ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλισης: περισσότερες δυνατότητες για εργαζόμενους και επιχειρήσεις, διεύρυνση των επιλογών συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης

Κατάσταση: Ολοκληρώθηκε
Κωδικός Διαβούλευσης: #1393
Ημ/νία Ανάρτησης: Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2026, 23:44
Η διαβούλευση έκλεισε: Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2026, 09:00
Ολοκληρώθηκε: Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2026, 14:35
Έκθεση Διαβούλευσης

Μπορείτε να δείτε την έκθεση διαβούλευσης όπως αυτή ενσωματώθηκε στη σχετική Ενότητα της τελικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης εδώ

ΜΕΡΟΣ Α΄ ΣΚΟΠΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άρθρο 1 Σκοπός

Σκοπός του παρόντος νόμου είναι: α) η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου της επαγγελματικής ασφάλισης, β) η διασφάλιση αυξημένου επιπέδου προστασίας των ασφαλισμένων σε προγράμματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και γ) η διαμόρφωση ισότιμων όρων λειτουργίας μεταξύ των παρόχων των προγραμμάτων αυτών, ώστε να διευκολύνεται περαιτέρω η κινητικότητα των εργαζομένων.

Δημοσιευμένα σχόλια
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ (ταυτοποιημένος χρήστης)
27 Ιούλ 2026, 08:59
Σύνδεσμος σχολίου
Πριν πάει για ψήφιση ένα νομοσχέδιο που μεταρρυθμίζει την κοινωνική και ιδιωτική ασφάλιση της χώρας, θα πρέπει να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα 12 βασικά ερωτήματα. Χωρίς να έχουν ρυθμιστεί υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ζημιάς στα ασφαλισμένα μέλη και τους εργοδότες που θα συμμετάσχουν στην επαγγελματική ασφάλιση.
1. Ποιος αναλαμβάνει την τελική ζημία όταν τα περιουσιακά στοιχεία ενός Τ.Ε.Α. ή ενός Ο.Α.Π.Ε.Σ. δεν επαρκούν για την κάλυψη των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων;
Σχετικά άρθρα: Άρθρο 30 (Κάλυψη τεχνικών προβλέψεων Τ.Ε.Α.) και Άρθρο 69 (Κάλυψη δεσμεύσεων Ο.Α.Π.Ε.Σ.).

2. Θα δημιουργηθεί εγγυητικός μηχανισμός προστασίας επαγγελματικών συντάξεων αντίστοιχος διεθνών προτύπων (π.χ. του βρετανικού PPF) και, αν όχι, με ποιο τρόπο διασφαλίζεται η παροχή σε περίπτωση αφερεγγυότητας του παρόχου;
Σχετικά άρθρα: Άρθρο 30 και Άρθρο 72 (Εκκαθάριση προγράμματος).

3. Γιατί στα Ανοικτά Τ.Ε.Α. η παροχή συμβουλής προς τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση είναι προαιρετική και παρέχεται από το ίδιο το Ταμείο («αυτο-συμβουλή»), ενώ για το Ο.Α.Π.Ε.Σ. η συμβουλή από πιστοποιημένο διανομέα είναι υποχρεωτική;
Σχετικά άρθρα: Άρθρο 6 (παρ. 3, περ. ε) έναντι Άρθρου 61.

4. Πώς ορίζεται αναλογιστικά ότι τα ατομικά δικαιώματα θα είναι «τουλάχιστον τα ίδια» μετά από μια μεταφορά κεφαλαίων, και πώς διασφαλίζεται η ισοδυναμία των εγγυήσεων;
Σχετικά άρθρα: Άρθρα 80 έως 84 (Μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και μεταβίβαση προγραμμάτων).

5. Γιατί το κόστος μεταφοράς από Τ.Ε.Α. προς πάροχο Ο.Α.Π.Ε.Σ. βαρύνει αποκλειστικά τα μέλη και τους δικαιούχους, ακόμη και αν η μεταφορά επιβάλλεται λόγω εξυγίανσης ή κακοδιαχείρισης;
Σχετικά άρθρα: Άρθρο 83 (παρ. 2).

6. Γιατί η ενημέρωση μελών και εποπτικής αρχής για καθυστέρηση εργοδοτικών εισφορών ενεργοποιείται μετά την παρέλευση τριών μηνών, αφήνοντας τον εργαζόμενο απροστάτευτο για μεγάλο διάστημα;
Σχετικά άρθρα: Άρθρο 17 (Τροποποίηση άρθρου 14 ν. 5078/2023) και Άρθρο 68.

7. Γιατί η καταλληλότητα των Ο.Α.Π.Ε.Σ. αξιολογείται κυρίως με βάση τα χαρακτηριστικά των μελών ως «ομάδας», παραγνωρίζοντας τις εξατομικευμένες ανάγκες των ασφαλισμένων;
Σχετικό άρθρο: Άρθρο 61.

8. Θα δημιουργηθεί ειδική πιστοποίηση Συμβούλου Επαγγελματικής Ασφάλισης με αυστηρά επαγγελματικά προσόντα και υποχρέωση ετήσιας επαναπιστοποίησης για όλα τα πρόσωπα που διανέμουν τέτοια προϊόντα (συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού των Τ.Ε.Α.);
Σχετικό άρθρο: Άρθρο 74 (Εξουσιοδοτικές διατάξεις).

9. Γιατί το σχέδιο ανάκαμψης των Τ.Ε.Α. υποβάλλεται προς έγκριση, ενώ για τα Ο.Α.Π.Ε.Σ. προβλέπεται κυρίως ενημέρωση της Αρμόδιας Αρχής, δημιουργώντας ασυμμετρία στην εποπτική παρέμβαση;
Σχετικά άρθρα: Άρθρο 30 έναντι Άρθρου 69.

10. Ποια συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα θα συνοδεύουν τη δυνατότητα παράτασης ενός σχεδίου ανάκαμψης έως και επτά (7) έτη σε έκτακτες δυσμενείς συνθήκες;
Σχετικά άρθρα: Άρθρο 30 και Άρθρο 69.

11. Ποιοι δημόσιοι δείκτες (dashboard) θα είναι διαθέσιμοι, ώστε κάθε μέλος να ελέγχει σε πραγματικό χρόνο τη χρηματοδότηση, τις χρεώσεις και την καθαρή απόδοση του προγράμματός του;
Σχετικά άρθρα: Άρθρα 16 έως 24 (Απαιτήσεις πληροφόρησης Τ.Ε.Α.) και Άρθρο 62 (Πληροφορίες Ο.Α.Π.Ε.Σ.).

12. Θα προβλεφθεί υποχρεωτική επανεξέταση του νόμου σε συγκεκριμένο χρόνο (π.χ. διετία), με συμμετοχή όλων των κοινωνικών εταίρων και των πιστοποιημένων διαμεσολαβητών, για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του συστήματος;
Σχετικό άρθρο: Άρθρο 44 (Τελικές διατάξεις).
EΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
27 Ιούλ 2026, 08:28
Σύνδεσμος σχολίου
Θέμα: Υποβολή παρατηρήσεων και προτάσεων του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών επί του σχεδίου νόμου για την ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλισης.

