ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο: «Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, ρυθμίσεις για τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις»

Κατάσταση: Ολοκληρώθηκε
Κωδικός Διαβούλευσης: #1707
Ημ/νία Ανάρτησης: Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2026, 23:00
Η διαβούλευση έκλεισε: Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2026, 09:00
Ολοκληρώθηκε: Τρίτη, 4 Αυγούστου 2026, 11:17
Έκθεση Διαβούλευσης

Μπορείτε να δείτε την έκθεση διαβούλευσης όπως αυτή ενσωματώθηκε στη σχετική Ενότητα της τελικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης εδώ

ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Άρθρα 60-61)

ΜΕΡΟΣ Γ΄

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 60

Επέκταση χωρικής αρμοδιότητας και ανάθεση υποθέσεων Κτηματικών Υπηρεσιών – Εξουσιοδοτικές διατάξεις – Τροποποίηση άρθρου 69 ν. 5042/2023

Στο άρθρο 69 του ν. 5042/2023 (Α΄ 88), περί επέκτασης χωρικής αρμοδιότητας των Κτηματικών Υπηρεσιών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) ο τίτλος αντικαθίσταται, β) το υφιστάμενο εδάφιο αριθμείται ως παρ. 1, γ) προστίθενται παρ. 2 έως 6 και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 69 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 69

Επέκταση χωρικής αρμοδιότητας και ανάθεση υποθέσεων κτηματικών υπηρεσιών – Εξουσιοδοτικές διατάξεις

  1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να επεκτείνεται, για διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, η χωρική αρμοδιότητα των κτηματικών υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σε έτερη περιφερειακή ενότητα, προκειμένου να αντιμετωπισθούν σοβαρές και επείγουσες υπηρεσιακές ανάγκες.
  2. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται, κατά παρέκκλιση της χωρικής αρμοδιότητας των κτηματικών υπηρεσιών, να ανατίθενται ο χειρισμός υποθέσεων και η έκδοση των σχετικών πράξεων σε προϊστάμενο οποιασδήποτε κτηματικής υπηρεσίας ή άλλης οργανικής μονάδας της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών, ιδίως στις περιπτώσεις αντιμετώπισης επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης ή ζητημάτων μεγάλης σπουδαιότητας ή διεκπεραίωσης εκκρεμοτήτων, ή όταν πρόκειται για επαναλαμβανόμενες υποθέσεις που ανακύπτουν σε περισσότερες κτηματικές υπηρεσίες και χρήζουν ενιαίας αντιμετώπισης. Με όμοια απόφαση και για τους ίδιους λόγους δύναται, κατά παρέκκλιση της χωρικής αρμοδιότητας των κτηματικών υπηρεσιών, να ανατίθενται ο χειρισμός υποθέσεων και η υποβολή εισήγησης σε υπάλληλο οποιασδήποτε κτηματικής υπηρεσίας ή άλλης οργανικής μονάδας της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών.
  3. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται, κατά παρέκκλιση της χωρικής αρμοδιότητας των κτηματικών υπηρεσιών, να ανατίθενται ο χειρισμός υποθέσεων και η έκδοση των σχετικών πράξεων, εφόσον παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία ή αυξημένη πολυπλοκότητα, σε τριμελή επιτροπή, που συστήνεται και λειτουργεί ειδικά για τον σκοπό αυτό, στην ανωτέρω Γενική Γραμματεία (εφεξής «Επιτροπή»).
  4. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με θητεία τριών (3) ετών και αποτελείται από:

α) έναν προϊστάμενο Διεύθυνσης ή Τμήματος της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών, ως πρόεδρο, με αναπληρωτή τον προϊστάμενο έτερης Διεύθυνσης ή Τμήματος της ίδιας Γενικής Διεύθυνσης.

β) έναν δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, με αναπληρωτή δικηγόρο που διαθέτει τα απαιτούμενα για το αντίστοιχο τακτικό μέλος προσόντα και

γ) έναν διπλωματούχο μηχανικό, εγγεγραμμένο στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, με ειδικότητα τοπογράφου ή πολιτικού μηχανικού, με εμπειρία τουλάχιστον δέκα (10) ετών, με αναπληρωτή μηχανικό που διαθέτει τα απαιτούμενα για το αντίστοιχο τακτικό μέλος προσόντα.

Ως εισηγητής της Επιτροπής ορίζεται, με απόφαση του προέδρου της, υπάλληλος της ανωτέρω Γενικής Διεύθυνσης. Η Επιτροπή δύναται να λειτουργεί σε ένα (1) ή περισσότερα κλιμάκια, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με κριτήρια τοπικής ή καθ’ ύλην αρμοδιότητας. Με όμοια απόφαση επιμερίζονται οι εργασίες μεταξύ των κλιμακίων.

  1. Κατά τον χειρισμό των υποθέσεων, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει διοικητικές πράξεις αποφασιστικού ή γνωμοδοτικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο που, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κτηματικών υπηρεσιών.
  2. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα ειδικότερα προσόντα, ο τρόπος απόδειξής τους και η διαδικασία επιλογής των μελών της Επιτροπής με την ιδιότητα του δικηγόρου ή του μηχανικού, μέσω δημόσιας πρόσκλησης, προσδιορίζεται το ύψος της αμοιβής των μελών της και ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος. Με την ίδια απόφαση δύναται να ανατίθενται στην Επιτροπή πρόσθετες αρμοδιότητες συναφείς με το έργο της. Μέχρι την 31η Μαρτίου 2027, τα μέλη που συμμετέχουν με την ιδιότητα του δικηγόρου ή του μηχανικού δύναται να ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από πρόταση της Συντονιστικής Επιτροπής των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων του άρθρου 137 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208) και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, αντίστοιχα. Η πρόταση συνοδεύεται από κατάλογο έως δέκα (10) προτεινόμενων προσώπων.».

 

Άρθρο 61

Δημιουργία πλατφόρμας ηλεκτρονικής διεκπεραίωσης υποθέσεων αρμοδιότητας κτηματικών υπηρεσιών – Προσθήκη άρθρου 69Α στο ν. 5042/2023

Στον ν. 5042/2023 (Α΄ 88) προστίθεται άρθρο 69Α ως εξής:

«Άρθρο 69Α

Πλατφόρμα ηλεκτρονικής διεκπεραίωσης υποθέσεων αρμοδιότητας κτηματικών υπηρεσιών

  1. Στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αναπτύσσεται και λειτουργεί πλατφόρμα για την ηλεκτρονική διεκπεραίωση υποθέσεων αρμοδιότητας κτηματικών υπηρεσιών (εφεξής: Πλατφόρμα), η οποία είναι προσβάσιμη μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr – Ε.Ψ.Π.). Η Πλατφόρμα υποστηρίζεται παραγωγικά από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Δημόσιας Διοίκησης του του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
  2. Αντικείμενο της Πλατφόρμας είναι:

α) η υποβολή αιτήσεων των ενδιαφερομένων για τη διεκπεραίωση υποθέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα των κτηματικών υπηρεσιών,

β) ο προγραμματισμός και η διαχείριση ραντεβού των ενδιαφερομένων με αυτοπρόσωπη παρουσία ενώπιον των κτηματικών υπηρεσιών, και

γ) η παροχή διοικητικής πληροφόρησης και η διεκπεραίωση υποθέσεων των ενδιαφερομένων από τις κτηματικές υπηρεσίες, εξ αποστάσεως, μέσω τηλεδιάσκεψης.

  1. Για την είσοδο του ενδιαφερόμενου στην πλατφόρμα απαιτείται προηγούμενη αυθεντικοποίησή του σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 4727/2020 (Α΄ 184).
  2. Η Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τηρούνται στην Πλατφόρμα. Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ορίζεται ως εκτελούσα την επεξεργασία των δεδομένων του πρώτου εδαφίου.
  3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα λειτουργίας της Πλατφόρμας και ιδίως ο χρόνος έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της, οι εξουσιοδοτημένοι χρήστες της πλατφόρμας και ο τρόπος πρόσβασης σε αυτήν, η μορφή, το περιεχόμενο και η διαδικασία υποβολής των ηλεκτρονικών αιτήσεων και των απαιτούμενων δικαιολογητικών και κοινοποίησης των αποτελεσμάτων στους ενδιαφερομένους, η διαδικασία εξ αποστάσεως ταυτοποίησης των ενδιαφερομένων, οι αναγκαίες διαλειτουργικότητες με πληροφοριακά συστήματα και μητρώα του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και κάθε άλλο ειδικό, τεχνικό ή λεπτομερειακό ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος.

Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται οι διοικητικές διαδικασίες αρμοδιότητας των κτηματικών υπηρεσιών που διεκπεραιώνονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω της Πλατφόρμας.

Δημοσιευμένα σχόλια
Γ****** Χ* (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
20 Ιούλ 2026, 08:52
Σύνδεσμος σχολίου
Απόρριψη των άρθρων 60 και 61 λόγω υπέρμετρης επιβάρυνσης των ήδη υποστελεχωμένων υπηρεσιών

Τα άρθρα 60 και 61 πρέπει να αποσυρθούν ή να αναδιατυπωθούν πλήρως, αφού προηγηθεί πραγματική καταγραφή των οργανικών κενών, του υφιστάμενου φόρτου εργασίας, των εκκρεμών υποθέσεων και των πραγματικών δυνατοτήτων κάθε υπηρεσίας. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ένα χρόνιο και απολύτως γνωστό διοικητικό πρόβλημα, δηλαδή τη σοβαρή υποστελέχωση των υπηρεσιών, όχι με προσλήψεις και ουσιαστική ενίσχυση του προσωπικού, αλλά με μεταφορά νέων αρμοδιοτήτων και υποθέσεων στους ίδιους ήδη υπερφορτωμένους υπαλλήλους.

Η δυνατότητα επέκτασης της χωρικής αρμοδιότητας μιας υπηρεσίας σε άλλη περιοχή και η ανάθεση υποθέσεων σε υπαλλήλους διαφορετικών υπηρεσιών δεν συνιστά διοικητική μεταρρύθμιση. Συνιστά απλώς ανακατανομή της ανεπάρκειας. Μια υποστελεχωμένη υπηρεσία δεν παύει να είναι υποστελεχωμένη επειδή μέρος των εκκρεμοτήτων της μεταφέρεται σε μια άλλη υπηρεσία, η οποία αντιμετωπίζει συνήθως τα ίδια ή παρόμοια προβλήματα. Η πρακτική αυτή δεν δημιουργεί νέες εργατοώρες, δεν αυξάνει τον αριθμό των διαθέσιμων μηχανικών, νομικών ή διοικητικών υπαλλήλων και δεν μειώνει τον συνολικό όγκο των υποθέσεων. Απλώς μεταφέρει το πρόβλημα από το ένα γραφείο στο άλλο.

Κάθε νέα ανάθεση έχει πραγματικό διοικητικό κόστος. Ο υπάλληλος που αναλαμβάνει μια υπόθεση εκτός της περιοχής ευθύνης του πρέπει να αναζητήσει αρχεία, τίτλους, παλαιές διοικητικές πράξεις, κτηματολογικά δεδομένα, τοπογραφικά στοιχεία και αλληλογραφία που ενδέχεται να βρίσκονται σε διαφορετικές υπηρεσίες ή να μην έχουν ψηφιοποιηθεί. Πρέπει να επικοινωνήσει με τοπικούς φορείς, να αποκτήσει γνώση του ιστορικού της υπόθεσης και, σε πολλές περιπτώσεις, να πραγματοποιήσει αυτοψίες σε περιοχή μακριά από την οργανική του θέση. Όλα αυτά απαιτούν χρόνο, μετακινήσεις, έξοδα, υπηρεσιακά οχήματα και διοικητική υποστήριξη. Επομένως, η μεταφορά μιας υπόθεσης δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ταχύτερη διεκπεραίωση. Αντίθετα, μπορεί να αυξήσει τον χρόνο εξέτασης, να πολλαπλασιάσει την αλληλογραφία και να δημιουργήσει νέες καθυστερήσεις.

