπειρίας και τυχόν σχετικών επιστημονικών πιστοποιήσεων.
Σε περίπτωση κατά την οποία από την αξιολόγηση προκύπτουν συγκεκριμένες αποκλίσεις από τα νέα θεσπιζόμενα εκπαιδευτικά κριτήρια, θα ήταν σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας να παρέχεται δυνατότητα συμπληρωματικής εκπαίδευσης, εποπτευόμενης πρακτικής ή αξιολόγησης επάρκειας, αντί του αυτοδίκαιου αποκλεισμού του επαγγελματία από το νέο σύστημα πιστοποίησης.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση δεν εξομοιώνονται διαφορετικά βασικά επαγγέλματα ούτε δημιουργούνται επαγγελματικά δικαιώματα αποκλειστικά από την κατοχή φορολογικού ΚΑΔ ή ιδιωτικού τίτλου εκπαίδευσης. Αντιθέτως, διατηρούνται τα διακριτά επαγγελματικά δικαιώματα κάθε κλάδου και θεσπίζεται ένα ενιαίο, διαφανές και ελέγξιμο σύστημα ψυχοθεραπευτικής εξειδίκευσης, το οποίο λαμβάνει ρητώς υπόψη το ήδη θεσμοθετημένο θεραπευτικό αντικείμενο της Κοινωνικής Εργασίας.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.