Ο διαρκής εκσυγχρονισμός του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των δημογραφικών, κοινωνικών και οικονομικών προκλήσεων της χώρας. Παράλληλα με τη βιωσιμότητα του πρώτου πυλώνα, η ανάπτυξη του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα και, κυρίως, η ουσιαστική και ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε αυτούς συνιστούν ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος.
Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών έχει αναδείξει συστηματικά κατά την τελευταία πενταετία την ανάγκη ενίσχυσης της συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, μέσα από δημόσιες παρεμβάσεις, υπομνήματα και επιστημονικά τεκμηριωμένες προτάσεις προς την Πολιτεία. Πρόσφατα, στο πλαίσιο της Εθνικής Συνδιάσκεψης Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών, παρουσίασε σχετική μελέτη του Πανεπιστημίου Πειραιώς για την αξία των κινήτρων συνταξιοδοτικής αποταμίευσης και τη συμβολή τους στην ισόρροπη ανάπτυξη των τριών πυλώνων.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε θετική την πρωτοβουλία του Υπουργείου και την κατεύθυνση του παρόντος και υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου. Ιδιαίτερα θετική κρίνουμε τη θέσπιση, για τη διανομή των Ομαδικών Ασφαλιστικών Προϊόντων Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης – ΟΑΠΕΣ, συγκεκριμένων υποχρεώσεων ενημέρωσης, διαφάνειας, αξιολόγησης των αναγκών του ενδιαφερομένου, αποτροπής συγκρούσεων συμφερόντων και εποπτικού ελέγχου. Οι ρυθμίσεις αυτές κινούνται στην ορθή κατεύθυνση και αξιοποιούν τις αρχές, που διέπουν ήδη, βάσει του ν. 4583/2018, τη διανομή επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση.
Στην κατεύθυνση αυτή και για την ολοκλήρωση αυτής της θετικής πρωτοβουλίας, καταθέτουμε τις ακόλουθες δύο βασικές προτάσεις:
1. Ενιαίοι κανόνες ενημέρωσης και διανομής για τα ΤΕΑ και τα ΟΑΠΕΣ:
Η απόφαση συμμετοχής σε οποιοδήποτε σχήμα συμπληρωματικής επαγγελματικής συνταξιοδότησης αποτελεί μακροχρόνια οικονομική επιλογή και προϋποθέτει πλήρη κατανόηση των εισφορών, των επενδυτικών κινδύνων, των εξόδων, της φορητότητας, των παροχών και των φορολογικών συνεπειών.
Ενώ για τα ΟΑΠΕΣ προσδιορίζονται σαφώς οι υποχρεώσεις των προσώπων που αναλαμβάνουν τη διανομή και την ενημέρωση, δεν διαμορφώνεται αντίστοιχο και ισοδύναμο πλαίσιο ως προς τα πρόσωπα που ενημερώνουν εργαζομένους και επαγγελματίες για τη συμμετοχή τους σε ΤΕΑ.
Θεωρούμε αναγκαίο να προβλεφθεί ότι η παρουσίαση, η σύσταση και η ενημέρωση για προγράμματα ΤΕΑ θα πραγματοποιούνται από κατάλληλα πιστοποιημένα και εποπτευόμενα πρόσωπα, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις κατάρτισης, τεκμηρίωσης και επαγγελματικής ευθύνης. Μεταξύ των προσώπων αυτών πρέπει να περιλαμβάνονται ρητά και οι νόμιμα εγγεγραμμένοι και πιστοποιημένοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές.
Η ίδια συνταξιοδοτική ανάγκη και ο ίδιος οικονομικός κίνδυνος για τον πολίτη πρέπει να συνεπάγονται ισοδύναμη ενημέρωση και προστασία, ανεξάρτητα από το εάν η λύση παρέχεται μέσω ΤΕΑ ή ΟΑΠΕΣ.
2. Φορολογικά κίνητρα και για τα ατομικά συνταξιοδοτικά προγράμματα του τρίτου πυλώνα:
Η ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη για την καθολική πρόσβαση των πολιτών στη συμπληρωματική συνταξιοδοτική αποταμίευση. Η συμμετοχή σε ΤΕΑ ή σε ομαδικό πρόγραμμα εξαρτάται συχνά από την επιχείρηση, τον εργοδότη ή τον επαγγελματικό κλάδο στον οποίο ανήκει ο πολίτης.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το άθροισμα των συμμετοχών σε ΤΕΑ και σε ομαδικά συνταξιοδοτικά ασφαλιστικά προγράμματα αντιστοιχεί σήμερα σε ποσοστό χαμηλότερο του 4% του απασχολούμενου πληθυσμού, ενώ το πραγματικό ποσοστό διαφορετικών φυσικών προσώπων ενδέχεται να είναι ακόμη μικρότερο. Η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων, αυτοαπασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών δεν έχει, συνεπώς, σήμερα ενεργή συμμετοχή στον δεύτερο πυλώνα.
Αντίθετα, τα ατομικά συνταξιοδοτικά προγράμματα του τρίτου πυλώνα είναι ήδη διαθέσιμα σε κάθε πολίτη, παρέχονται από αυστηρά εποπτευόμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και διανέμονται μέσω πιστοποιημένων επαγγελματιών. Παρά ταύτα, δεν απολαμβάνουν αντίστοιχης φορολογικής αναγνώρισης.
Προτείνουμε να θεσπιστεί φορολογικό κίνητρο για νέες καταβολές σε πιστοποιημένα ατομικά συνταξιοδοτικά ασφαλιστικά προγράμματα. Το κίνητρο μπορεί να συνδεθεί με τα ίδια ηλικιακά όρια και τη φορολογική λογική που προβλέπει το σχέδιο νόμου για τα ΤΕΑ και τα ΟΑΠΕΣ και να κατοχυρώνεται σταδιακά μετά την πρώτη πενταετία, ώστε να περιορίζεται η άμεση δημοσιονομική επίπτωση και να επιβραβεύεται η πραγματικά μακροχρόνια αποταμίευση.
Σε περίπτωση πρόωρης εξαγοράς, πριν από τις προβλεπόμενες ηλικίες ή προϋποθέσεις, τα φορολογικά οφέλη θα μπορούν να ανακτώνται ή να συμψηφίζονται, με εύλογες εξαιρέσεις για σοβαρά κοινωνικά γεγονότα, όπως η μόνιμη ανικανότητα για εργασία, η σοβαρή ασθένεια ή η απώλεια ζωής. Αυξημένο κίνητρο θα μπορούσε, επίσης, να προβλεφθεί για προγράμματα που συνδυάζουν τη συνταξιοδοτική αποταμίευση με ουσιαστικές ασφαλιστικές καλύψεις ανικανότητας, απώλειας εισοδήματος και ζωής.
Τέλος, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, παρά το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του παρόντος νομοσχεδίου αφορά τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και ρυθμίζει άμεσα τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, δεν προηγήθηκε ειδική πρόσκληση προς τους αντιπροσωπευτικούς φορείς του κλάδου για συμμετοχή στο αρχικό στάδιο της επεξεργασίας του.
Η δημόσια διαβούλευση αποτελεί ασφαλώς σημαντικό θεσμικό στάδιο, δεν μπορεί όμως, λόγω των περιορισμένων χρονικών περιθωρίων, να υποκαθιστά τον προηγούμενο και οργανωμένο διάλογο με τους φορείς που γνωρίζουν την αγορά και καλούνται να εφαρμόσουν στην πράξη τις νέες ρυθμίσεις.
Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, στηρίζοντας την αναγκαία μεταρρυθμιστική προσπάθεια, παραμένει στη διάθεση του Υπουργείου για την αναλυτική παρουσίαση και τεκμηρίωση των παραπάνω προτάσεων, με στόχο ένα σύγχρονο, ισόρροπο και κοινωνικά δίκαιο πλαίσιο συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής προστασίας.
Με εκτίμηση,
Ο Πρόεδρος
Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου
Ο Γενικός Γραμματέας
Δημήτρης Γαβαλάκης
ΕΑΕΕ - Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
27 Ιούλ 2026, 08:26
Σύνδεσμος σχολίου
Παρατηρήσεις ΕΑΕΕ επί του Σχεδίου Νόμου «Ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλισης: περισσότερες δυνατότητες για εργαζόμενους και επιχειρήσεις, διεύρυνση των επιλογών συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης»
1. Ρητή θεσμοθέτηση Ανοικτών ΟΑΠΕΣ (άρθρο 48)
Προτείνεται να αναγνωριστεί ρητά και για τα ΟΑΠΕΣ ο ανοικτός χαρακτήρας τους, κατ’ αναλογία προς τα Ανοικτά ΤΕΑ, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της θεσμικής ουδετερότητας του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου.
Εκ της φύσεως και του τρόπου λειτουργίας τους, τα ΟΑΠΕΣ έχουν εγγενώς (per se) ανοικτό χαρακτήρα.
Για λόγους νομικής σαφήνειας και προς αποφυγή εσφαλμένων ερμηνειών ως προς τη θεσμική φυσιογνωμία, τη λειτουργική τους αυτοτέλεια και την ισοτιμία τους έναντι των Ανοικτών ΤΕΑ, κρίνεται σκόπιμο να υπάρξει σχετική αποσαφήνιση.
Η αποσαφήνιση αυτή θα μπορούσε να περιληφθεί στην Αιτιολογική Έκθεση και στις σχετικές Ερωτήσεις και Απαντήσεις (Q&As), χωρίς να απαιτείται τροποποίηση της ονομασίας ή του κειμένου της διάταξης.
Σε κάθε περίπτωση, η κατοχύρωση της σε νομοθετικό επίπεδο θα ήταν η πλέον επαρκής νομικά προσέγγιση.
2. Εναρμόνιση κεφαλαιακών απαιτήσεων ΤΕΑ και ασφαλιστικών επιχειρήσεων
Κρίνεται κατ’ ελάχιστον αναγκαίο το τελικό κείμενο του νόμου που θα κατατεθεί προς ψήφιση να διατηρήσει, χωρίς περαιτέρω εξαιρέσεις ή αποδυνάμωση, το επίπεδο των απαιτήσεων που προβλέπεται για τα ΤΕΑ στο παρόν Σχέδιο Νόμου. Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη εντονότερη, δεδομένου ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να υπόκεινται στο ιδιαίτερα αυστηρό κεφαλαιακό καθεστώς του Solvency II.
Οποιαδήποτε χαλάρωση των απαιτήσεων θα οδηγούσε σε περαιτέρω διεύρυνση της υφιστάμενης κανονιστικής ασυμμετρίας και θα υπονόμευε τον επιδιωκόμενο ισότιμο ανταγωνισμό (level playing field) μεταξύ των φορέων επαγγελματικής συνταξιοδότησης και πρωτίστως την αξιοπιστία του 2ου πυλώνα και τη διασφάλιση ισοδύναμου επιπέδου προστασίας των ασφαλισμένων, ανεξαρτήτως παρόχου.
3. Παροχή συμβουλής και δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος (άρθρο 6 παρ. 3 περ.δ)
Στο ΣχΝ προβλέπεται, για τα προϊόντα ΟΑΠΕΣ, η παροχή συμβουλής και η χορήγηση δήλωσης αξιολόγησης καταλληλότητας στο προσυμβατικό στάδιο. Οι διανομείς ΟΑΠΕΣ υποχρεούνται να συλλέγουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον πελάτη, ώστε να προτείνουν το προϊόν που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του και να χορηγούν δήλωση αξιολόγησης καταλληλότητας προϊόντος, πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
Η ρύθμιση αυτή ενισχύει τη διαφάνεια, συμβάλλει στην λήψη τεκμηριωμένης απόφασης από τον πελάτη και περιορίζει τον κίνδυνο παραπλάνησης.