Οι υποθέσεις δημόσιας περιουσίας δεν είναι τυποποιημένες εργασίες που μπορούν να μεταφέρονται μηχανικά από υπάλληλο σε υπάλληλο. Απαιτούν ειδική γνώση, εμπειρία, κατανόηση των τοπικών δεδομένων και συχνά συνδυασμό τεχνικής, νομικής και διοικητικής κρίσης. Η άγνοια της ιστορικής και πραγματικής κατάστασης μιας περιοχής αυξάνει τον κίνδυνο εσφαλμένων εκτιμήσεων, παραλείψεων και πλημμελώς αιτιολογημένων διοικητικών πράξεων. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι προσφυγές, ακυρώσεις, αποζημιώσεις, απώλεια δημοσίων εσόδων και περαιτέρω επιβάρυνση των υπηρεσιών με επανεξέταση των ίδιων υποθέσεων.

Σοβαρό ζήτημα δημιουργείται και ως προς την ευθύνη. Όταν μια υπόθεση διαμοιράζεται μεταξύ της κατά τόπον αρμόδιας υπηρεσίας, μιας άλλης υπηρεσίας και ενός υπαλλήλου που υπηρετεί σε διαφορετική οργανική μονάδα, δεν είναι πάντοτε σαφές ποιος έχει την πλήρη εικόνα, ποιος καθορίζει τις προτεραιότητες και ποιος φέρει την ουσιαστική ευθύνη για την ορθότητα και την έγκαιρη ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η διάχυση της αρμοδιότητας οδηγεί συχνά σε διάχυση της ευθύνης. Η ορθή διοίκηση, όμως, απαιτεί σαφή κατανομή καθηκόντων, συγκεκριμένη εποπτεία και ενιαία ευθύνη, όχι ένα σύνθετο σύστημα διαδοχικών και παράλληλων αναθέσεων.

Οι διατάξεις δεν φαίνεται να συνοδεύονται από δεσμευτικούς περιορισμούς ως προς τον αριθμό των πρόσθετων υποθέσεων που μπορεί να αναλάβει ένας υπάλληλος, από σαφή κριτήρια μέτρησης του υφιστάμενου φόρτου ή από υποχρεωτική απαλλαγή του από μέρος των κανονικών καθηκόντων του. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος οι υπάλληλοι να συνεχίσουν να έχουν ακέραιες τις υποχρεώσεις της οργανικής τους θέσης και ταυτόχρονα να επιβαρύνονται με υποθέσεις άλλων περιοχών. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια διοίκηση στην οποία όλες οι υποθέσεις χαρακτηρίζονται επείγουσες, χωρίς να υπάρχει επαρκής χρόνος για να εξεταστεί σωστά καμία από αυτές.

Παράλληλα, προκαλείται ζήτημα άνισης μεταχείρισης μεταξύ των υπαλλήλων. Χωρίς αντικειμενικά, μετρήσιμα και εκ των προτέρων γνωστά κριτήρια, ορισμένοι εργαζόμενοι ενδέχεται να επιβαρύνονται διαρκώς περισσότερο από άλλους. Η προθυμία, η εμπειρία και η υπευθυνότητα δεν πρέπει να μετατρέπονται σε λόγο συνεχούς πρόσθετης φόρτωσης. Ο ικανός υπάλληλος δεν μπορεί να τιμωρείται με ολοένα περισσότερες υποθέσεις, ούτε η διοίκηση να στηρίζεται επ’ αόριστον στο φιλότιμο και στην προσωπική υπέρβαση των εργαζομένων.

Η χρόνια υπερφόρτωση δεν αποτελεί μόνο εργασιακό ζήτημα. Αποτελεί κίνδυνο για τη λειτουργία του ίδιου του κράτους. Η διαρκής πίεση, οι συσσωρευμένες προθεσμίες και η απουσία επαρκούς προσωπικού οδηγούν σε εξουθένωση, αυξημένες αναρρωτικές άδειες, αποχωρήσεις έμπειρων στελεχών, μειωμένη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη πιθανότητα λαθών. Όταν η διοίκηση βασίζει τη λειτουργία της στη μόνιμη υπέρβαση των ανθρώπινων αντοχών, υπονομεύει την υπηρεσιακή συνέχεια και χάνει πολύτιμη τεχνογνωσία.

Αντίστοιχα, η ψηφιακή πλατφόρμα του άρθρου 61 δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αυτόματη λύση στο πρόβλημα. Η ψηφιοποίηση είναι θετική μόνο όταν συνοδεύεται από απλούστευση διαδικασιών, πλήρη ψηφιοποίηση αρχείων, διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων, εκπαίδευση, τεχνική υποστήριξη και επαρκές προσωπικό. Διαφορετικά, δημιουργεί απλώς ένα ακόμη κανάλι υποβολής αιτημάτων, το οποίο πρέπει να παρακολουθούν οι ίδιοι υπάλληλοι παράλληλα με το πρωτόκολλο, την ηλεκτρονική αλληλογραφία, τα φυσικά ραντεβού, τις τηλεφωνικές κλήσεις, τις αυτοψίες, τις επιτροπές και τις υπόλοιπες υπηρεσιακές εργασίες.

Η ηλεκτρονική υποβολή μιας αίτησης δεν σημαίνει ότι η αίτηση επεξεργάζεται μόνη της. Πίσω από κάθε ηλεκτρονικό αίτημα απαιτείται υπάλληλος που θα ελέγξει τα δικαιολογητικά, θα αναζητήσει στοιχεία, θα επικοινωνήσει με άλλους φορείς, θα συντάξει εισήγηση και θα αναλάβει την ευθύνη της τελικής διοικητικής πράξης. Χωρίς ενίσχυση προσωπικού, η πλατφόρμα κινδυνεύει να αυξήσει τον αριθμό των εισερχόμενων αιτημάτων χωρίς να αυξήσει τη δυνατότητα διεκπεραίωσής τους. Έτσι, η γραφειοκρατία δεν καταργείται. Απλώς μεταφέρεται από το χαρτί στην οθόνη.

Επιπλέον, η διοίκηση οφείλει πριν από κάθε νέα ρύθμιση να παρουσιάζει πραγματική εκτίμηση των συνεπειών της στο ανθρώπινο δυναμικό. Πόσες νέες υποθέσεις θα ανατεθούν; Πόσες εργατοώρες απαιτούνται; Πόσες μετακινήσεις θα πραγματοποιούνται; Ποιο θα είναι το κόστος; Πόσες οργανικές θέσεις παραμένουν κενές; Ποιος θα καλύπτει τις τρέχουσες υποχρεώσεις των υπαλλήλων που θα αναλαμβάνουν πρόσθετα καθήκοντα; Χωρίς συγκεκριμένες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, οι ρυθμίσεις δεν βασίζονται σε επιχειρησιακό σχεδιασμό αλλά σε ευχές.

Υπάρχει επίσης σοβαρός κίνδυνος να δημιουργηθεί μια παραπλανητική εικόνα ότι οι υπηρεσίες διαθέτουν επαρκή δυναμικότητα, επειδή το προσωπικό τους μπορεί θεωρητικά να αξιοποιείται σε ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Αυτή η λογιστική διεύρυνση της αρμοδιότητας δεν αποτελεί πραγματική ενίσχυση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για να αναβληθούν νέες προσλήψεις, να μην καλυφθούν οργανικά κενά ή να εμφανιστεί τεχνητά ότι οι ανάγκες αντιμετωπίζονται με το υπάρχον προσωπικό.

Το πραγματικό κόστος της υποστελέχωσης τελικά μεταφέρεται στον πολίτη και στο Δημόσιο. Ο πολίτης αντιμετωπίζει καθυστερήσεις, αβεβαιότητα, διαφορετικές οδηγίες και δυσκολία επικοινωνίας με τον αρμόδιο υπάλληλο. Το Δημόσιο αντιμετωπίζει κίνδυνο απώλειας εσόδων, παραγραφών, δικαστικών εμπλοκών, εσφαλμένων αποφάσεων και καθυστερημένης αξιοποίησης της περιουσίας του. Συνεπώς, η μη πρόσληψη προσωπικού δεν αποτελεί πραγματική οικονομία. Αποτελεί μεταφορά ενός μεγαλύτερου και δυσκολότερα μετρήσιμου κόστους στο μέλλον.

Η ουσιαστική λύση είναι γνωστή και δεν μπορεί να παρακάμπτεται επ’ αόριστον. Απαιτούνται μόνιμες προσλήψεις μηχανικών, νομικών, διοικητικών και άλλων αναγκαίων ειδικοτήτων, κάλυψη των οργανικών κενών, σύγχρονος εξοπλισμός, ψηφιοποίηση των αρχείων και σταθερή διοικητική υποστήριξη. Απαιτείται επίσης σαφής καταγραφή του φόρτου ανά υπηρεσία, αντικειμενική ιεράρχηση των υποθέσεων και ουσιαστική απλούστευση των διαδικασιών.

Οι εργαζόμενοι δεν είναι ανεξάντλητος πόρος και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν μπορούν να λειτουργούν με τη λογική ότι σε κάθε πρόβλημα η απάντηση είναι να φορτωθούν οι ίδιοι άνθρωποι με περισσότερες αρμοδιότητες. Ακόμη και ένα υποζύγιο μπορεί να σηκώσει μεγάλο βάρος, αρκεί όμως ένα τελευταίο άχυρο για να καταρρεύσει. Ας το γνωρίζουν όσοι αποφασίζουν από τις ασφαλείς και ακριβές καρέκλες τους, μακριά από την καθημερινή πραγματικότητα των υποστελεχωμένων υπηρεσιών.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ζητείται η απόσυρση των άρθρων 60 και 61 και η επανεξέτασή τους μόνο μετά την ουσιαστική στελέχωση των υπηρεσιών και τη θέσπιση σαφών εγγυήσεων ως προς τον φόρτο, τη χωρική αρμοδιότητα, την ευθύνη, τις μετακινήσεις και την προστασία της ποιότητας του διοικητικού έργου. Διαφορετικά, οι ρυθμίσεις αυτές δεν θα λύσουν κανένα πρόβλημα. Θα μετατρέψουν τη χρόνια υποστελέχωση σε μόνιμο καθεστώς και την αδυναμία της διοίκησης να προσλάβει το αναγκαίο προσωπικό σε καθημερινό βάρος των εργαζομένων και των πολιτών.
Γεώργιος Χ. Παπανικολάου (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
20 Ιούλ 2026, 07:58
Σύνδεσμος σχολίου
Οι προτεινόμενες διατάξεις δεν θεραπεύουν τις αιτίες των προβλημάτων, αλλά μεταβάλλουν βασικές οργανωτικές αρχές της δημόσιας διοίκησης, εισάγοντας μηχανισμούς κατ’ εξαίρεση άσκησης αρμοδιοτήτων, μεταφοράς υποθέσεων μεταξύ υπηρεσιών και συγκρότησης συλλογικών οργάνων με αποφασιστικές αρμοδιότητες.
Η υποστελέχωση αποτελεί αναμφίβολα το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα πολλές Κτηματικές Υπηρεσίες. Η αντιμετώπισή της, όμως, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την αποδυνάμωση της κατά τόπον αρμοδιότητας ούτε με την υποκατάσταση της διοικητικής κρίσης των αρμόδιων υπηρεσιών από άλλες υπηρεσίες ή επιτροπές.
Η κατά τόπον αρμοδιότητα των Κτηματικών Υπηρεσιών δεν αποτελεί απλή οργανωτική επιλογή του νομοθέτη, αλλά ουσιώδη εγγύηση αποτελεσματικής διοίκησης. Η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους προϋποθέτει γνώση της ιστορίας κάθε υπόθεσης, της διοικητικής πρακτικής της περιοχής, των ιδιαιτεροτήτων της δημόσιας περιουσίας, των τοπικών συνθηκών και της διαχρονικής συνεργασίας με τις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες.
Οι προτεινόμενες διατάξεις εισάγουν, επιπλέον, αόριστες νομικές έννοιες («επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη», «ζητήματα μεγάλης σπουδαιότητας», «υποθέσεις αυξημένης πολυπλοκότητας»), χωρίς αντικειμενικά κριτήρια εφαρμογής, χωρίς ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις και χωρίς σαφή όρια ως προς την έκταση της παρέκκλισης από τον γενικό κανόνα της κατά τόπον αρμοδιότητας.
Παράλληλα, η ίδια η Διοίκηση έχει ήδη αναγνωρίσει ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι η υποστελέχωση, καθώς προχώρησε πρόσφατα σε αποτύπωση των κενών οργανικών θέσεων όλων των Κτηματικών Υπηρεσιών, ενώ οι πρόσφατες εξελίξεις στο σύστημα προσλήψεων μέσω Α.Σ.Ε.Π. δημιουργούν πλέον βάσιμες προσδοκίες ουσιαστικής ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού.
Κατά συνέπεια, η παρούσα νομοθετική παρέμβαση εμφανίζεται δυσανάλογη ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, διότι επιλέγει να μεταβάλει τον τρόπο οργάνωσης των υπηρεσιών πριν αξιολογηθούν τα αποτελέσματα των ήδη δρομολογημένων μέτρων στελέχωσης.
Η ενίσχυση των Κτηματικών Υπηρεσιών, η κάλυψη των οργανικών θέσεων, η ανάπτυξη ενιαίων ψηφιακών εργαλείων και η επιτελική υποστήριξη των υπηρεσιών αποτελούν λύσεις περισσότερο συμβατές με τις αρχές της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και της καλής νομοθέτησης από την καθιέρωση μόνιμων εξαιρέσεων από την κατά τόπον αρμοδιότητα.

1. ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
Οι Κτηματικές Υπηρεσίες αποτελούν τις αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που έχουν ως κύρια αποστολή την προστασία, διαχείριση και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
Το αντικείμενό τους εκτείνεται σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο φάσμα αρμοδιοτήτων, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:
• την προστασία των δημοσίων κτημάτων,
• τη διοίκηση του αιγιαλού και της παραλίας,
• τη διαχείριση των ανταλλάξιμων και κοινόχρηστων ακινήτων,
• τη συνεργασία με το Ελληνικό Κτηματολόγιο,
• την εκπροσώπηση του Δημοσίου σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες,
• την άσκηση ελέγχων και αυτοψιών,
• τη διαχείριση πλήθους τεχνικών, νομικών και διοικητικών ζητημάτων.
Η φύση των αρμοδιοτήτων αυτών καθιστά τις Κτηματικές Υπηρεσίες θεματοφύλακες σημαντικού μέρους της δημόσιας περιουσίας της χώρας, η οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική αξία της οποίας είναι προφανής.
Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε μεταβολή του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών αυτών δεν αποτελεί απλή διοικητική αναδιάρθρωση, αλλά παρέμβαση που επηρεάζει άμεσα τον τρόπο προστασίας της δημόσιας περιουσίας.

2. ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών διέπεται από θεμελιώδεις συνταγματικές και διοικητικές αρχές, οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ακόλουθες διατάξεις:
α) Άρθρο 101 του Συντάγματος
Το άρθρο 101 κατοχυρώνει την αποκεντρωμένη οργάνωση της διοίκησης και επιβάλλει τη διάρθρωση των διοικητικών υπηρεσιών κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των δημόσιων υποθέσεων με γνώμονα τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής.
Η κατά τόπον αρμοδιότητα των Κτηματικών Υπηρεσιών αποτελεί έκφραση της συνταγματικής αυτής επιλογής, καθώς συνδέει την άσκηση της διοικητικής εξουσίας με τη γνώση των τοπικών δεδομένων και τη διαρκή παρουσία της αρμόδιας υπηρεσίας στην περιοχή ευθύνης της.
β) Άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος
Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει κάθε διοικητική και νομοθετική παρέμβαση να είναι πρόσφορη, αναγκαία και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Η μεταβολή της οργανωτικής δομής των Κτηματικών Υπηρεσιών μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχουν ηπιότερα μέσα αντιμετώπισης του προβλήματος, όπως η κάλυψη των οργανικών θέσεων, η διοικητική υποστήριξη ή η αξιοποίηση σύγχρονων πληροφοριακών συστημάτων.
γ) Νόμος 4622/2019 (Επιτελικό Κράτος)
Ο ν. 4622/2019 εισάγει τις αρχές της καλής νομοθέτησης, σύμφωνα με τις οποίες κάθε νέα ρύθμιση πρέπει να βασίζεται σε:
• σαφή τεκμηρίωση,
• αξιολόγηση των συνεπειών,
• αναλογικότητα,
• διαφάνεια,
• αποτελεσματικότητα,
• διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους φορείς.
Η αιτιολογική βάση των υπό κρίση διατάξεων θα πρέπει, επομένως, να αποδεικνύει όχι μόνο την ύπαρξη διοικητικού προβλήματος, αλλά και ότι η επιλεγείσα λύση αποτελεί την πλέον πρόσφορη και αναγκαία.
δ) Άρθρο 17 του ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας)
Οι διοικητικές πράξεις που περιορίζουν δικαιώματα ή παρεκκλίνουν από τον γενικό κανόνα οφείλουν να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένες.
Η απαίτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν οι διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα ανάθεσης υποθέσεων σε υπηρεσίες εκτός της κατά τόπον αρμοδιότητας, στηριζόμενη σε αόριστες έννοιες όπως η «επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη» ή η «ιδιαίτερη πολυπλοκότητα».
Η σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η χρήση αόριστων νομικών εννοιών δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης ούτε επιτρέπει την ανεξέλεγκτη άσκηση διακριτικής ευχέρειας.

3. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΑΛΛΑ Η ΥΠΟΣΤΕΛΕΧΩΣΗ
Η βασική παραδοχή επί της οποίας φαίνεται να στηρίζονται οι προτεινόμενες διατάξεις είναι ότι οι δυσχέρειες στη λειτουργία των Κτηματικών Υπηρεσιών οφείλονται στην υφιστάμενη οργανωτική τους δομή και ειδικότερα στην κατά τόπον αρμοδιότητα κάθε υπηρεσίας.
Η παραδοχή αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Το ουσιαστικό πρόβλημα των Κτηματικών Υπηρεσιών δεν είναι η γεωγραφική κατανομή των αρμοδιοτήτων τους αλλά η χρόνια υποστελέχωση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία έγκαιρης διεκπεραίωσης μεγάλου αριθμού υποθέσεων, ιδίως στις υπηρεσίες που αντιμετωπίζουν αυξημένο φόρτο εργασίας.
Η κατά τόπον αρμοδιότητα εφαρμόζεται επί δεκαετίες χωρίς να αποτελεί αυτή καθαυτή αιτία δυσλειτουργίας. Αντιθέτως, εξασφαλίζει τη διοικητική συνέχεια, την εξειδίκευση των υπηρεσιών και την ανάπτυξη της απαραίτητης γνώσης της περιοχής ευθύνης τους.
Η σημερινή δυσχέρεια δεν δημιουργήθηκε από τη θεσμική αρχιτεκτονική των Κτηματικών Υπηρεσιών, αλλά από τη σταδιακή αποδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού τους λόγω αποχωρήσεων, συνταξιοδοτήσεων και της μη έγκαιρης αναπλήρωσης των κενών οργανικών θέσεων.
Κατά συνέπεια, η πραγματική αιτία των προβλημάτων είναι διαφορετική από εκείνη που επιχειρεί να θεραπεύσει το σχέδιο νόμου.
Η αντιμετώπιση μιας οργανωτικής συνέπειας χωρίς θεραπεία της πραγματικής αιτίας ενδέχεται να δημιουργήσει νέες δυσλειτουργίες χωρίς να επιλύσει τις υφιστάμενες.
Η ίδια η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του σχεδίου νόμου επιβεβαιώνει ότι οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των Κτηματικών Υπηρεσιών συνδέονται με τον όγκο, τη φύση και την πολυπλοκότητα των υποθέσεων, καθώς και με τη στελέχωση των υπηρεσιών. Τα στοιχεία αυτά, όμως, δεν τεκμηριώνουν αδυναμία του θεσμού της κατά τόπον αρμοδιότητας ούτε ανάγκη μεταβολής του υφιστάμενου οργανωτικού μοντέλου. Αντιθέτως, αποτυπώνουν διαφορετικές επιχειρησιακές συνθήκες λειτουργίας, οι οποίες αντιμετωπίζονται με την ενίσχυση των υπηρεσιών που παρουσιάζουν αυξημένες ανάγκες και όχι με την υποκατάσταση της κατά τόπον αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας.

4. Η ΙΔΙΑ Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΕΛΕΧΩΣΗΣ
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ίδια η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας προέβη πρόσφατα σε καταγραφή των κενών οργανικών θέσεων και των αναγκών στελέχωσης όλων των Κτηματικών Υπηρεσιών της χώρας.
Η ενέργεια αυτή δεν αποτελεί μια τυπική διοικητική διαδικασία.
Αποτελεί σαφή αναγνώριση εκ μέρους της Διοίκησης ότι το βασικό πρόβλημα των υπηρεσιών είναι η έλλειψη προσωπικού και όχι η οργανωτική δομή τους.
Εφόσον η ίδια η Διοίκηση διαπίστωσε την ανάγκη στελέχωσης, δημιουργείται εύλογο ερώτημα γιατί δεν αναμένεται πρώτα η ολοκλήρωση της διαδικασίας κάλυψης των θέσεων αυτών πριν μεταβληθεί ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των υπηρεσιών.
Η διοικητική λογική υπαγορεύει ότι προηγείται η θεραπεία της αιτίας και ακολουθεί, μόνο εφόσον αυτή αποδειχθεί ανεπαρκής, η εξέταση ενδεχόμενων οργανωτικών αλλαγών.
Η αντίστροφη πορεία που ακολουθεί το σχέδιο νόμου ενέχει τον κίνδυνο να παγιώσει εξαιρετικές διαδικασίες ως μόνιμο τρόπο λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών.

5. ΤΑ ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ ΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΑΜΦΙΒΟΛΗ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
Οι προτεινόμενες διατάξεις φαίνεται να βασίζονται σε δεδομένα που ίσχυαν κατά τα προηγούμενα έτη.
Σήμερα όμως οι συνθήκες έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί.
Ο πρώτος πανελλήνιος γραπτός διαγωνισμός του Α.Σ.Ε.Π. ανέδειξε δυσλειτουργίες του τότε συστήματος επιλογής προσωπικού, κυρίως λόγω της θέσπισης υψηλής βαθμολογικής βάσης επιτυχίας, η οποία είχε ως συνέπεια να παραμείνει σημαντικός αριθμός θέσεων ακάλυπτος, όχι λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος των υποψηφίων αλλά λόγω του ίδιου του τρόπου αξιολόγησης.
Η εμπειρία αυτή αξιοποιήθηκε από την Πολιτεία και οδήγησε σε τροποποίηση της διαδικασίας.
Τα αποτελέσματα της προκήρυξης 1ΓΒ/2026 καταδεικνύουν ήδη ότι το νέο σύστημα παράγει σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό επιτυχόντων, γεγονός που επιτρέπει την κάλυψη μεγάλου αριθμού οργανικών θέσεων.
Παράλληλα, αναμένεται ότι και η προκήρυξη 2ΓΒ/2026, η οποία αφορά θέσεις κατηγορίας ΠΕ, θα συμβάλει περαιτέρω στην ενίσχυση των υπηρεσιών.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η πρόσφατη χορήγηση ειδικού επιδόματος στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία καθιστά τις συγκεκριμένες θέσεις περισσότερο ελκυστικές σε σχέση με το παρελθόν.
Υπό τα νέα αυτά δεδομένα δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί ότι η στελέχωση των Κτηματικών Υπηρεσιών αποτελεί αντικειμενικά ανέφικτο στόχο.
Αντιθέτως, υφίστανται πλέον πραγματικές προϋποθέσεις ουσιαστικής ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού.
Η νομοθέτηση μόνιμων οργανωτικών παρεκκλίσεων πριν ακόμη αξιολογηθούν τα αποτελέσματα των νέων διαδικασιών στελέχωσης εμφανίζεται πρόωρη και στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης.

