1. Προσδιορισμός του έτους στο οποίο ανάγεται η πρόσθετη απασχόληση
Η διάταξη προβλέπει ότι η δήλωση υποβάλλεται «σε ετήσια βάση», χωρίς όμως να προσδιορίζει με ποιο κριτήριο μία πρόσθετη απασχόληση ανάγεται σε συγκεκριμένο έτος.
Στην πράξη, ο χρόνος πραγματικής παροχής της εργασίας ή του έργου δεν συμπίπτει πάντοτε με τον χρόνο σύναψης ή ολοκλήρωσης της σχετικής σύμβασης ή διοικητικής διαδικασίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν περιπτώσεις παροχής εκπαιδευτικού έργου σε δημόσιους φορείς, όπως οι ΣΑΕΚ, όπου το εκπαιδευτικό έργο μπορεί να παρέχεται κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου εξαμήνου, ενώ η σχετική συμβατική διαδικασία ολοκληρώνεται σε μεταγενέστερο χρόνο.
Θα πρέπει, επομένως, να διευκρινιστεί αν για την ετήσια δήλωση λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος πραγματικής παροχής της πρόσθετης απασχόλησης, ο χρόνος σύναψης της σχετικής σύμβασης ή πράξης ή άλλο χρονικό σημείο.
2. Χρόνος δήλωσης των αποδοχών και λοιπών απολαβών
Αντίστοιχη ασάφεια υπάρχει ως προς τις «αποδοχές και πάσης φύσεως απολαβές» που πρέπει να δηλώνονται.
Σε αρκετές περιπτώσεις πρόσθετης απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, ο χρόνος παροχής του έργου, ο χρόνος εκκαθάρισης της σχετικής αμοιβής και ο χρόνος πραγματικής καταβολής της δεν συμπίπτουν.
Ενδέχεται, για παράδειγμα, έργο που παρασχέθηκε εντός ενός ημερολογιακού έτους να εκκαθαριστεί ή να καταβληθεί κατά το επόμενο. Αντίστοιχα, σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες δημόσιων φορέων, όπως το ΕΚΔΔΑ, η καταβολή της αμοιβής μπορεί να πραγματοποιείται μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης.
Θα πρέπει συνεπώς να οριστεί ρητά εάν οι απολαβές δηλώνονται με βάση:
- το έτος κατά το οποίο παρασχέθηκε η πρόσθετη απασχόληση,
- το έτος κατά το οποίο γεννήθηκε ή εκκαθαρίστηκε η σχετική απαίτηση, ή
- το έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η πραγματική καταβολή.
3. Μη εκκαθαρισμένες ή μη καταβληθείσες αμοιβές κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης
Ιδιαίτερη πρόβλεψη απαιτείται για την περίπτωση κατά την οποία, κατά την προθεσμία υποβολής της ετήσιας δήλωσης, ο υπόχρεος γνωρίζει ότι έχει παράσχει την πρόσθετη απασχόληση, αλλά η σχετική αμοιβή δεν έχει ακόμη εκκαθαριστεί και, επομένως, το ακριβές ποσό που θα λάβει δεν είναι γνωστό.
Στην περίπτωση αυτή δεν είναι σαφές τι ακριβώς οφείλει να δηλώσει ο υπόχρεος ως προς τις απολαβές του.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της πρόβλεψης της παρ. 2 για τις ανακριβείς δηλώσεις.
4. Μεταγενέστερη καταβολή αμοιβής και αποφυγή διπλής δήλωσης
Θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί ο τρόπος αντιμετώπισης αμοιβής που αφορά πρόσθετη απασχόληση προηγούμενου έτους αλλά καταβάλλεται σε μεταγενέστερο έτος.
Ειδικότερα, πρέπει να είναι σαφές εάν η συγκεκριμένη αμοιβή δηλώνεται κατά το έτος παροχής της απασχόλησης, κατά το έτος καταβολής της ή και στα δύο έτη με κατάλληλη συσχέτιση, ώστε να αποφεύγονται τόσο η παράλειψη όσο και η εμφάνιση της ίδιας απασχόλησης ή αμοιβής ως δύο διαφορετικών περιπτώσεων.