Αντίστοιχη υποχρέωση για τα Ανοικτά ΤΕΑ προβλέπεται μόνο κατόπιν σχετικού αιτήματος της υπό προσχώρηση χρηματοδοτούσας επιχείρησης.
Εφόσον με το ΣχΝ επιδιώκεται η λειτουργική σύγκλιση των δύο θεσμών, θα πρέπει να διασφαλίζεται και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των ασφαλισμένων/μελών, μέσω της εφαρμογής αντίστοιχων κανόνων αξιολόγησης καταλληλότητας και παροχής συμβουλής. Η πρόβλεψη ενιαίων απαιτήσεων εξυπηρετεί πρωτίστως την αποτελεσματική κατοχύρωση των συμφερόντων των ασφαλισμένων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η συμμετοχή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αποτελεί απόφαση με μακροχρόνιες οικονομικές και συνταξιοδοτικές συνέπειες και όχι μια απλή καταναλωτική επιλογή.
Προτείνεται να εξεταστεί το ενδεχόμενο να προβλεφθεί υποχρεωτικά και για τα Ανοικτά ΤΕΑ η παροχή συμβουλής και η χορήγηση δήλωσης αξιολόγησης καταλληλότητας πριν από την προσχώρηση της νέας χρηματοδοτούσας επιχείρησης.
Παράλληλα, να διασφαλιστεί ότι όσον αφορά στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν δημιουργούνται επικαλύψεις με υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από την τομεακή νομοθεσία (π.χ. Solvency II, ΙDD, PRIIPs) και οι οποίες θα είχαν σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω επιβάρυνσή τους χωρίς οποιαδήποτε προστιθέμενη αξία για τους ασφαλισμένους.
4. Μεταβατική περίοδος
Με την παρ. 1 του άρθρου 97 του ΣχΝ ορίζεται ότι μέχρι τις 31.12.2027 τα απλά ομαδικά συνταξιοδοτικά συμβόλαια θα λογίζονται ως ΟΑΠΕΣ, διατηρώντας έως τότε μεταβατικά το ευνοϊκό φορολογικό πλαίσιο.
Η προβλεπόμενη προθεσμία δεν παρέχει επαρκή χρόνο για την ομαλή μετάβαση στο νέο καθεστώς. Η επιμήκυνση της μεταβατικής περιόδου είναι αναγκαία, αφενός για να μπορέσουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στο σύνολο των νέων κανονιστικών, οργανωτικών και λειτουργικών υποχρεώσεων που εισάγει το σχέδιο νόμου και, αφετέρου, για να ολοκληρωθούν κυρίως οι απαιτούμενες συζητήσεις με τους εργοδότες σχετικά με το μέλλον των υφιστάμενων ομαδικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Η λήψη σχετικών αποφάσεων προϋποθέτει χρονοβόρες διαδικασίες αξιολόγησης, διαβούλευσης και συνεννόησης με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους, καθώς είναι δεδομένο ότι θα απαιτηθούν τροποποιήσεις υφιστάμενων συμβατικών ή εργασιακών ρυθμίσεων.
Κυρίως όμως, η αποτελεσματική εφαρμογή του νέου πλαισίου προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση των προβλεπόμενων κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων της ΤτΕ, με τις οποίες θα εξειδικευθούν κρίσιμα ζητήματα εφαρμογής του νόμου, όπως ενδεικτικά ορίζεται στα άρθρα 74 και 88 του σχεδίου. Η ολοκλήρωση του κανονιστικού αυτού πλαισίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον ορθό σχεδιασμό και την έγκαιρη προσαρμογή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Ως εκ τούτου, κρίνεται επιβεβλημένη η παράταση της μεταβατικής περιόδου έως την 31.12.2028, προκειμένου η μετάβαση στο νέο καθεστώς να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια δικαίου και χωρίς να διαταραχθεί η λειτουργία των υφιστάμενων συνταξιοδοτικών προγραμμάτων.
5. Kανόνας ring-fencing
Με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Σχεδίου Νόμου εισάγεται κανόνας διαχωρισμού (ring-fencing) επί των στοιχείων του ενεργητικού. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, κρίνεται σκόπιμο να αποσαφηνιστεί ότι ο κανόνας αυτός αφορά αποκλειστικά τη λογιστική (νοητή) κατανομή των συνολικών στοιχείων του ενεργητικού στα επιμέρους προγράμματα και δεν συνεπάγεται υποχρέωση διακριτής επενδυτικής διαχείρισης ή φυσικού διαχωρισμού των επενδύσεων. Η σχετική αποσαφήνιση θα μπορούσε να περιληφθεί στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου.
Περαιτέρω, η παρ. 3 του άρθρου 63 προβλέπει την τήρηση αυτοτελών λογαριασμών για κάθε πρόγραμμα συνταξιοδοτικών λογαριασμών, με αναλυτική αποτύπωση των πηγών των αποτελεσμάτων μέσω διάκρισης των εσόδων (εισφορές και αποδόσεις επενδύσεων) και των εξόδων.
Δεδομένου ότι αντίστοιχη υποχρέωση αναλυτικής λογιστικής παρακολούθησης δεν προβλέπεται για τα ΤΕΑ, δημιουργείται διαφοροποίηση μεταξύ δύο θεσμών, τους οποίους το ίδιο το Σχέδιο Νόμου επιδιώκει να προσεγγίσει λειτουργικά και κανονιστικά. Εφόσον διατηρηθεί η συγκεκριμένη υποχρέωση για τα ΟΑΠΕΣ, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η εφαρμογή αντίστοιχης ρύθμισης και για τα ΤΕΑ, προκειμένου να διασφαλιστεί η κανονιστική συνέπεια και η ίση μεταχείριση των δύο θεσμών.
6. Βελτίωση ορισμού χρηματοδοτούσας επιχείρησης (άρθρο 48 παρ. 24)
Ο ορισμός της «χρηματοδοτούσας επιχείρησης» χρήζει αναδιατύπωσης, καθώς οδηγεί σε αδικαιολόγητη διαφοροποίηση ως προς τα πρόσωπα που δύνανται να συμμετέχουν σε Ο.Α.Π.Ε.Σ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 48, στην περίπτωση που το ΟΑΠΕΣ συστήνεται από επιχείρηση, δικαίωμα συμμετοχής έχουν μόνο τα φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με αυτήν με σχέση εργασίας. Ως εκ τούτου, ο ιδιοκτήτης ή μέτοχος της επιχείρησης, ο οποίος δεν απασχολείται με σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά συμμετέχει στην επιχείρηση υπό άλλη ιδιότητα (π.χ. ως εταίρος ή μέτοχος που λαμβάνει μέρισμα), αποκλείεται από τη συμμετοχή στο ΟΑΠΕΣ που η ίδια η επιχείρησή του χρηματοδοτεί.
Αντίθετα, το ίδιο φυσικό πρόσωπο δύναται να συμμετάσχει σε ΟΑΠΕΣ που συστήνεται από την επαγγελματική ένωση ή τη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκει και στην οποία κατά κανόνα η συμμετοχή είναι προαιρετική. Κατ΄αυτόν τον τρόπο εισάγεται μία αδικαιολόγητη και δυσχερώς δικαιολογούμενη διαφοροποίηση μεταξύ δύο αντίστοιχων περιπτώσεων.
Ενδεικτικά, ιδιοκτήτης φαρμακείου που συστήνει ΟΑΠΕΣ για τους εργαζομένους του δεν μπορεί να συμμετάσχει ο ίδιος στο πρόγραμμα, ενώ το ίδιο πρόσωπο μπορεί να συμμετάσχει σε ΟΑΠΕΣ που συστήνεται από τον επαγγελματικό φορέα των φαρμακοποιών.
Η ρύθμιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική οικονομία, η οποία χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η σύσταση ΟΑΠΕΣ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη βούληση του επιχειρηματία ή των επιχειρηματιών που αναλαμβάνουν τη σχετική πρωτοβουλία. Ο αποκλεισμός τους από τη δυνατότητα συμμετοχής στο πρόγραμμα της ίδιας της επιχείρησής τους λειτουργεί ως αντικίνητρο για τη δημιουργία νέων ΟΑΠΕΣ και ενδέχεται να περιορίσει σημαντικά τη διάδοση του θεσμού.
Προτείνεται, συνεπώς, να διευρυνθεί ο ορισμός της «χρηματοδοτούσας επιχείρησης», ώστε να επιτρέπεται η συμμετοχή και των φυσικών προσώπων που έχουν την ιδιότητα του επιχειρηματία, εταίρου ή μετόχου της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, ακόμη και όταν δεν συνδέονται με αυτήν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, υπό τις προϋποθέσεις που θα ορισθούν από τον νόμο.
7. Προσδιορισμός έννοιας πελάτη ΟΑΠΕΣ (άρθρα 54 και επόμενα)
Με τις διατάξεις των Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄ εισάγεται σειρά υποχρεώσεων των παρόχων ΟΑΠΕΣ έναντι των πελατών τους. Δεδομένου ότι η έννοια του «πελάτη» αποτελεί βασικό στοιχείο για την ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, χωρίς όμως να ορίζεται στο ΣχΝ, προτείνεται να διευκρινιστεί ρητά ότι, για τους σκοπούς των εν λόγω διατάξεων, ως «πελάτης» νοείται ο αντισυμβαλλόμενος στο ΟΑΠΕΣ.
Προτείνεται η προσθήκη σχετικού ορισμού στις διατάξεις του άρθρου 48, σύμφωνα με τον οποίο, για τους σκοπούς των Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄, ως «πελάτης» νοείται ο αντισυμβαλλόμενος στο ΟΑΠΕΣ.
8. Φορολογικές διατάξεις
α. Συνταξιοδοτικές καταβολές ασφαλισμένων ηλικίας 55-61
Με τις διατάξεις της περ. (i) της παρ. 4 (αα) του άρθρου 15 του ΚΦΕ, όπως τροποποιείται από το άρθρο 93 του ΣχΝ, δημιουργείται, μεταξύ άλλων, νέα ηλικιακή κατηγορία ασφαλισμένων, σύμφωνα με την οποία οι συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από ΤΕΑ ή ΟΑΠΕΣ σε πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν σύνταξη από φορέα κύριας ασφάλισης μεταξύ του 55ου και του 61ου έτους της ηλικίας τους υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 5% για τις περιοδικές παροχές και 10% για τις εφάπαξ καταβολές. Ωστόσο, η ευνοϊκή αυτή φορολογική μεταχείριση, όπως διατυπώνεται, θα καταλαμβάνει στην πράξη περιορισμένο αριθμό ασφαλισμένων και κυρίως όσους, λόγω ειδικών συνταξιοδοτικών διατάξεων ή του ασφαλιστικού καθεστώτος που τους διέπει, δύνανται να συνταξιοδοτηθούν πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους (π.χ. εργαζομένους σε ΒΑΕ, ένστολους, ή παλαιούς ασφαλισμένους προ του 1993).
Προτείνεται να αποσαφηνιστεί ότι η ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση δεν συνδέεται με την πραγματική λήψη κύριας σύνταξης, αλλά με τη θεμελίωση του σχετικού συνταξιοδοτικού δικαιώματος, δηλαδή με την πλήρωση των νόμιμων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης.