6. Η ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΛΥΣΗ ΔΕΝ ΠΛΗΡΟΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε περιορισμός ή μεταβολή της διοικητικής οργάνωσης πρέπει να είναι πρόσφορος, αναγκαίος και ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει ότι έχουν προηγουμένως εξαντληθεί ηπιότερα μέσα αντιμετώπισης του προβλήματος.
Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι έχουν αξιολογηθεί πλήρως:
• η κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων,
• η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των νέων διαγωνισμών του Α.Σ.Ε.Π.,
• η ανακατανομή των οργανικών θέσεων,
• η ενίσχυση της διοικητικής και νομικής υποστήριξης των υπηρεσιών,
• η περαιτέρω αξιοποίηση των πληροφοριακών συστημάτων και της ψηφιακής διακυβέρνησης.
Η παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της κατά τόπον αρμοδιότητας δεν μπορεί να αποτελεί το πρώτο μέσο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που οφείλεται κυρίως στην υποστελέχωση.
Αντιθέτως, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να προηγείται η εφαρμογή όλων των ηπιότερων και λιγότερο επαχθών λύσεων.
Η μεταβολή της οργανωτικής φυσιογνωμίας των Κτηματικών Υπηρεσιών θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εφόσον αποδεικνυόταν, με συγκεκριμένα στοιχεία και μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών στελέχωσης, ότι οι υφιστάμενες δομές εξακολουθούν να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υπηρεσιακές ανάγκες.
Η τεκμηρίωση αυτή δεν προκύπτει από τα στοιχεία που συνοδεύουν το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου.

7. Η ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΛΟ ΚΑΝΟΝΑ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
Η κατά τόπον αρμοδιότητα των Κτηματικών Υπηρεσιών δεν αποτελεί έναν τυχαίο διοικητικό κανόνα, ο οποίος μπορεί να παρακάμπτεται κάθε φορά που παρουσιάζονται οργανωτικές δυσχέρειες.
Αποτελεί βασική οργανωτική αρχή της αποκεντρωμένης δημόσιας διοίκησης και εξυπηρετεί ουσιώδεις σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
Η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας δεν περιορίζεται στην εφαρμογή αφηρημένων κανόνων δικαίου. Προϋποθέτει συνεχή γνώση της πραγματικής κατάστασης των ακινήτων, της διοικητικής ιστορίας κάθε υπόθεσης, των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, της νομολογίας που έχει αναπτυχθεί σε συγκεκριμένες περιοχές και της συνεργασίας με σειρά άλλων δημόσιων υπηρεσιών.
Η κατά τόπον αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία αποτελεί τον φυσικό φορέα συγκέντρωσης αυτής της γνώσης.
Η γνώση αυτή δεν μεταφέρεται με τη διαβίβαση ενός υπηρεσιακού φακέλου ούτε αποκτάται μέσω της απλής ανάγνωσης διοικητικών εγγράφων.
Αποτελεί προϊόν πολυετούς υπηρεσιακής εμπειρίας και καθημερινής ενασχόλησης με τις ιδιαιτερότητες κάθε Περιφερειακής Ενότητας.
Η θεσμική αξία της κατά τόπον αρμοδιότητας συνδέεται άμεσα με:
• τη διοικητική συνέχεια,
• τη διατήρηση της θεσμικής μνήμης,
• την ασφάλεια δικαίου,
• την ταχεία αντιμετώπιση επαναλαμβανόμενων ζητημάτων,
• τη συνεκτική εφαρμογή της διοικητικής πρακτικής.
Η συστηματική παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο αποσύνδεσης της διοικητικής κρίσης από τα πραγματικά δεδομένα κάθε περιοχής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η ίδια η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης χαρακτηρίζει το προτεινόμενο σύστημα ως «εναλλακτικό, ευέλικτο μοντέλο διακυβέρνησης», το οποίο λειτουργεί παράλληλα με το ισχύον πλαίσιο χωρικής κατανομής αρμοδιοτήτων. Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για απλή οργανωτική βελτίωση, αλλά για ουσιώδη μεταβολή του τρόπου άσκησης των αρμοδιοτήτων των Κτηματικών Υπηρεσιών, γεγονός που απαιτεί ιδιαίτερα ισχυρή τεκμηρίωση ως προς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητά της.

8. Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Οι Κτηματικές Υπηρεσίες δεν διαχειρίζονται ομοιόμορφο διοικητικό αντικείμενο σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Κάθε Περιφερειακή Ενότητα παρουσιάζει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Άλλες υπηρεσίες διαχειρίζονται:
• εκτεταμένες παράκτιες ζώνες,
• μεγάλο αριθμό παραχωρήσεων αιγιαλού,
• σύνθετα ζητήματα δημοσίων κτημάτων,
• χιλιάδες υποθέσεις Κτηματολογίου.
Άλλες αντιμετωπίζουν κυρίως:
• ορεινές δημόσιες εκτάσεις,
• αναδασμούς,
• εποικιστικά ακίνητα,
• υποθέσεις ανταλλάξιμων ακινήτων,
• τεχνικές διαφορές με Ο.Τ.Α.
Η ιδιαιτερότητα αυτή σημαίνει ότι κάθε υπηρεσία αναπτύσσει διαφορετική τεχνογνωσία.
Η εξειδίκευση αυτή αποτελεί διοικητικό κεφάλαιο του Δημοσίου.
Η συστηματική ανάθεση υποθέσεων σε υπηρεσίες που δεν διαθέτουν αντίστοιχη εμπειρία ενδέχεται να οδηγήσει:
• σε καθυστερήσεις,
• σε ανάγκη επανεξέτασης υποθέσεων,
• σε ανομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας,
• σε αύξηση των διοικητικών και δικαστικών διαφορών.

9. Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΩΝ ΣΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η πρόβλεψη συμμετοχής ιδιωτών στη λήψη αποφάσεων που συνιστούν άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η εμπειρία από τη λειτουργία άλλων συλλογικών οργάνων της Διοίκησης, όπως οι Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων επί των δασικών χαρτών, ανέδειξε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη λειτουργία μικτών συνθέσεων, στις οποίες η κρίση του καθ' ύλην αρμόδιου δημόσιου λειτουργού δεν ήταν πάντοτε καθοριστική, καθώς μπορούσε να υπερισχύσει η άποψη των λοιπών μελών. Η εμπειρία αυτή επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή πριν ανατεθούν αντίστοιχες αποφασιστικές αρμοδιότητες σε επιτροπές που περιλαμβάνουν εξωτερικά μέλη, ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν εξειδικευμένη υπηρεσιακή γνώση και θεσμική συνέχεια.

10. Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ "ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΝΑΚΑΤΑΝΟΜΗΣ"
Η δημόσια περιουσία αποτελεί συνταγματικά προστατευόμενο αγαθό.
Η διαχείρισή της απαιτεί:
• σταθερότητα,
• συνέχεια,
• εξειδίκευση,
• σαφή κατανομή ευθυνών.
Οι προτεινόμενες διατάξεις εισάγουν ένα διαφορετικό μοντέλο διοίκησης.
Στην πράξη δημιουργείται η δυνατότητα οι υποθέσεις να μεταφέρονται από υπηρεσία σε υπηρεσία ανάλογα με τις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες.
Η πρακτική αυτή μπορεί να διευκολύνει προσωρινά τη διαχείριση ορισμένων εκκρεμοτήτων.
Δεν αποτελεί όμως σταθερό διοικητικό μοντέλο.
Αντίθετα, δημιουργεί:
• ασάφεια ως προς την ευθύνη κάθε υπηρεσίας,
• αποδυνάμωση της διοικητικής συνέχειας,
• απώλεια εξειδικευμένης γνώσης,
• δυσχέρεια παρακολούθησης σύνθετων υποθέσεων που εξελίσσονται επί σειρά ετών.
Η προστασία της δημόσιας περιουσίας απαιτεί σταθερό σημείο αναφοράς.
Το σημείο αυτό είναι η κατά τόπον αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία.

11. ΟΙ ΑΟΡΙΣΤΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι η εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων θεμελιώνεται σε έννοιες όπως:
• «επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη»,
• «υπόθεση ιδιαίτερης σημασίας»,
• «υπόθεση μεγάλης πολυπλοκότητας»,
• «εκκρεμότητες»,
• «επαναλαμβανόμενες υποθέσεις».
Οι έννοιες αυτές ασφαλώς είναι γνωστές στη διοικητική νομοθεσία.
Ωστόσο, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, όταν ο νομοθέτης χρησιμοποιεί αόριστες νομικές έννοιες, η εφαρμογή τους πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια.
Στην προτεινόμενη ρύθμιση δεν προβλέπονται τέτοια κριτήρια.
Δεν ορίζεται:
• πότε μία ανάγκη θεωρείται επείγουσα,
• πόσες εκκρεμείς υποθέσεις απαιτούνται,
• ποια είναι τα αντικειμενικά στοιχεία πολυπλοκότητας,
• ποια στοιχεία αποδεικνύουν ότι μία υπηρεσία αδυνατεί πραγματικά να ανταποκριθεί.
Η έλλειψη συγκεκριμένων προϋποθέσεων δημιουργεί τον κίνδυνο η εξαίρεση να μετατραπεί σε κανόνα.

12. Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ
Η υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διοικητικού δικαίου.
Το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας επιβάλλει κάθε διοικητική πράξη που αποκλίνει από τον γενικό κανόνα να είναι ειδικά αιτιολογημένη.
Στην προκειμένη περίπτωση, κάθε απόφαση ανάθεσης υπόθεσης σε άλλη Κτηματική Υπηρεσία θα πρέπει να τεκμηριώνει πλήρως:
• γιατί η κατά τόπον αρμόδια υπηρεσία αδυνατεί να επιληφθεί,
• ποια πραγματικά περιστατικά συνιστούν την επείγουσα ανάγκη,
• ποια ηπιότερα μέτρα εξετάστηκαν,
• γιατί αυτά κρίθηκαν ανεπαρκή,
• για ποιο λόγο επιλέχθηκε η συγκεκριμένη υπηρεσία.
Η ύπαρξη γενικών διαπιστώσεων περί υποστελέχωσης δεν αρκεί.
Διαφορετικά, η σχετική διοικητική πράξη θα στερείται της αναγκαίας ειδικής αιτιολογίας και θα δημιουργούνται ζητήματα νομιμότητας.

13. Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Η ασφάλεια δικαίου αποτελεί θεμελιώδη αρχή τόσο του ελληνικού όσο και του ενωσιακού διοικητικού δικαίου.
Οι πολίτες, οι επιχειρήσεις αλλά και οι ίδιες οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια υπηρεσία είναι αρμόδια για την εξέταση της υπόθεσής τους.
Η συνεχής δυνατότητα μεταβολής της αρμοδιότητας δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς:
• την αρμόδια υπηρεσία,
• τον χρόνο εξέτασης,
• την ευθύνη λήψης αποφάσεων,
• τη διοικητική συνέχεια.
Η διοίκηση πρέπει να λειτουργεί με σταθερούς κανόνες.
Οι εξαιρετικές διαδικασίες είναι θεμιτές μόνο όταν εφαρμόζονται περιορισμένα, απολύτως αιτιολογημένα και για όσο χρόνο διαρκεί η έκτακτη ανάγκη.
Η προτεινόμενη ρύθμιση, όπως είναι διατυπωμένη, δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι η κατ' εξαίρεση διαδικασία δεν θα εξελιχθεί σε πάγια πρακτική, με αποτέλεσμα τη σταδιακή αποδυνάμωση της θεμελιώδους αρχής της κατά τόπον αρμοδιότητας.