5. Δυνατότητα συμπληρωματικής ή διορθωτικής δήλωσης
Για τις ανωτέρω περιπτώσεις θα ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά δυνατότητα υποβολής συμπληρωματικής ή διορθωτικής δήλωσης, ιδίως όταν στοιχεία που δεν ήταν γνωστά στον υπόχρεο κατά την αρχική υποβολή καθίστανται γνωστά μεταγενέστερα, όπως το οριστικό ποσό μιας αμοιβής μετά την εκκαθάρισή της.
Θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί ότι η καλόπιστη συμπλήρωση ή διόρθωση στοιχείων τα οποία αντικειμενικά δεν ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο της εμπρόθεσμης δήλωσης δεν εξομοιώνεται με ανακριβή δήλωση.
6. Σχέση εκπρόθεσμης υποβολής, παραβόλου και πειθαρχικής ευθύνης
Η παρ. 2 προβλέπει αφενός ότι «επιτρέπεται η εκπρόθεσμη υποβολή» μετά την καταβολή ηλεκτρονικού παραβόλου πενήντα (50) ευρώ και αφετέρου ότι η εκπρόθεσμη δήλωση συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα παράβασης καθήκοντος.
Η σχέση των δύο ρυθμίσεων χρήζει αποσαφήνισης.
Εφόσον θεσπίζεται ειδική διαδικασία θεραπείας της εκπρόθεσμης υποβολής με την καταβολή παραβόλου, θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν η εκπρόθεσμη υποβολή συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση και υποχρεωτική πειθαρχική παραπομπή ή εάν το παράβολο αποσκοπεί ακριβώς στη δυνατότητα τακτοποίησης της εκπρόθεσμης δήλωσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
7. Έννοια της «αόριστης δήλωσης»
Δεδομένου ότι η υποβολή «αόριστης» δήλωσης χαρακτηρίζεται πειθαρχικό παράπτωμα, θα ήταν αναγκαίο να προσδιοριστεί με σαφήνεια πότε μία δήλωση θεωρείται αόριστη και ποια ελάχιστα στοιχεία απαιτούνται για να θεωρείται πλήρης.
Η σαφής οριοθέτηση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις στις οποίες ο υπόχρεος μπορεί να δηλώσει την πρόσθετη απασχόληση αλλά δεν διαθέτει ακόμη οριστικά οικονομικά στοιχεία λόγω μη ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης από τον οικείο δημόσιο φορέα.
Προτείνεται είτε στο ίδιο το άρθρο είτε ρητά στο αντικείμενο της προβλεπόμενης κοινής υπουργικής απόφασης να καθοριστούν:
α) το χρονικό κριτήριο υπαγωγής της πρόσθετης απασχόλησης σε συγκεκριμένη ετήσια δήλωση,
β) το χρονικό κριτήριο δήλωσης των αντίστοιχων αποδοχών και λοιπών απολαβών,
γ) ο τρόπος δήλωσης μη εκκαθαρισμένων ή μη καταβληθεισών αμοιβών,
δ) η αντιμετώπιση αμοιβών που καταβάλλονται σε έτος μεταγενέστερο εκείνου της παροχής της απασχόλησης,
ε) η δυνατότητα υποβολής συμπληρωματικής ή διορθωτικής δήλωσης όταν τα οριστικά στοιχεία καθίστανται γνωστά μεταγενέστερα,
στ) η ακριβής έννοια της «αόριστης δήλωσης» και
ζ) η σχέση μεταξύ της εκπρόθεσμης υποβολής με καταβολή παραβόλου και της προβλεπόμενης πειθαρχικής ευθύνης.
Οι διευκρινίσεις αυτές είναι αναγκαίες ώστε η νέα ηλεκτρονική διαδικασία να είναι εφαρμόσιμη στην πράξη και ο υπόχρεος να μπορεί να γνωρίζει με σαφήνεια τι πρέπει να δηλώσει, για ποιο έτος και με ποια οικονομικά στοιχεία , ιδίως όταν η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και η καταβολή της αμοιβής εξαρτώνται από μεταγενέστερες ενέργειες του φορέα και όχι από τον ίδιο.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.