Για τον λόγο αυτό κρίνεται αναγκαία η προσαρμογή του λεκτικού της διάταξης, με αντικατάσταση της προϋπόθεσης της «λήψης σύνταξης από φορέα κύριας ασφάλισης» από τη «θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος». Με τον τρόπο αυτό αποτυπώνεται με σαφήνεια το πεδίο εφαρμογής της διάταξης, διασφαλίζεται η υπαγωγή στην αυτοτελή φορολόγηση όλων των προσώπων που έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης, ανεξαρτήτως του χρόνου υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης ή της έναρξης καταβολής της κύριας σύνταξης, και περιορίζεται ο κίνδυνος ερμηνευτικών αμφισβητήσεων κατά την εφαρμογή της.
β. Συμπληρωματικές καταβολές
Από το λεκτικό της περ. (i) της παρ. 4 (αα) του άρθρου 15 του ΚΦΕ, όπως αναδιατυπώνεται με το άρθρο 93 του ΣχΝ, συνάγεται ότι δεν παρέχεται δυνατότητα λήψης συμπληρωματικής παροχής με τη μορφή πρόωρης ρευστοποίησης για λόγους ασθενείας, παρά μόνο με τη μορφή επιδοματικής παροχής.
Η επιλογή αυτή εισάγει, κατά την άποψή μας, έναν αδικαιολόγητο περιορισμό στις δυνατότητες κάλυψης έκτακτων αναγκών των ασφαλισμένων σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας και αποκλίνει από την πρακτική που ακολουθείται και από αλλοδαπά συστήματα (π.χ. Ισπανίας), όπου προβλέπεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εγγυήσεις, η δυνατότητα πρόωρης πρόσβασης στις συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις για την αντιμετώπιση ιδιαίτερα σοβαρών περιστάσεων υγείας.
Περαιτέρω, εάν υιοθετηθεί η ως άνω προσέγγιση, θα πρέπει να διασφαλιστεί και η όμοια φορολογική μεταχείριση με τις συμπληρωματικές επιδοματικές παροχές.
Για τον λόγο αυτό προτείνονται τα εξής:
 να προβλεφθεί ρητά η δυνατότητα πρόωρης ρευστοποίησης και για λόγους σοβαρής ασθένειας, η οποία θα οριοθετείται με σαφώς καθορισμένες ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, ώστε να εφαρμόζεται αποκλειστικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις πραγματικής ανάγκης και να αποτρέπεται κάθε κίνδυνος καταχρηστικής αξιοποίησής της,
 να υπαχθούν, εφόσον υιοθετεί η ως άνω δυνατότητα, οι παροχές αυτές στην ίδια φορολογική μεταχείριση με τις συμπληρωματικές παροχές που καταβάλλονται υπό μορφή επιδόματος ή οικονομικής ενίσχυσης, δεδομένου ότι και οι δύο κατηγορίες παροχών επιτελούν την ίδια λειτουργία κοινωνικής προστασίας και οικονομικής στήριξης του ασφαλισμένου ή της οικογένειάς του σε περιόδους αυξημένης ανάγκης.
Διαφορετική αντιμετώπιση θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση παροχών που εξυπηρετούν τον ίδιο κοινωνικό σκοπό.
Ενδεικτικά, ασφαλισμένος που, πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και αναγκάζεται να προβεί σε πρόωρη ρευστοποίηση μέρους των συσσωρευμένων συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων για την κάλυψη άμεσων και αυξημένων οικονομικών αναγκών, υπάγεται υπό το τρέχον ΣχΝ στις γενικές φορολογικές διατάξεις. Ως αποτέλεσμα, η παροχή που θεωρητικά προορίζεται να τον στηρίξει σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο της ζωής του θα εξανεμιστεί σημαντικά λόγω της φορολογικής επιβάρυνσης.
Για λόγους συστηματικής συνοχής, οι παροχές που καταβάλλονται λόγω θανάτου θα πρέπει να υπάγονται στις διατάξεις περί φόρου κληρονομιών και δωρεών.
Συνεπώς προτείνεται πρόβλεψη περί υπαγωγής τους στις διατάξεις περί φορολογίας κληρονομικών και δωρεών.
Οι παροχές που καταβάλλονται λόγω αναπηρίας επί της ουσίας συνιστούν συνταξιοδοτικές παροχές και όχι συμπληρωματικές, δεδομένου ότι οδηγούν σε απονομή σύνταξης αναπηρίας, Ως εκ τούτου θα πρέπει να τύχουν αυτοτελούς φορολόγησης, ανεξαρτήτως ηλικίας, με τον χαμηλότερο συντελεστή 5% που φορολογείται και η πλήρης συνταξιοδότηση.
Συνεπώς προτείνεται η ένταξή τους εννοιολογικά στις συνταξιοδοτικές παροχές, με πρόβλεψη ειδικής φορολογικής μεταχείρισης κατά τα ανωτέρω.
Με βάση το άρθρο 78 του σχεδίου νόμου, απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη συμπληρωματικής παροχής σε περίπτωση διακοπής ή τερματισμού της εργασιακής σχέσης αποτελεί η προηγούμενη αποδεδειγμένη συμπλήρωση χρόνου ανεργίας τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών.
Η προϋπόθεση αυτή κρίνεται υπερβολικά αυστηρή και δυσανάλογη, καθώς στερεί από τον ασφαλισμένο την πρόσβαση σε μια σημαντική πηγή οικονομικής στήριξης κατά το χρονικό σημείο που τη χρειάζεται περισσότερο. Ειδικότερα, η απώλεια της εργασίας συνεπάγεται άμεση μείωση ή και πλήρη απώλεια εισοδήματος, ενώ η κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών δεν μπορεί εύλογα να αναβάλλεται για έναν ολόκληρο χρόνο.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η συμπληρωματική παροχή οφείλει να λειτουργεί ως μηχανισμός άμεσης κοινωνικής προστασίας και όχι να καθίσταται διαθέσιμη μόνο μετά την παρέλευση δωδεκάμηνης περιόδου ανεργίας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η κατάργηση της προϋπόθεσης συμπλήρωσης δωδεκάμηνης ανεργίας.
Προβληματισμό δημιουργούν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 98 του ΣχΝ, κατά τις οποίες για τον υπολογισμό του φόρου που αντιστοιχεί στα ποσά που θα συσσωρευθούν από την 1.1.2024 μέχρι τις 31.12.2026 θα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανθεί στο πλαίσιο ομαδικού προγράμματος ή ΤΕΑ μέχρι τις 31.12.2026.
Θεωρούμε ότι, για τον υπολογισμό του εφαρμοστέου φορολογικού συντελεστή, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός χρόνος παραμονής του ασφαλισμένου στο εκάστοτε συνταξιοδοτικό σχήμα μέχρι τον χρόνο καταβολής της παροχής. Η αντίθετη προσέγγιση αποσυνδέει τη φορολογική μεταχείριση από την πραγματική διάρκεια της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, οδηγώντας σε δυσμενέστερη φορολογική μεταχείριση ασφαλισμένων που παραμένουν επί μακρόν στο ίδιο πρόγραμμα μετά την 31.12.2026. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται αποτέλεσμα που δεν ανταποκρίνεται στην ασφαλιστική πραγματικότητα ούτε συνάδει με τη λογική της φορολόγησης βάσει του χρόνου μακροχρόνιας παραμονής στο συνταξιοδοτικό σχήμα.
Κατ΄εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 92 και 94 προβλέπεται η φορολόγηση των συνταξιοδοτικών και συμπληρωματικών παροχών που καταβάλλονται πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ηλικιακού ορίου με τη κλίμακα φόρου μισθωτών υπηρεσιών, αντί της αυτοτελούς φορολόγησης που διενεργείται από τις ασφαλιστικές εταιρίες (ως παρόχους ΟΑΠΕΣ). Επί των ως άνω παροχών, θα πρέπει να θεσπιστεί εντός του ΣχΝ η διαδικασία επιστροφής της αξίας των ατομικών λογαριασμών στον αντισυμβαλλόμενο εργοδότη του ΟΑΠΕΣ, ώστε να προβεί με τη σειρά του εκείνος στη καταβολή του εν λόγω εισοδήματος από μισθωτή εργασία και να προβεί (ως υπόχρεος) στην αντίστοιχη παρακράτηση φόρου της κλίμακας της περ. α) της παρ. 1 του άρ.14 ΚΦΕ.
Προτείνεται η προσθήκη σχετικής ρητής ρύθμισης περί επιστροφής για λόγους συμβατότητας με τη φορολογική νομοθεσία.
9. Μεταφορά συνταξιοδοτικών προγραμμάτων (άρθρο 81)
Η φορητότητα εισάγεται ως θεμελιώδες στοιχείο της αναμόρφωσης του ισχύοντος πλαισίου. Για την αποτελεσματική όμως λειτουργία της, είναι αναγκαίο να συμπληρωθούν οι σχετικές φορολογικές πτυχές της. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξεταστεί η προσθήκη διάταξης που θα προβλεφθεί ρητά ότι η μεταφορά δικαιωμάτων ή περιουσιακών στοιχείων μεταξύ ΤΕΑ και ΟΑΠΕΣ, καθώς και από και προς τα υφιστάμενα ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε φορολογική επιβάρυνση επί κεφαλαίου ή εισοδήματος ούτε επιβάρυνση από έμμεσους φόρους.
Περαιτέρω, επειδή η υπηρεσία μεταφοράς μπορεί να έχει σημαντικά κόστη, θα πρέπει να προβλεφθεί δυνατότητα του παρόχου ΟΑΠΕΣ / ΤΕΑ να ζητήσει εύλογο κόστος για την μεταφορά.
Με βάση τα ανωτέρω, προτείνεται η προσθήκη σχετικών διατάξεων.
10. Φορολογική μεταχείριση ομαδικών που δεν θα μετατραπούν σε ΟΑΠΕΣ
Ως προς τα ομαδικά προγράμματα που δεν θα μετατραπούν σε ΟΑΠΕΣ, θεωρούμε ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ορισμένα ζητήματα φορολογικής φύσης που ανακύπτουν αντανακλαστικά λόγω της αλλαγής του πλαισίου που θα τα διέπει εφεξής, ως μη υπαγόμενα στον 2ο πυλώνα
α. Φορολογική μεταχείριση εργοδοτικών εισφορών σε μη ΟΑΠΕΣ
Θεωρούμε σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι εργοδοτικές εισφορές που καταβάλλονται σε ομαδικά ασφαλιστικά συνταξιοδοτικά προγράμματα τα οποία δεν έχουν καταχωριστεί ως ΟΑΠΕΣ θα συνεχίσουν να αναγνωρίζονται ως παραγωγική δαπάνη του εργοδότη.
Η διατήρηση της φορολογικής αναγνώρισης είναι κρίσιμη για εργοδότες που επιθυμούν να συνεχίσουν να λειτουργούν τέτοια προγράμματα για στρατηγικούς λόγους, όπως η ευθυγράμμιση με διεθνείς πρακτικές των πολυεθνικών εταιρικών πελατών, η απλούστερη υλοποίηση και η διατήρηση της ευελιξίας.
Η αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για τη διατήρηση των προγραμμάτων (καταγγελίες προγραμμάτων, εξαγορές). Η εναλλακτική των ΟΑΠΕΣ θα μπορούσε να μην αποτελεί ελκυστική επιλογή για ορισμένους εργοδότες, δεδομένης της πολυπλοκότητας της λειτουργίας και της έλλειψης ευελιξίας σε ότι αφορά το σχεδιασμό με βάση την εταιρική στρατηγική των πελατών.
β. Φορολογική μεταχείριση εισφορών και παροχών σε μη ΟΑΠΕΣ
Παράλληλα, απαιτείται διευκρίνιση για τις εργοδοτικές εισφορές που δεν έχουν ακόμη κατοχυρωθεί υπέρ του εργαζομένου, καθώς η φορολόγηση ποσών για τα οποία δεν έχει ακόμη αποκτήσει δικαίωμα ο εργαζόμενος δημιουργεί πρακτικά και φορολογικά ζητήματα.