14. Η ΑΝΑΓΚΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
Η μεταβολή του τρόπου λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών συνιστά σημαντική θεσμική παρέμβαση, η οποία επηρεάζει άμεσα την προστασία της δημόσιας περιουσίας, την καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών και την εξυπηρέτηση των πολιτών.
Για τον λόγο αυτό, πριν από την υιοθέτηση των προτεινόμενων ρυθμίσεων θα ήταν σκόπιμο να προηγηθεί ουσιαστική θεσμική διαβούλευση με τα υπηρεσιακά στελέχη που καλούνται να εφαρμόσουν τις νέες διατάξεις.
Οι προϊστάμενοι και οι υπάλληλοι των Κτηματικών Υπηρεσιών διαθέτουν πολύχρονη εμπειρία από την εφαρμογή της νομοθεσίας προστασίας της δημόσιας περιουσίας και είναι σε θέση να αναδείξουν πρακτικά ζητήματα τα οποία δεν είναι πάντοτε εμφανή κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία.
Η συμμετοχή των υπηρεσιών στη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου δεν αποτελεί απλώς διαδικαστική επιλογή, αλλά στοιχείο της αρχής της καλής νομοθέτησης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στον ν. 4622/2019.
Η αξιοποίηση της υπηρεσιακής εμπειρίας θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση αποτελεσματικότερων και περισσότερο εφαρμόσιμων λύσεων.
Ιδιαίτερα για ρυθμίσεις που μεταβάλλουν τη δομή, την οργάνωση και την κατανομή αρμοδιοτήτων των Κτηματικών Υπηρεσιών, η προηγούμενη διαβούλευση με τους αρμόδιους συνδικαλιστικούς φορείς που τις εκπροσωπούν, θα συνέβαλλε ουσιωδώς στην αξιολόγηση των πρακτικών συνεπειών των προτεινόμενων μέτρων και θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές της καλής νομοθέτησης.
Μεμονωμένες υπηρεσιακές απόψεις ή πρωτοβουλίες, ανεξαρτήτως της αξίας τους, δεν μπορούν να εκλαμβάνονται ως έκφραση της συλλογικής βούλησης των Κτηματικών Υπηρεσιών ούτε να υποκαθιστούν τον θεσμικό διάλογο με τις υπηρεσίες και τον συλλογικό εκπρόσωπο των εργαζομένων.

15. ΑΝΑΓΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
Η αιτιολογική έκθεση συνοδεύει κάθε σχέδιο νόμου προκειμένου να εξηγεί την αναγκαιότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν προκύπτει ότι έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση των διοικητικών επιπτώσεων που θα επιφέρει η εφαρμογή των άρθρων 60 και 61.
Ειδικότερα, δεν παρουσιάζονται στοιχεία σχετικά με:
• τον αριθμό των υποθέσεων που εκτιμάται ότι θα μεταφέρονται μεταξύ υπηρεσιών,
• τον πρόσθετο διοικητικό χρόνο που απαιτείται για τη μελέτη φακέλων από μη αρμόδιες υπηρεσίες,
• το αναμενόμενο όφελος ως προς τον χρόνο διεκπεραίωσης,
• τις επιπτώσεις στη λειτουργία των υπηρεσιών που θα επιφορτίζονται με πρόσθετο έργο,
• τις ανάγκες εκπαίδευσης και υποστήριξης του προσωπικού.
Η έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων καθιστά δυσχερή την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των προτεινόμενων μέτρων και δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι οι οργανωτικές μεταβολές θα επιτύχουν τον επιδιωκόμενο σκοπό.

16. ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗΣ ΤΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, προτείνεται η μη υιοθέτηση των προτεινόμενων διατάξεων των άρθρων 60 και 61, καθόσον οι ρυθμίσεις αυτές δεν αντιμετωπίζουν το πραγματικό πρόβλημα των Κτηματικών Υπηρεσιών, το οποίο είναι η υποστελέχωση, αλλά μεταβάλλουν θεμελιώδεις οργανωτικές αρχές της διοικητικής λειτουργίας.
Η δυνατότητα ανάθεσης υποθέσεων σε άλλη Κτηματική Υπηρεσία, καθώς και η δυνατότητα υποκατάστασης της κατά τόπον αρμόδιας υπηρεσίας από συλλογικά όργανα ή υπηρεσίες άλλης χωρικής αρμοδιότητας, δεν θα πρέπει να αποτελέσουν στοιχείο του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών.
Η αντιμετώπιση υπηρεσιακών δυσχερειών μέσω παρεκκλίσεων από την κατά τόπον αρμοδιότητα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για:
• τη διοικητική συνέχεια,
• την ασφάλεια δικαίου,
• την ενιαία εφαρμογή της νομοθεσίας περί Δημόσιας Περιουσίας,
• τη σαφή κατανομή της διοικητικής ευθύνης,
• την αποτελεσματική προστασία της δημόσιας περιουσίας.
Η κατά τόπον αρμοδιότητα πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί αποκλειστικό κανόνα άσκησης των αρμοδιοτήτων των Κτηματικών Υπηρεσιών, χωρίς δυνατότητα γενικής ή ειδικής παρέκκλισης για λόγους οργανωτικής ευχέρειας.
Η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει τις υφιστάμενες δυσλειτουργίες με μέτρα ουσιαστικής ενίσχυσης των υπηρεσιών και όχι με τη μεταβολή του θεσμικού τους ρόλου.

17. ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
Αντί της θεσμοθέτησης παρεκκλίσεων από την κατά τόπον αρμοδιότητα, προτείνεται:
• η άμεση κάλυψη όλων των κενών οργανικών θέσεων,
• η επίσπευση του διορισμού των επιτυχόντων των διαγωνισμών Α.Σ.Ε.Π.,
• η ενίσχυση των υπηρεσιών που παρουσιάζουν αυξημένο φόρτο εργασίας,
• η παροχή σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων και διοικητικής υποστήριξης,
• η ενίσχυση της επιτελικής καθοδήγησης από τις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου,
• η έκδοση ενιαίων οδηγιών και εγκυκλίων για την ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας.
Οι παρεμβάσεις αυτές αντιμετωπίζουν το πραγματικό αίτιο των δυσλειτουργιών, χωρίς να θίγουν τη θεμελιώδη οργανωτική αρχή της κατά τόπον αρμοδιότητας.

18. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Οι προτεινόμενες διατάξεις των άρθρων 60 και 61 επιχειρούν να αντιμετωπίσουν υπαρκτές δυσχέρειες στη λειτουργία των Κτηματικών Υπηρεσιών. Ωστόσο, η επιλογή της συστηματικής παρέκκλισης από την κατά τόπον αρμοδιότητα, της μεταφοράς υποθέσεων μεταξύ υπηρεσιών και της ανάθεσης κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε συλλογικά όργανα δεν αντιμετωπίζει το βασικό αίτιο των δυσλειτουργιών, το οποίο είναι η χρόνια υποστελέχωση.
Η ίδια η Διοίκηση έχει ήδη αναγνωρίσει την ανάγκη ενίσχυσης των Κτηματικών Υπηρεσιών μέσω της πρόσφατης καταγραφής των κενών οργανικών θέσεων καθώς και των απαιτούμενων επιπλέον αναγκών σε προσωπικό που χρειάζεται κάθε αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, ενώ οι πρόσφατες εξελίξεις στις διαδικασίες προσλήψεων δημιουργούν πλέον ρεαλιστικές προοπτικές ουσιαστικής στελέχωσης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η εισαγωγή μόνιμων οργανωτικών παρεκκλίσεων εμφανίζεται πρόωρη και ανεπαρκώς τεκμηριωμένη.
Η κατά τόπον αρμοδιότητα δεν αποτελεί γραφειοκρατικό περιορισμό ούτε διοικητική τυπικότητα. Αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση αποτελεσματικής διοίκησης, διοικητικής συνέχειας, ασφάλειας δικαίου και ουσιαστικής προστασίας της δημόσιας περιουσίας.
Η ενίσχυση των Κτηματικών Υπηρεσιών πρέπει να επιτευχθεί με την κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων, την παροχή των αναγκαίων διοικητικών και τεχνικών εργαλείων και την επιτελική υποστήριξη του έργου τους και όχι με τη μεταβολή των βασικών οργανωτικών αρχών που διέπουν τη λειτουργία τους.
Η απάντηση στην υποστελέχωση δεν μπορεί να είναι η αποδυνάμωση της κατά τόπον αρμοδιότητας. Αντιθέτως, οφείλει να είναι η ουσιαστική ενίσχυση των Κτηματικών Υπηρεσιών, ώστε να συνεχίσουν να επιτελούν με αποτελεσματικότητα την αποστολή τους ως θεματοφύλακες της δημόσιας περιουσίας.
Για τους λόγους που αναπτύσσονται, προτείνεται η πλήρης απόσυρση των άρθρων 60 και 61 του σχεδίου νόμου και η επανεξέταση του ζητήματος μετά την ολοκλήρωση της στελέχωσης των Κτηματικών Υπηρεσιών.
Γεώργιος Χ. Παπανικολάου (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
20 Ιούλ 2026, 07:54
Σύνδεσμος σχολίου
Οι προτεινόμενες διατάξεις επιχειρούν μεν να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες στη λειτουργία των Κτηματικών Υπηρεσιών ωστόσο, η επιλεγείσα λύση δεν θεραπεύει το πραγματικό αίτιο των προβλημάτων, αλλά μεταβάλλει βασικές οργανωτικές αρχές της διοικητικής λειτουργίας.

1. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η υποστελέχωση
Οι καθυστερήσεις στη λειτουργία των Κτηματικών Υπηρεσιών δεν οφείλονται στην κατά τόπον αρμοδιότητα αλλά στη χρόνια υποστελέχωση. Η ίδια η Διοίκηση έχει αναγνωρίσει το πρόβλημα με την πρόσφατη καταγραφή των κενών οργανικών θέσεων και λοιπών απαιτούμενων πρόσθετων αναγκών σε προσωπικό, ενώ οι πρόσφατες εξελίξεις στις διαδικασίες προσλήψεων μέσω Α.Σ.Ε.Π. και η χορήγηση ειδικού επιδόματος δημιουργούν πλέον ουσιαστικές προοπτικές στελέχωσης.

2. Η ΑΣΥΡ δεν τεκμηριώνει την ανάγκη αλλαγής του οργανωτικού μοντέλου
Η ίδια η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης αναγνωρίζει ότι οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των Κτηματικών Υπηρεσιών σχετίζονται με τον όγκο, τη φύση, την πολυπλοκότητα των υποθέσεων και τη στελέχωση. Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν αδυναμία της κατά τόπον αρμοδιότητας, αλλά διαφορετικές επιχειρησιακές συνθήκες λειτουργίας, οι οποίες αντιμετωπίζονται με ενίσχυση των υπηρεσιών και όχι με την υποκατάστασή τους.

3. Η κατά τόπον αρμοδιότητα αποτελεί θεμελιώδη οργανωτική αρχή
Η κατά τόπον αρμοδιότητα εξασφαλίζει διοικητική συνέχεια, θεσμική μνήμη, γνώση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, ενιαία διοικητική πρακτική και αποτελεσματική προστασία της δημόσιας περιουσίας. Η γνώση αυτή δεν μεταφέρεται με την απλή διαβίβαση ενός φακέλου.

4. Το νομοσχέδιο μεταβάλλει το μοντέλο διοίκησης
Η ίδια η ΑΣΥΡ χαρακτηρίζει τη ρύθμιση ως «εναλλακτικό, ευέλικτο μοντέλο διακυβέρνησης». Πρόκειται επομένως για ουσιώδη μεταβολή της οργάνωσης των Κτηματικών Υπηρεσιών και όχι για απλή οργανωτική διευκόλυνση, χωρίς όμως να προκύπτει επαρκής τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητάς της.

5. Η φύση του αντικειμένου απαιτεί εξειδίκευση
Κάθε Κτηματική Υπηρεσία διαχειρίζεται διαφορετικές κατηγορίες υποθέσεων και αναπτύσσει εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Η συστηματική ανάθεση υποθέσεων σε άλλες υπηρεσίες ενδέχεται να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, ανομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας και αύξηση διοικητικών διαφορών.

6. Επιφυλάξεις για τα συλλογικά όργανα
Η συμμετοχή εξωτερικών μελών σε αποφασιστικά συλλογικά όργανα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η εμπειρία από άλλες διοικητικές επιτροπές έχει δείξει ότι η εξειδικευμένη υπηρεσιακή κρίση δεν είναι πάντοτε καθοριστική, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό όταν πρόκειται για τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας.

7. Αόριστες νομικές έννοιες
Η ρύθμιση στηρίζεται σε έννοιες όπως «επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη», «ιδιαίτερη πολυπλοκότητα» και «υπόθεση μεγάλης σημασίας», χωρίς αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια εφαρμογής, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο η εξαίρεση να καταστεί κανόνας.