Χρειάζεται σαφής αποσαφήνιση του τρόπου φορολόγησης των εισφορών και των παροχών που θα καταβάλλονται από μη ΟΑΠΕΣ προγράμματα μετά την 1.1.2028. Ειδικότερα, προτείνεται να διασφαλιστεί ότι παροχές που αντιστοιχούν σε ήδη φορολογημένες εισφορές δεν θα υπόκεινται σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση κατά την καταβολή τους.
Προτείνουμε την εξής προσθήκη νέας παραγράφου στην παρ. 2 του άρθρου 14 του ΚΦΕ:
Οι συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστικών συνταξιοδοτικών προϊόντων που δεν είναι ΟΑΠΕΣ, εφόσον η καταβολή των ασφαλίστρων από 1η.1.2028, για τον σχηματισμό των παροχών αυτών, βάρυνε αποκλειστικά τους εργαζομένους από τα ήδη φορολογημένα εισοδήματα μισθωτής εργασίας τους, του άρθρου 12 παρ.3(α) του ΚΦΕ.
Αντίστοιχη προσθήκη (με νέα παράγραφο) χρειάζεται και στο άρθρο 64 του ΚΦΕ.
11. Προγράμματα καθορισμένων παροχών (Defined Benefit) – άρθρα 63, 69 και 92-94, άρθρο 96
Εντοπίζεται μια σειρά ζητημάτων που χρήζουν διευκρίνισης ή νομοτεχνικής βελτίωσης ως προς τα προγράμματα καθορισμένων παροχών (Defined Benefit – DB), και τα οποία καταγράφονται ως εξής:
α. το άρθρο 69 δεν καθιστά σαφές εάν τα προγράμματα DB υποχρεούνται να επιτύχουν πλήρη (100%) χρηματοδότηση εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος· και
β. στο ΣχΝ δεν προσδιορίζεται ο εφαρμοστέος φορολογικός συντελεστής στις παροχές των προγραμμάτων καθορισμένων παροχών (Defined Benefit - DB), δεδομένου ότι στα προγράμματα αυτά δεν υφίσταται αντιστοίχιση εισφορών ανά μέλος.
Για τον λόγο αυτό, με την παρ. 2 του άρθρου 105 του ν. 5078/2023 είχε προβλεφθεί ειδική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία οι φορολογικοί συντελεστές της παρ. 1 του άρθρου 107 και οι αντίστοιχοι συντελεστές παρακράτησης φόρου του άρθρου 109 εφαρμόζονται στα πρόσωπα που λαμβάνουν για πρώτη φορά παροχή στο πλαίσιο των εν λόγω προγραμμάτων από 1.1.2024 και εφεξής.
Δεδομένου ότι το ΣχΝ εισάγει νέο φορολογικό καθεστώς για τις παροχές επαγγελματικής ασφάλισης, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί αντίστοιχη συμπληρωματική ρύθμιση για τα προγράμματα DB, ώστε να καθορίζεται με σαφήνεια ο εφαρμοστέος φορολογικός συντελεστής και να διασφαλίζεται η συνέχεια του υφιστάμενου καθεστώτος, αποφεύγοντας ερμηνευτικές αβεβαιότητες.
Καθίσταται ως εκ τούτου αναγκαίο να προβλεφθούν ρητά: (α) σαφής χρονική πρόβλεψη ή ρητή απουσία υποχρέωσης πλήρους χρηματοδότησης στο άρθρο 69· (β) ειδική πρόβλεψη για τον φορολογικό συντελεστή των DB παροχών. Συγκεκριμένα προτείνεται να προστεθεί νέο εδάφιο στην παρ. 2 του άρθρου 105 του ν. 5078/2023 ως εξής (με συμπλήρωση του άρθρου 96 του ΣχΝ): «Για πρόσωπα που λαμβάνουν για πρώτη φορά παροχή στο πλαίσιο των ίδιων προγραμμάτων από 1ης.1.2027 και εφεξής, ισχύουν οι φορολογικοί συντελεστές του άρθρου 93 του παρόντος».
12. Επιμέρους θέματα
Προσδιορισμός έννοιας παρόχου ΟΑΠΕΣ (άρθρο 52 παρ. 1)
Προβλέπεται ότι αίτηση για καταχώριση ΟΑΠΕΣ μπορεί να υποβάλει ασφαλιστική επιχείρηση ή πάροχος ΟΑΠΕΣ. Στο αρ. 48 περ. 16 περί ορισμού της έννοιας «πάροχος ΟΑΠΕΣ» προβλέπεται ότι πάροχος είναι ασφαλιστική επιχείρηση η οποία πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο αρ. 52 παρ. 1 περ. α) και η οποία παρέχει καταχωρισμένο ΟΑΠΕΣ. Από την διατύπωση όμως του άρθρου 52 παρ. 1 προκύπτει ότι είναι διαφορετική περίπτωση η ασφαλιστική επιχείρηση και ο πάροχος ΟΑΠΕΣ, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον ορισμό της έννοιας του «παρόχου ΟΑΠΕΣ».
Με βάση την προηγούμενη ανάλυση, κρίνεται σκόπιμο να αποσαφηνιστεί εντός του νόμου ότι πάροχος ΟΑΠΕΣ είναι αποκλειστικά ασφαλιστική επιχείρηση.
Φορητότητα– αναγνώριση ετών ασφάλισης και φορολογική συνέχεια (άρθρο 80)
Με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ΣχΝ προβλέπεται η δυνατότητα μεταφοράς σε ατομικό επίπεδο συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από και προς Τ.Ε.Α. ή ΟΑΠΕΣ. Ωστόσο, δεν διασφαλίζεται ρητά ότι κατά τη μεταφορά διατηρούνται πλήρως τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί μέχρι τον χρόνο πραγματοποίησής της, ιδίως ως προς τη φορολογική τους μεταχείριση.
Η ρητή κατοχύρωση των κεκτημένων δικαιωμάτων και της φορολογικής συνέχειας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού της φορητότητας. Διαφορετικά, η μεταφορά ενδέχεται να συνεπάγεται απώλεια δικαιωμάτων ή δυσμενέστερη φορολογική μεταχείριση, λειτουργώντας ως αντικίνητρο για την άσκησή της και υπονομεύοντας τον σκοπό της διάταξης, ο οποίος είναι η διευκόλυνση της κινητικότητας των ασφαλισμένων και η ενίσχυση του θεσμού της επαγγελματικής ασφάλισης.
Με βάση τα προαναφερόμενα προτείνεται να προστεθεί στο τέλος νέο εδάφιο ως εξής: «Κατά τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, είτε πρόκειται για ατομική μεταφορά μέλους είτε για καθολική μεταφορά προγράμματος (από ΟΑΠΕΣ σε άλλο ΟΑΠΕΣ, από ΟΑΠΕΣ σε ΤΕΑ, ή από ΤΕΑ σε ΟΑΠΕΣ), αναγνωρίζονται στο σύνολό τους τα έτη ασφάλισης που είχαν συμπληρωθεί, καθώς και η αντίστοιχη φορολογική μεταχείριση των εισφορών και οι προϋποθέσεις λήψης παροχής που ίσχυαν έως την ημερομηνία της μεταφοράς.»
Περίοδος κατοχύρωσης (vesting) και δικαιώματα αποχωρούντος μέλους (άρθρο 79)
Στην παρ. 2 περ. γ΄ (υποπερ. γα΄ και γβ΄) κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί ρητά ότι, σε περίπτωση αποχώρησης πριν από την κατοχύρωση των εργοδοτικών εισφορών, το αποχωρούν μέλος δεν αποκτά δικαίωμα επί του ποσού που αντιστοιχεί στις μη κατοχυρωμένες εργοδοτικές εισφορές.
Η πρόβλεψη αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς η δυνατότητα κατοχύρωσης των εργοδοτικών εισφορών μετά από την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των εργοδοτικά χρηματοδοτούμενων συνταξιοδοτικών προγραμμάτων και συνδέεται άμεσα με την πολιτική παροχών και διακράτησης προσωπικού της χρηματοδοτούσας επιχείρησης. Συνεπώς, το ΣχΝ οφείλει να σέβεται τη συμβατική αυτή επιλογή και να διασφαλίζει ότι δεν θίγεται ο μηχανισμός κατοχύρωσης που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της χρηματοδοτούσας επιχείρησης και των μελών, ούτε να οδηγεί σε έμμεση ανατροπή όρων των υφιστάμενων προγραμμάτων.
Με βάση τα προαναφερόμενα προτείνεται η προσθήκη νέας παρ. 6 ως εξής «Στις περιπτώσεις γα΄ και γβ΄, το αποχωρούν μέλος δεν λαμβάνει το ποσό που αντιστοιχεί στις εισφορές της χρηματοδοτούσας επιχείρησης (εργοδοτικές εισφορές), οι οποίες δεν έχουν κατοχυρωθεί κατά τον χρόνο αποχώρησης».
Δικαιώματα μελών επί καταγγελίας, λήξης ή εκκαθάρισης ΟΣΠ, ΟΑΠΕΣ ή ΤΕΑ (άρθρα 79, 72 και 37 – τροπ. άρθρου 71 ν. 5078/2023)
Παρότι το ΣχΝ ρυθμίζει τη φορητότητα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (άρθρα 80-82) και την εκκαθάριση των ΟΑΠΕΣ και ΤΕΑ (άρθρο 72 για τα ΟΑΠΕΣ και άρθρο 37 για τα ΤΕΑ), δεν προβλέπει ρητά τη μεταχείριση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των μελών σε περίπτωση καταγγελίας ή λήξης του Ομαδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος ή του ΟΑΠΕΣ, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εκκαθάρισης. Ειδικότερα, δεν αποσαφηνίζεται η τύχη των κατοχυρωμένων και των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων των μελών ούτε οι διαθέσιμες επιλογές τους, όπως η διατήρηση των δικαιωμάτων, η μεταφορά τους σε άλλο συνταξιοδοτικό φορέα ή η λήψη της προβλεπόμενης παροχής, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Το κενό αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει ερμηνευτική αβεβαιότητα και ανασφάλεια δικαίου ως προς τη διασφάλιση των αποκτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Λόγω της ιδιαίτερης πρακτικής σημασίας του θέματος, η ΕΑΕΕ εξετάζει σχετική ρύθμιση και θα επανέλθει.
Ορισμός «ενεργού μέλους» και μεταβατική προσμέτρηση ετών ασφάλισης
Ως «ενεργό μέλος» ορίζεται το μέλος για το οποίο καταβάλλονται εισφορές. Με τον ορισμό αυτό δεν προκύπτει ότι, για τις ανάγκες εφαρμογής των μεταβατικών φορολογικών διατάξεων, προσμετράται και ο χρόνος που μεσολαβεί μετά την αποχώρηση του μέλους από την υπηρεσία, όταν αυτό διατηρεί τα αποκτηθέντα δικαιώματά του ως αναβαλλόμενος δικαιούχος, χωρίς να καταβάλλονται πλέον εισφορές.
Για παράδειγμα, μέλος που συμμετείχε σε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα από το 2018 έως το 2026 αποχωρεί από την επιχείρηση στο τέλος του 2026, διατηρώντας την παροχή του ως αναβαλλόμενος δικαιούχος μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2032. Αν ληφθεί υπόψη μόνο ο χρόνος κατά τον οποίο καταβάλλονταν εισφορές (2018-2026), θα θεωρηθεί ότι διαθέτει οκτώ έτη ασφάλισης, παρότι το δικαίωμά του παρέμεινε στο πρόγραμμα έως το 2032. Έτσι, ενδέχεται να υπαχθεί σε δυσμενέστερη φορολογική μεταχείριση, παρά το γεγονός ότι το δικαίωμα είχε ήδη θεμελιωθεί υπό το προϊσχύον καθεστώς.
Για λόγους προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων και ασφάλειας δικαίου, προτείνεται να προστεθεί στις μεταβατικές διατάξεις ρητή πρόβλεψη ότι, για δικαιώματα που έχουν θεμελιωθεί έως την 31.12.2026, στον χρόνο ασφάλισης συνυπολογίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο το μέλος διατηρεί την παροχή του ως αναβαλλόμενος δικαιούχος, ακόμη και αν δεν καταβάλλονται εισφορές.
Συμπλήρωση σκοπού φορολογικών διατάξεων
Για λόγους πληρότητας, προτείνεται η περ. α) του άρθρου 89 του ΣχΝ να συμπληρωθεί στο τέλος με την προσθήκη της φράσης «ή από ΟΑΠΕΣ».
Προτείνεται η ως άνω νομοτεχνική βελτίωση στο άρθρο 89 του ΣχΝ.

Διαγραφή από το μητρώο (άρθρο 53)
Προκύπτει ότι η δημοσίευση απόφασης διαγραφής επιφέρει άμεσα τις έννομες συνέπειες που περιγράφονται στην παρ. 2 του άρθρου 53 του ΣχΝ. Ωστόσο, δεν προβλέπεται περαιτέρω, για την πληρότητα της διαδικασίας, με ποιο ένδικο βοήθημα θα μπορεί ο πάροχος ΟΑΠΕΣ να στραφεί κατά της απόφασης διαγραφής και σε ποια προθεσμία.
Προτείνεται η συμπλήρωση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 53.
Θ*** (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
26 Ιούλ 2026, 21:38
Σύνδεσμος σχολίου
Ο δηλωμένος σκοπός του νομοσχεδίου είναι η ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλισης και της συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης. Ωστόσο, οι προτεινόμενες φορολογικές και μεταβατικές διατάξεις κινδυνεύουν να επιφέρουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: να μειώσουν δραστικά την ελκυστικότητα των ΤΕΑ και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των ήδη ασφαλισμένων.

Η υπαγωγή των παροχών πριν από το 62ο έτος στη γενική κλίμακα φορολογίας εισοδήματος αποτελεί εξαιρετικά δυσμενή μεταβολή σε σχέση με την αυτοτελή φορολόγηση. Η επιβάρυνση αφορά το σύνολο της παροχής, στο οποίο περιλαμβάνονται όχι μόνο οι εισφορές αλλά και οι επενδυτικές αποδόσεις πολλών ετών. Έτσι, η μακροχρόνια αποταμίευση μπορεί να φορολογηθεί ως εισόδημα ενός μόνο έτους, οδηγώντας σε υπέρμετρη επιβάρυνση.