8. Ανάγκη ουσιαστικής διαβούλευσης
Η μεταβολή της οργάνωσης των Κτηματικών Υπηρεσιών θα έπρεπε να προηγηθεί από ουσιαστική θεσμική διαβούλευση με τα υπηρεσιακά στελέχη και τους συνδικαλιστικούς φορείς, σύμφωνα με τις αρχές της καλής νομοθέτησης.

9. Προτεινόμενη κατεύθυνση
Αντί της θεσμοθέτησης παρεκκλίσεων από την κατά τόπον αρμοδιότητα, προτείνεται:
• άμεση κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων,
• επίσπευση των διορισμών των επιτυχόντων του Α.Σ.Ε.Π.,
• στοχευμένη ενίσχυση των υπηρεσιών με αυξημένο φόρτο εργασίας,
• παροχή σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων,
• ενίσχυση της επιτελικής υποστήριξης και έκδοση ενιαίων οδηγιών εφαρμογής της νομοθεσίας.

Συμπέρασμα

Οι προτεινόμενες διατάξεις δεν αντιμετωπίζουν το πραγματικό αίτιο των δυσλειτουργιών, που είναι η υποστελέχωση, αλλά εισάγουν μόνιμες παρεκκλίσεις από μια θεμελιώδη οργανωτική αρχή των Κτηματικών Υπηρεσιών. Η ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και της διοικητικής υποστήριξης αποτελεί πρόσφορη και αναλογική λύση, χωρίς να αλλοιώνεται ο θεσμικός ρόλος των κατά τόπον αρμόδιων υπηρεσιών. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η απόσυρση των άρθρων 60 και 61 και η επανεξέταση του ζητήματος μετά την ολοκλήρωση της στελέχωσης των Κτηματικών Υπηρεσιών.
Πέτρος Π. (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
20 Ιούλ 2026, 06:33
Σύνδεσμος σχολίου
Η υποστελέχωση δεν αντιμετωπίζεται με τη μεταφορά της από τη μία υπηρεσία στην άλλη

Η προωθούμενη ρύθμιση για την επέκταση της χωρικής αρμοδιότητας των Κτηματικών Υπηρεσιών και τη δυνατότητα ανάθεσης υποθέσεων σε προϊσταμένους και υπαλλήλους άλλων Κτηματικών Υπηρεσιών προκαλεί εύλογο προβληματισμό και έντονη ανησυχία. Και αυτό διότι δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική ή οργανωτική διευθέτηση περιορισμένης σημασίας. Πρόκειται για μια επιλογή που μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο κατανομής της εργασίας και της ευθύνης στο εσωτερικό των Κτηματικών Υπηρεσιών, χωρίς προηγουμένως να έχει αντιμετωπιστεί το βασικό και πασίγνωστο πρόβλημα: η ακραία υποστελέχωσή τους.

Το προτεινόμενο άρθρο 60 προβλέπει ότι, πέρα από την επέκταση της χωρικής αρμοδιότητας μιας Κτηματικής Υπηρεσίας σε άλλη περιφερειακή ενότητα, θα μπορεί με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας να ανατίθεται, κατά παρέκκλιση της κανονικής χωρικής αρμοδιότητας, ο χειρισμός υποθέσεων και η έκδοση σχετικών πράξεων σε προϊστάμενο οποιασδήποτε Κτηματικής Υπηρεσίας ή άλλης οργανικής μονάδας της Γενικής Διεύθυνσης. Αντίστοιχα, θα μπορεί να ανατίθεται ο χειρισμός υποθέσεων και η υποβολή εισήγησης σε οποιονδήποτε υπάλληλο άλλης Κτηματικής Υπηρεσίας ή οργανικής μονάδας. Οι λόγοι που αναφέρονται είναι διατυπωμένοι ευρύτατα: επείγουσες υπηρεσιακές ανάγκες, ζητήματα μεγάλης σπουδαιότητας, διεκπεραίωση εκκρεμοτήτων ή επαναλαμβανόμενες υποθέσεις που χρήζουν ενιαίας αντιμετώπισης. ([opengov.gr][1])

Με απλά λόγια, ένας υπάλληλος που υπηρετεί σε μια ήδη επιβαρυμένη Κτηματική Υπηρεσία θα μπορεί να καλείται να χειριστεί επιπλέον υποθέσεις οι οποίες ανήκουν σε άλλη υπηρεσία, άλλη περιφερειακή ενότητα και ενδεχομένως σε μια περιοχή με εντελώς διαφορετικά πραγματικά, τεχνικά, ιδιοκτησιακά και διοικητικά χαρακτηριστικά. Και αυτό θα συμβαίνει χωρίς να προκύπτει από τη διάταξη ότι ο υπάλληλος θα απαλλάσσεται από μέρος των καθηκόντων της οργανικής του θέσης, ότι θα τίθενται ανώτατα όρια πρόσθετου φόρτου, ότι θα προηγείται αντικειμενική μέτρηση των εκκρεμοτήτων του ή ότι θα εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι πόροι, οι μετακινήσεις, η γραμματειακή υποστήριξη και η πρόσβαση στο πλήρες φυσικό και ηλεκτρονικό αρχείο της υπόθεσης.

Είναι, επομένως, πραγματικά ντροπή για μια σύγχρονη δημόσια διοίκηση να επιχειρεί να αντιμετωπίσει την ακραία υποστελέχωση όχι με προσλήψεις, ενίσχυση, ορθολογική στελέχωση και ουσιαστική διοικητική υποστήριξη, αλλά με την επιβολή πρόσθετης εργασίας στους ίδιους ήδη εξαντλημένους υπαλλήλους. Η λέξη «ντροπή» δεν χρησιμοποιείται ως προσωπική προσβολή προς οποιονδήποτε. Περιγράφει όμως με ακρίβεια τη θεσμική απαξία μιας πολιτικής επιλογής που γνωρίζει το πρόβλημα, το παραδέχεται επισήμως και, αντί να το επιλύσει, το μεταφέρει από υπηρεσία σε υπηρεσία και από εργαζόμενο σε εργαζόμενο.

Η ίδια η Διοίκηση αναγνωρίζει την έντονη υποστελέχωση

Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η υποστελέχωση αποτελεί έναν ατεκμηρίωτο ισχυρισμό των εργαζομένων. Στην υπουργική απόφαση του Απριλίου του 2026, με την οποία επεκτάθηκε για ένα ακόμη ημερολογιακό έτος η χωρική αρμοδιότητα συγκεκριμένων Κτηματικών Υπηρεσιών, αναφέρεται ρητά ως αιτιολογία «η συνεχιζόμενη έντονη υποστελέχωση» και η ανάγκη αντιμετώπισης σοβαρών και επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών των Κτηματικών Υπηρεσιών Χαλκιδικής, Κυκλάδων Α΄, Κυκλάδων Β΄ και Δωδεκανήσων Β΄. Με την ίδια απόφαση, η Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά–Νήσων και Δυτικής Αττικής ανέλαβε αρμοδιότητες για σειρά νησιωτικών περιφερειακών ενοτήτων, η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης για τη Χαλκιδική και η Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσων Α΄ για την Κω και την Κάλυμνο. ([Taxheaven][2])

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η απόφαση του 2026 παραπέμπει σε αντίστοιχη απόφαση του Απριλίου του 2025. Δηλαδή, το μέτρο που παρουσιάζεται ως έκτακτη, περιορισμένης διάρκειας λύση επαναλαμβάνεται ήδη για δεύτερο συνεχόμενο έτος. ([Kodiko][3]) Όταν μια έκτακτη λύση επαναλαμβάνεται και παράλληλα το νομοθετικό πλαίσιο διευρύνεται ώστε να επιτρέπει όχι μόνο την επέκταση ολόκληρης της χωρικής αρμοδιότητας αλλά και την κατά περίπτωση ανάθεση φακέλων σε οποιονδήποτε υπάλληλο, τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η εξαίρεση να μετατραπεί σε πάγιο τρόπο λειτουργίας.

Η επανάληψη της προσωρινής διευθέτησης αποδεικνύει ότι δεν αντιμετωπίστηκε η αιτία του προβλήματος. Η υποστελέχωση παρέμεινε, οι ανάγκες παρέμειναν και η Διοίκηση επανήλθε στην ίδια λύση. Αντί, λοιπόν, να καταρτιστεί ένα δεσμευτικό σχέδιο κάλυψης των κενών, επιχειρείται να δημιουργηθεί ένας μόνιμος μηχανισμός εσωτερικής ανακύκλωσης του προσωπικού και των υποθέσεων.

Δεν περισσεύουν υπάλληλοι σε καμία Κτηματική Υπηρεσία

Η βασική παραδοχή πάνω στην οποία φαίνεται να στηρίζεται η ρύθμιση είναι ότι υπάρχουν ορισμένες Κτηματικές Υπηρεσίες με πλεονάζουσα διοικητική δυνατότητα, οι οποίες μπορούν να απορροφήσουν τον φόρτο άλλων υπηρεσιών. Η παραδοχή αυτή δεν τεκμηριώνεται.

Η ανάθεση μιας υπόθεσης σε υπάλληλο άλλης υπηρεσίας δεν δημιουργεί πρόσθετο ανθρώπινο δυναμικό. Ο ίδιος υπάλληλος εξακολουθεί να έχει τις δικές του υποθέσεις, τις δικές του προθεσμίες, τα υπηρεσιακά έγγραφα που πρέπει να συντάξει, τις αυτοψίες στις οποίες πρέπει να συμμετάσχει, τα αιτήματα πολιτών και φορέων που πρέπει να απαντήσει, τις δικαστικές και διοικητικές εκκρεμότητες της υπηρεσίας του και την ευθύνη προστασίας της δημόσιας περιουσίας στη δική του περιοχή.

Επομένως, όταν του ανατίθεται μία επιπλέον υπόθεση άλλης Κτηματικής Υπηρεσίας, δεν λύνεται ένα πρόβλημα. Δημιουργείται ένα δεύτερο. Η εκκρεμότητα αφαιρείται λογιστικά από έναν πίνακα και προστίθεται στον πραγματικό φόρτο ενός άλλου εργαζομένου. Το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι η καθυστέρηση τόσο της νέας υπόθεσης όσο και των υποθέσεων της υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά ο υπάλληλος.

Οι πολίτες και οι φορείς της περιοχής ευθύνης της «υπηρεσίας υποδοχής του φόρτου» δεν είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Δεν είναι διοικητικά ορθό να καθυστερούν οι δικές τους υποθέσεις επειδή η υπηρεσία τους καλείται να καλύψει τα κενά μιας άλλης περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο, η υποστελέχωση δεν θεραπεύεται. Απλώνεται γεωγραφικά και μετατρέπεται σε γενικευμένη δυσλειτουργία.

Η χωρική αρμοδιότητα δεν είναι μια τυπική γραμμή στον οργανισμό

Στις Κτηματικές Υπηρεσίες η γνώση της τοπικής πραγματικότητας είναι ουσιώδες εργαλείο για την ορθή άσκηση των αρμοδιοτήτων. Οι υποθέσεις δημόσιας περιουσίας δεν είναι απλοί ηλεκτρονικοί φάκελοι που μπορούν πάντοτε να μεταφερθούν από έναν υπάλληλο σε άλλον με το πάτημα ενός πλήκτρου.

Πολλές υποθέσεις απαιτούν γνώση της ιστορικής εξέλιξης των ακινήτων, παλαιών τίτλων, πρωτοκόλλων, διαγραμμάτων, απαλλοτριώσεων, διανομών, παραχωρήσεων, καταγραφών, παλαιών διοικητικών πράξεων, δικαστικών διεκδικήσεων και ειδικών τοπικών καθεστώτων. Απαιτούν επίσης συνεργασία με δήμους, περιφέρειες, πολεοδομικές υπηρεσίες, δασαρχεία, κτηματολογικά γραφεία, λιμενικές αρχές, την ΕΤΑΔ, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και άλλους τοπικούς ή κεντρικούς φορείς.