Η επιλογή αυτή μετατρέπει ουσιαστικά το ΤΕΑ σε ένα ιδιαίτερα δεσμευτικό προϊόν, του οποίου το φορολογικό όφελος διατηρείται μόνο εφόσον ο ασφαλισμένος περιμένει μέχρι ένα συγκεκριμένο ηλικιακό όριο. Ένας εργαζόμενος που εντάσσεται σε νεαρή ηλικία καλείται να δεσμεύσει τις αποταμιεύσεις του για δεκαετίες, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει πώς θα εξελιχθούν η επαγγελματική του ζωή, οι προσωπικές του ανάγκες, τα όρια συνταξιοδότησης και το ίδιο το φορολογικό πλαίσιο.

Παράλληλα, η μεταβατική προστασία των υφιστάμενων ασφαλισμένων είναι ελλιπής. Για τα ποσά που έχουν σωρευθεί έως την 31.12.2026 φαίνεται να παγώνει ο χρόνος ασφάλισης στην ημερομηνία αυτή, ακόμη και αν ο ασφαλισμένος παραμείνει στο ίδιο ΤΕΑ για πολλά επιπλέον έτη. Επομένως, κάποιος με οκτώ έτη συμμετοχής το 2026 και δεκαοκτώ έτη κατά την πραγματική έξοδο μπορεί να φορολογηθεί για μέρος του κεφαλαίου του σαν να είχε παραμείνει ασφαλισμένος μόνο οκτώ έτη.

Δεν ρυθμίζονται επίσης επαρκώς οι επενδυτικές αποδόσεις μετά το 2026 επί ήδη σωρευμένων κεφαλαίων, ούτε οι εργοδοτικές παροχές με περίοδο κατοχύρωσης, όπως τα matching contributions, όταν το σχετικό δικαίωμα δημιουργείται σταδιακά αλλά κατοχυρώνεται μετά την έναρξη του νέου καθεστώτος.

Η επαγγελματική ασφάλιση απαιτεί πρωτίστως σταθερότητα, προβλεψιμότητα και εμπιστοσύνη. Δεν είναι δυνατόν οι εργαζόμενοι να δεσμεύουν χρήματα για δεκαετίες, ενώ οι βασικοί φορολογικοί όροι μεταβάλλονται επανειλημμένα και οι μεταβατικές διατάξεις δεν προστατεύουν πλήρως τα ήδη δημιουργημένα δικαιώματα.

Προτείνεται:

Να διατηρηθεί αυτοτελής και αναλογική φορολόγηση των παροχών πριν από το 62ο έτος, με συντελεστές που θα λαμβάνουν υπόψη τη συνολική διάρκεια συμμετοχής.
Να προστατευθούν πλήρως τα ήδη σωρευμένα κεφάλαια και να υπολογίζεται ο πραγματικός συνολικός χρόνος ασφάλισης μέχρι την καταβολή της παροχής.
Να ρυθμιστούν ρητά οι επενδυτικές αποδόσεις, οι εργοδοτικές εισφορές με περίοδο κατοχύρωσης και η μέθοδος επιμερισμού μεταξύ παλαιού και νέου καθεστώτος.
Οποιαδήποτε ουσιώδης δυσμενής αλλαγή να εφαρμόζεται μόνο σε νέους ασφαλισμένους που θα ενταχθούν γνωρίζοντας εκ των προτέρων τους νέους όρους και όχι σε πρόσωπα που συμμετείχαν ήδη με διαφορετικές εύλογες προσδοκίες.

Χωρίς τις παραπάνω διορθώσεις, το νέο πλαίσιο δεν ενισχύει ουσιαστικά τα ΤΕΑ. Αντίθετα, δημιουργεί σοβαρό αντικίνητρο για νέες συμμετοχές και στέλνει στους ήδη ασφαλισμένους το μήνυμα ότι οι κανόνες μιας πολυετούς συνταξιοδοτικής αποταμίευσης μπορούν να αλλάξουν εις βάρος τους κατά τη διάρκειά της.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΙΤΣΙΟΣ (ταυτοποιημένος χρήστης)
26 Ιούλ 2026, 20:12
Σύνδεσμος σχολίου
Θεωρώ πάρα πολύ άδικο που κάποιο μέλος ΤΕΑ, ενώ με τον ισοπεδωτικό Ν.5078/2023 που επέβαλε επί δικαίους και αδίκους υπέρμετρη φορολογία, στο σύνολο του ποσού της Ατομικής Μερίδας ΚΑΙ ΟΧΙ στην υπεραξία της, περίμενε κλείνοντας είκοσι (20) έτη ασφάλισης να φορολογηθεί το ποσό που αποταμιεύτηκε μετά την εφαρμογή του Ν.5078/2023 με συντελεστή 5%, μόλις 3 χρόνια μετά (!) να του διπλασιάζει ο νέος νόμος τον συντελεστή φορολόγησης (10%).
Αποδεικνύεται στην πράξη, πως η έλλειψη σταθερότητας είναι έλλειψη σοβαρότητας! (και κανείς δεν μπορεί να ξέρει πότε θα είναι η επόμενες αλλαγές (!)

Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;

Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.

Φόρμα επικοινωνίας

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.