Ο υπάλληλος της κατά τόπον αρμόδιας υπηρεσίας έχει συχνά αποκτήσει, μέσα από πολυετή ενασχόληση, γνώση η οποία δεν αποτυπώνεται πλήρως σε κανένα πληροφοριακό σύστημα. Γνωρίζει προηγούμενες υποθέσεις που συνδέονται με τον ίδιο χώρο, τη διοικητική ιστορία της περιοχής, τις ιδιαιτερότητες των αρχείων και τις επαναλαμβανόμενες διαφορές που έχουν ανακύψει.

Η ανάθεση μιας σύνθετης υπόθεσης σε υπάλληλο εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά μπορεί να στερήσει από τη διοικητική κρίση ακριβώς αυτή την αναγκαία τοπική γνώση. Δεν αρκεί να αποσταλούν ορισμένα ψηφιοποιημένα έγγραφα. Ο υπάλληλος που καλείται να εισηγηθεί ή ο προϊστάμενος που καλείται να υπογράψει πρέπει να έχει πραγματική και ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης, όχι μια αποσπασματική ηλεκτρονική αναπαράστασή της.

Οι αυτοψίες και η έρευνα πεδίου δεν γίνονται εξ αποστάσεως

Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το ζήτημα των υποθέσεων που απαιτούν αυτοψία. Η διοίκηση της δημόσιας περιουσίας συνδέεται κατεξοχήν με τον πραγματικό χώρο. Τα όρια, η μορφολογία, η υφιστάμενη χρήση, οι κατασκευές, η πρόσβαση, οι καταλήψεις, η σχέση με τον αιγιαλό, την παραλία, τις δασικές εκτάσεις ή τις όμορες ιδιοκτησίες δεν μπορούν πάντοτε να διαπιστωθούν μόνο μέσα από έναν χάρτη ή μια οθόνη.

Ποιος θα πραγματοποιεί την αυτοψία όταν η υπόθεση έχει ανατεθεί σε υπάλληλο άλλης περιφερειακής ενότητας; Θα μετακινείται ο υπάλληλος της υπηρεσίας που ανέλαβε την υπόθεση; Με ποιο υπηρεσιακό μέσο, με ποια πίστωση, με ποια αποζημίωση και σε ποιον χρόνο; Θα πραγματοποιεί την αυτοψία άλλος υπάλληλος της τοπικής υπηρεσίας και θα συντάσσει έκθεση για τον απομακρυσμένο εισηγητή; Σε μια τέτοια περίπτωση, πόσοι συνολικά υπάλληλοι θα απασχολούνται για μία υπόθεση και πού ακριβώς βρίσκεται η υποτιθέμενη εξοικονόμηση χρόνου;

Αν η αυτοψία γίνει από άλλον υπάλληλο από εκείνον που θα αξιολογήσει τα στοιχεία και θα συντάξει την εισήγηση, αυξάνεται ο κατακερματισμός της ευθύνης. Ο ένας θα έχει δει τον χώρο αλλά δεν θα έχει τον συνολικό χειρισμό. Ο άλλος θα έχει τον φάκελο αλλά δεν θα έχει αποκτήσει άμεση αντίληψη της πραγματικής κατάστασης. Ο προϊστάμενος μιας τρίτης υπηρεσίας μπορεί να καλείται τελικά να εκδώσει τη διοικητική πράξη. Αυτή η αλυσίδα δεν αποτελεί απλοποίηση. Αποτελεί πολλαπλασιασμό των σταδίων, των διαβιβάσεων και των πιθανών λαθών.

Η ευθύνη δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την πραγματική δυνατότητα ελέγχου

Η προτεινόμενη διάταξη δεν μεταφέρει μόνο εργασία. Μεταφέρει και διοικητική, πειθαρχική, αστική ή ακόμη και ποινική έκθεση, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης. Ο υπάλληλος που εισηγείται και ο προϊστάμενος που υπογράφει αναλαμβάνουν προσωπική υπηρεσιακή ευθύνη για το περιεχόμενο των ενεργειών τους.

Είναι άδικο και θεσμικά επισφαλές να ζητείται από έναν υπάλληλο να αναλαμβάνει ευθύνη για υπόθεση άλλης περιοχής, όταν δεν έχει άμεσο έλεγχο του τοπικού αρχείου, δεν γνωρίζει εάν του έχουν διαβιβαστεί όλα τα κρίσιμα έγγραφα, δεν μπορεί εύκολα να πραγματοποιήσει αυτοψία και εξαρτάται από στοιχεία που συλλέγουν τρίτα πρόσωπα.

Η αρχή της προσωπικής ευθύνης του υπαλλήλου πρέπει να συνοδεύεται από πραγματική δυνατότητα πρόσβασης, έρευνας, επαλήθευσης και ελέγχου. Διαφορετικά δημιουργείται ένα εξαιρετικά προβληματικό σχήμα: η Διοίκηση διατηρεί την οργανωτική ευχέρεια να μεταφέρει την υπόθεση, αλλά ο εργαζόμενος επωμίζεται τον κίνδυνο που γεννά η ελλιπής οργανωτική υποστήριξη.

Δεν είναι αποδεκτό η ανεπάρκεια της στελέχωσης και των διοικητικών δομών να μετατρέπεται σε ατομική ευθύνη του υπαλλήλου. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αποτελούν το μόνιμο «δίχτυ ασφαλείας» κάθε οργανωτικής αστοχίας.

Αόριστα κριτήρια και υπερβολικά ευρεία διακριτική ευχέρεια

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ευρύτητα των λόγων για τους οποίους θα μπορεί να γίνεται ανάθεση. Όροι όπως «επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη», «ζητήματα μεγάλης σπουδαιότητας», «διεκπεραίωση εκκρεμοτήτων» και «ενιαία αντιμετώπιση» μπορούν να καλύψουν ένα εξαιρετικά μεγάλο τμήμα των υποθέσεων των Κτηματικών Υπηρεσιών. ([opengov.gr][1])

Σχεδόν κάθε παλαιά εκκρεμότητα μπορεί να χαρακτηριστεί υπόθεση που πρέπει να διεκπεραιωθεί. Πολλές υποθέσεις δημόσιας περιουσίας μπορούν να θεωρηθούν μεγάλης σπουδαιότητας. Οι περισσότερες υπηρεσίες αντιμετωπίζουν κατά περιόδους επείγουσες ανάγκες. Επομένως, χωρίς σαφή και μετρήσιμα κριτήρια, η εξαίρεση μπορεί να εφαρμοστεί σχεδόν απεριόριστα.

Η διάταξη δεν φαίνεται να θέτει υποχρέωση προηγούμενης αποτύπωσης του φόρτου του υπαλλήλου στον οποίο πρόκειται να ανατεθεί η υπόθεση. Δεν προβλέπει συγκεκριμένο ανώτατο αριθμό αναθέσεων, διαδικασία ακρόασης της υπηρεσίας προέλευσης, εκτίμηση της δυνατότητας εμπρόθεσμης εκτέλεσης, σαφή προθεσμία ολοκλήρωσης ή ρητή απαλλαγή από ισόποσο μέρος των υφιστάμενων καθηκόντων.

Δεν αρκεί η επίκληση της υπηρεσιακής ανάγκης. Υπηρεσιακές ανάγκες υπάρχουν παντού. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος τις δημιούργησε, γιατί δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως και με ποια αντικειμενική διαδικασία επιλέγεται ο εργαζόμενος που θα επωμιστεί το πρόσθετο βάρος.

Κίνδυνος άνισης και επιλεκτικής επιβάρυνσης

Χωρίς ένα απολύτως διαφανές σύστημα κατανομής, υπάρχει κίνδυνος οι πρόσθετες υποθέσεις να ανατίθενται διαρκώς στους ίδιους υπαλλήλους: σε εκείνους που θεωρούνται περισσότερο έμπειροι, περισσότερο αποτελεσματικοί ή λιγότερο πιθανό να αντιδράσουν.

Έτσι όμως η καλή απόδοση μπορεί να «τιμωρείται» με περισσότερο φόρτο. Ο συνεπής εργαζόμενος που ολοκληρώνει τις υποθέσεις του γρηγορότερα ενδέχεται να λαμβάνει συνεχώς νέες αναθέσεις, χωρίς καμία εγγύηση αντίστοιχης αναγνώρισης, απαλλαγής από άλλα καθήκοντα ή πρόσθετης αποζημίωσης. Αυτό δεν αποτελεί αξιοκρατία. Αποτελεί διοικητική εξάντληση των ικανότερων στελεχών.

Παράλληλα, μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρές ανισότητες μεταξύ υπηρεσιών και εργαζομένων. Άλλοι θα επιβαρύνονται με υποθέσεις πολλών περιοχών και άλλοι όχι, χωρίς να είναι πάντοτε εμφανές ποια αντικειμενικά δεδομένα δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται δημοσιευμένα κριτήρια, στοιχεία φόρτου, ανώτατα όρια, εκ περιτροπής κατανομή και δυνατότητα αιτιολογημένης εξαίρεσης όταν η οργανική υπηρεσία ή ο εργαζόμενος αδυνατεί αντικειμενικά να αναλάβει νέο έργο.

Η εντατικοποίηση αυξάνει τα λάθη και τελικά επιβαρύνει το Δημόσιο

Οι υποθέσεις των Κτηματικών Υπηρεσιών αφορούν περιουσιακά δικαιώματα του Δημοσίου, δικαιώματα πολιτών, σημαντικές οικονομικές αξίες και συχνά σύνθετες νομικές ή τεχνικές κρίσεις. Ένα λάθος δεν είναι μια απλή εσωτερική αστοχία. Μπορεί να οδηγήσει σε δικαστικές διαφορές, ακύρωση διοικητικών πράξεων, απώλεια δικαιωμάτων του Δημοσίου, καθυστερήσεις σε επενδύσεις, αδικαιολόγητη ταλαιπωρία πολιτών ή ανάγκη επανεξέτασης ολόκληρων φακέλων.

Όσο περισσότερο αυξάνεται ο αριθμός των υποθέσεων ανά υπάλληλο, τόσο μειώνεται ο διαθέσιμος χρόνος για προσεκτική μελέτη. Όσο περισσότερο κατακερματίζεται ο φάκελος μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να χαθεί ένα κρίσιμο στοιχείο ή να δημιουργηθεί διαφορετική αντίληψη ως προς τα πραγματικά δεδομένα.

Η εντατικοποίηση, επομένως, δεν είναι μόνο εργασιακό ζήτημα. Είναι ζήτημα ποιότητας της διοίκησης, ασφάλειας δικαίου και προστασίας της δημόσιας περιουσίας. Η απαίτηση για περισσότερες πράξεις με λιγότερο προσωπικό δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Συχνά συνεπάγεται περισσότερα λάθη, περισσότερες ενστάσεις, περισσότερες δικαστικές εμπλοκές και μεγαλύτερο τελικό κόστος.

Το «μηδενικό δημοσιονομικό κόστος» δεν σημαίνει μηδενικό πραγματικό κόστος

Στην υπουργική απόφαση του 2026 αναφέρεται ότι από την επέκταση της χωρικής αρμοδιότητας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. ([Taxheaven][2]) Αυτή ακριβώς η διατύπωση αποκαλύπτει ένα βασικό πρόβλημα της προσέγγισης: η λύση επιλέγεται επειδή δεν απαιτεί άμεση δημοσιονομική δαπάνη.

Όμως η εργασία των υπαλλήλων δεν είναι ένας ανεξάντλητος και χωρίς κόστος πόρος. Η επιβάρυνση μεταφράζεται σε καθυστερήσεις άλλων υποθέσεων, υπερεργασία, συσσωρευμένη κόπωση, απώλεια παραγωγικότητας, άδειες ασθενείας, αυξημένη πιθανότητα σφαλμάτων και αποχώρηση έμπειρου προσωπικού από θέσεις υψηλής πίεσης.

Το κόστος δεν εξαφανίζεται επειδή δεν καταγράφεται ως νέα πίστωση στον προϋπολογισμό. Απλώς μεταφέρεται στους εργαζομένους, στους πολίτες, στις επιχειρήσεις και τελικά στην ποιότητα της διοικητικής λειτουργίας. Μια δημόσια πολιτική δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από το αν απαιτεί νέα γραμμή δαπάνης, αλλά και από το αν είναι λειτουργικά βιώσιμη, δίκαιη και αποτελεσματική.

Προβληματική διάκριση μεταξύ εξωτερικών μελών και υπηρεσιακών εισηγητών

Το σχέδιο νόμου προβλέπει επίσης τη δυνατότητα συγκρότησης τριμελούς επιτροπής για υποθέσεις ιδιαίτερης σημασίας ή αυξημένης πολυπλοκότητας, με συμμετοχή προϊσταμένου, δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω και έμπειρου διπλωματούχου μηχανικού. Προβλέπεται, μάλιστα, ότι με υπουργική απόφαση θα προσδιορίζεται το ύψος της αμοιβής των μελών της επιτροπής, ενώ ως εισηγητής θα ορίζεται υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης. ([opengov.gr][1])

Η συμμετοχή ειδικών μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι χρήσιμη. Ωστόσο δημιουργείται εύλογο ζήτημα όταν προβλέπεται ρητά αμοιβή για τα μέλη που θα συμμετέχουν ως δικηγόροι ή μηχανικοί, χωρίς να περιλαμβάνεται εξίσου σαφής πρόβλεψη για τον υπάλληλο που θα αναλάβει την εισήγηση, τη συγκέντρωση των στοιχείων, τη διοικητική επεξεργασία και πιθανότατα σημαντικό μέρος της προετοιμασίας της υπόθεσης.

Δεν μπορεί η εξειδικευμένη εργασία των υπηρεσιακών στελεχών να θεωρείται δεδομένη και απεριόριστη, ενώ η αντίστοιχη συνεισφορά εξωτερικών επαγγελματιών αναγνωρίζεται οικονομικά. Απαιτείται ισότιμη αναγνώριση της εργασίας, σαφής κατανομή ευθυνών και αποφυγή ενός μοντέλου στο οποίο οι υπάλληλοι επωμίζονται το μεγαλύτερο διοικητικό βάρος χωρίς πρόσθετη υποστήριξη.

Η ψηφιακή πλατφόρμα δεν υποκαθιστά το ανθρώπινο δυναμικό

Η δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για την υποβολή αιτήσεων, τη διαχείριση ραντεβού, την ενημέρωση και την εξ αποστάσεως εξυπηρέτηση αποτελεί θετική κατεύθυνση, εφόσον σχεδιαστεί σωστά. Η ψηφιοποίηση μπορεί να περιορίσει άσκοπες μετακινήσεις πολιτών, να βελτιώσει την παρακολούθηση των αιτημάτων και να δημιουργήσει μεγαλύτερη διαφάνεια. Το άρθρο 61 προβλέπει πράγματι την ανάπτυξη τέτοιας πλατφόρμας. ([opengov.gr][1])

Ωστόσο, καμία πλατφόρμα δεν μελετά τίτλους, δεν αξιολογεί αντικρουόμενα τοπογραφικά, δεν πραγματοποιεί αυτοψίες, δεν συντάσσει τεκμηριωμένες εισηγήσεις και δεν αναλαμβάνει την ευθύνη διοικητικών πράξεων. Η ψηφιακή υποβολή ενός αιτήματος μειώνει ενδεχομένως τη γραφειοκρατία στην είσοδο της διαδικασίας. Δεν καταργεί την ανάγκη ουσιαστικής επεξεργασίας του.

Μάλιστα, εάν η πλατφόρμα επιτρέψει ευκολότερη και μαζικότερη υποβολή αιτήσεων χωρίς να προηγηθεί ενίσχυση των υπηρεσιών, μπορεί αρχικά να αυξήσει τον εμφανή φόρτο και τις εκκρεμότητες. Η τεχνολογία είναι εργαλείο του προσωπικού, όχι υποκατάστατό του.

Τι θα έπρεπε να προβλεφθεί αντί της γενικευμένης μεταφοράς υποθέσεων

Μια υπεύθυνη διοικητική μεταρρύθμιση θα έπρεπε να ξεκινήσει από την πλήρη και δημόσια αποτύπωση των πραγματικών δεδομένων. Πόσες οργανικές θέσεις προβλέπονται σε κάθε Κτηματική Υπηρεσία; Πόσοι υπάλληλοι υπηρετούν πραγματικά; Ποιες ειδικότητες λείπουν; Πόσες υποθέσεις εκκρεμούν ανά κατηγορία; Ποιος είναι ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης; Πόσες αυτοψίες και μετακινήσεις απαιτούνται; Ποιες υπηρεσίες έχουν μονοπρόσωπα τμήματα ή αντικείμενα που εξαρτώνται από έναν μόνο υπάλληλο;

Με βάση αυτά τα στοιχεία πρέπει να καταρτιστεί δεσμευτικό πρόγραμμα στελέχωσης με μόνιμο προσωπικό, ιδίως μηχανικούς, νομικούς, διοικητικούς και υπαλλήλους με εμπειρία στη δημόσια περιουσία. Παράλληλα, μπορούν να αξιοποιηθούν στοχευμένες και εθελοντικές μετακινήσεις, με πραγματικά κίνητρα, κάλυψη εξόδων, διαφάνεια και σεβασμό στην οικογενειακή και προσωπική κατάσταση των εργαζομένων.

Εάν, μέχρι να ολοκληρωθεί η στελέχωση, απαιτείται έκτακτη υποστήριξη, αυτή πρέπει να παρέχεται με αυστηρές εγγυήσεις:

Να προσδιορίζονται συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων που μπορούν πράγματι να διεκπεραιωθούν εξ αποστάσεως και να εξαιρούνται όσες απαιτούν εκτεταμένη τοπική έρευνα ή αυτοψία.

Να καταγράφεται προηγουμένως ο υφιστάμενος φόρτος του υπαλλήλου και να αφαιρείται αντίστοιχο μέρος των τακτικών του καθηκόντων.

Να τίθεται ανώτατο όριο πρόσθετων υποθέσεων ανά εργαζόμενο και ανά υπηρεσία.

Να προβλέπεται σαφής διάρκεια της ανάθεσης, συγκεκριμένο αντικείμενο και πλήρης ειδική αιτιολογία.

Να εξασφαλίζεται άμεση πρόσβαση στο σύνολο του φυσικού και ηλεκτρονικού αρχείου.

Να ορίζεται τοπικός υπάλληλος σύνδεσης, ιδίως όταν απαιτούνται αυτοψίες ή συνεργασία με τοπικούς φορείς.

Να καλύπτονται όλες οι αναγκαίες μετακινήσεις και να χορηγείται η προβλεπόμενη αποζημίωση.

Να προβλέπεται πρόσθετη αμοιβή ή αντιστάθμιση για πραγματικά πρόσθετη εργασία.

Να υπάρχει δυνατότητα αιτιολογημένης εξαίρεσης όταν ο φόρτος ή η φύση των καθηκόντων δεν επιτρέπουν την ανάληψη της υπόθεσης.

Να δημοσιεύονται ετήσια στοιχεία για τον αριθμό των αναθέσεων, τον χρόνο διεκπεραίωσης, τις υπηρεσίες προέλευσης και υποδοχής και τα αποτελέσματα του μέτρου.

Πάνω από όλα, κάθε έκτακτη ρύθμιση πρέπει να διαθέτει πραγματική ρήτρα λήξης και να συνδέεται με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα προσλήψεων. Διαφορετικά η προσωρινή μεταφορά υποθέσεων θα καταστεί μόνιμο υποκατάστατο της στελέχωσης.

Η Διοίκηση οφείλει να αναλάβει τη δική της ευθύνη

Οι εργαζόμενοι των Κτηματικών Υπηρεσιών δεν αρνούνται την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Αντιθέτως, το υπηρετούν καθημερινά υπό δύσκολες συνθήκες, με ελλείψεις προσωπικού, συσσωρευμένες εκκρεμότητες, σύνθετο θεσμικό πλαίσιο και μεγάλες προσωπικές ευθύνες.

Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά ότι η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται μονομερώς για να δικαιολογεί κάθε νέα επιβάρυνση. Δημόσιο συμφέρον είναι και η έγκαιρη και νόμιμη έκδοση των διοικητικών πράξεων. Είναι η προστασία της δημόσιας περιουσίας. Είναι η ασφάλεια δικαίου. Είναι η ίση εξυπηρέτηση των πολιτών όλων των περιοχών. Είναι η διατήρηση έμπειρου προσωπικού και η προστασία του από την επαγγελματική εξουθένωση.

Η πολιτική και διοικητική ηγεσία έχει την ευθύνη να οργανώνει τις υπηρεσίες έτσι ώστε να μπορούν να εκτελούν τις αρμοδιότητές τους. Δεν είναι ορθό να αναθέτει ολοένα περισσότερα καθήκοντα και στη συνέχεια να θεωρεί ότι το πρόβλημα επιλύθηκε επειδή εκδόθηκε μία ακόμη απόφαση κατανομής υποθέσεων.

Το οργανωτικό έλλειμμα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ατομικό φιλότιμο. Το φιλότιμο των υπαλλήλων έχει χρησιμοποιηθεί επί χρόνια για να καλύπτονται κενά, να τηρούνται προθεσμίες και να αποτρέπεται η πλήρης παράλυση κρίσιμων υπηρεσιών. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί επίσημο μοντέλο διοίκησης.

Συμπέρασμα

Η προωθούμενη διεύρυνση της δυνατότητας ανάθεσης υποθέσεων εκτός της χωρικής αρμοδιότητας των Κτηματικών Υπηρεσιών δεν αποτελεί ουσιαστική απάντηση στην υποστελέχωση. Αποτελεί μεταφορά του προβλήματος, διάχυση της ευθύνης και περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας.

Είναι ντροπή, σε υπηρεσίες που η ίδια η Διοίκηση χαρακτηρίζει ως έντονα υποστελεχωμένες, να θεωρείται λύση η ανάθεση ακόμη περισσότερων εργασιών σε υπαλλήλους άλλων επίσης επιβαρυμένων υπηρεσιών. Είναι ντροπή να ζητείται από τους εργαζομένους να καλύψουν, με προσωπική υπερπροσπάθεια και αυξημένη ευθύνη, ένα διαχρονικό οργανωτικό πρόβλημα για το οποίο δεν ευθύνονται. Και είναι θεσμικά επικίνδυνο να μετατρέπεται η εξαίρεση σε πάγιο μηχανισμό λειτουργίας, χωρίς σαφή όρια, επαρκείς εγγυήσεις και προηγούμενη πραγματική ενίσχυση των υπηρεσιών.

Η ρύθμιση πρέπει να επανεξεταστεί ουσιαστικά. Η δυνατότητα ατομικής ανάθεσης υποθέσεων εκτός της υπηρεσίας και της περιοχής ευθύνης πρέπει είτε να αποσυρθεί είτε να περιοριστεί σε απολύτως εξαιρετικές, ειδικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, με σαφή όρια φόρτου, απαλλαγή από άλλα καθήκοντα, πλήρη διοικητική υποστήριξη, κάλυψη μετακινήσεων, αντίστοιχη αποζημίωση και πραγματικό έλεγχο της δυνατότητας του υπαλλήλου να αναλάβει το έργο.

Η μόνη σοβαρή και βιώσιμη λύση είναι η επαρκής στελέχωση των Κτηματικών Υπηρεσιών, η διατήρηση της αναγκαίας τοπικής γνώσης, η ενίσχυση των υποδομών, η ολοκληρωμένη ψηφιοποίηση των αρχείων και η ορθολογική κατανομή του έργου με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια.

Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτουργούν με νομοθετικές μεταφορές φόρτου ούτε με διαρκείς εκκλήσεις στην αντοχή των εργαζομένων. Λειτουργούν με ανθρώπους, μέσα, χρόνο, εκπαίδευση και υπεύθυνο σχεδιασμό. Η πολιτεία οφείλει επιτέλους να προσφέρει αυτά που απαιτείται για να ασκούνται σωστά οι αρμοδιότητες των Κτηματικών Υπηρεσιών, αντί να μεταφέρει τις συνέπειες της δικής της αδράνειας στις πλάτες των υπαλλήλων.
Β******** Π********* Ψ******** (ταυτοποιημένος χρήστης)
15 Ιούλ 2026, 11:28
Σύνδεσμος σχολίου
Σωστη η πλατφορμα θα μπουρεσε και το AI

Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;

Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.

Φόρμα επικοινωνίας

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.