Με το προτεινόμενο σύστημα, ένας υπάλληλος μπορεί να διαθέτει σημαντικά τυπικά και εκπαιδευτικά προσόντα και, παρ’ όλα αυτά, να αδυνατεί να ανταγωνιστεί βαθμολογικά έναν προϊστάμενο ο οποίος τοποθετήθηκε χωρίς διαδικασία αξιοκρατικής επιλογής και παρέμεινε επί σειρά ετών στη συγκεκριμένη θέση. Με αυτόν τον τρόπο, μια προσωρινή διοικητική τοποθέτηση κινδυνεύει να μετατραπεί εκ των υστέρων σε καθοριστικό συγκριτικό πλεονέκτημα για τις επόμενες διαδικασίες επιλογής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Προϊστάμενοι των περιφερειακών διοικητικών υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας. Με τη δημιουργία του Οργανισμού του Υπουργείου Παιδείας με το π.δ. 18/2018 (ΦΕΚ 31/Α΄/23.2.2018) δημιουργήθηκαν νέες θέσεις ευθύνης. Στις θέσεις αυτές τοποθετήθηκαν πρόσωπα με επιλογή των οικείων Περιφερειακών Διευθυντών Εκπαίδευσης, χωρίς να προηγηθεί ανοικτή διαδικασία επιλογής βάσει αντικειμενικών και συγκριτικών κριτηρίων. Οι τοποθετήσεις αυτές είχαν προσωρινό χαρακτήρα, έως την επιλογή προϊσταμένων κατόπιν σχετικής προκήρυξης. Ωστόσο, η προβλεπόμενη διαδικασία επιλογής δεν πραγματοποιήθηκε και τα ίδια πρόσωπα εξακολουθούν, περίπου οκτώ χρόνια αργότερα, να ασκούν καθήκοντα ευθύνης.
Η συνέπεια της προτεινόμενης μοριοδότησης γίνεται ιδιαίτερα εμφανής με ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Εάν θεωρήσουμε ότι ένας Προϊστάμενος Τμήματος ασκεί συνεχώς καθήκοντα από 1.1.2018 έως 14.8.2026, πρόκειται για περίπου 103 μήνες άσκησης καθηκόντων. Με βάση τον προτεινόμενο τρόπο υπολογισμού, οι πρώτοι 36 μήνες αντιστοιχούν σε έξι εξάμηνα:
6 × 33,5 = 201 μόρια.
Από τον 37ο έως τον 102ο μήνα προκύπτουν ακόμη 66 μήνες, δηλαδή έντεκα πλήρη εξάμηνα:
11 × 67 = 737 μόρια.
Συνεπώς, η συνολική μοριοδότηση από την άσκηση καθηκόντων ευθύνης ανέρχεται ενδεικτικά σε:
201 + 737 = 938 μόρια.
Το αποτέλεσμα αυτό δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, ιδίως αν συγκριθεί με τη μοριοδότηση των 840 μορίων που προβλέπεται για απόφοιτο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.). Δηλαδή, ένας υπάλληλος που τοποθετήθηκε σε θέση ευθύνης χωρίς προηγούμενη ανταγωνιστική διαδικασία επιλογής μπορεί, λόγω της πολυετούς παραμονής του σε αυτήν, να αποκτήσει μεγαλύτερη μοριοδότηση από έναν απόφοιτο της Ε.Σ.Δ.Δ.Α.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να επανεξεταστεί, ώστε να διασφαλιστεί ότι η μοριοδότηση της προϋπηρεσίας σε θέση ευθύνης δεν θα επιβραβεύει δυσανάλογα πολυετείς προσωρινές ή κατά αναπλήρωση τοποθετήσεις που δεν προέκυψαν από ανοικτή και αξιοκρατική διαδικασία επιλογής. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προβλεφθεί διαφορετική ή περιορισμένη μοριοδότηση για τον χρόνο άσκησης καθηκόντων ευθύνης όταν η τοποθέτηση δεν έχει πραγματοποιηθεί κατόπιν κανονικής διαδικασίας κρίσης και επιλογής.
Ιδίως ενόψει και των δικαστικών προσφυγών υπαλλήλων που αφορούν τη νομιμότητα ή τη συνεκτίμηση της υπηρεσίας προϊσταμένων οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί χωρίς προηγούμενη διαδικασία επιλογής, είναι σημαντικό το ζήτημα να αντιμετωπιστεί με σαφή και δίκαιο τρόπο. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος το νέο σύστημα, αντί να ενισχύσει την αξιοκρατία, να παγιώσει πλεονεκτήματα που δημιουργήθηκαν από προσωρινές διοικητικές επιλογές του παρελθόντος.
Η προτεινόμενη ρύθμιση σχετικά με τη μοριοδότηση των μεταπτυχιακών τίτλων κατά τη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων χρήζει, κατά την άποψή μου, επανεξέτασης ως προς τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώνεται η συνάφεια του τίτλου.
Στο προηγούμενο σύστημα επιλογής προϊσταμένων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ν. 3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 4674/2020 (Α΄ 53), προβλεπόταν σαφής διαφοροποίηση στη μοριοδότηση μεταξύ συναφών και μη συναφών μεταπτυχιακών τίτλων. Ειδικότερα, ο συναφής μεταπτυχιακός τίτλος μοριοδοτούνταν με 200 μόρια, ενώ ο μη συναφής με 70 μόρια.
Ιδιαίτερη σημασία είχε το γεγονός ότι η συνάφεια δεν αντιμετωπιζόταν ως μια γενική και αμετάβλητη ιδιότητα του τίτλου, αλλά κρινόταν αιτιολογημένα από το αρμόδιο Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων με βάση το αντικείμενο της συγκεκριμένης προκηρυσσόμενης θέσης, όπως αυτό προέκυπτε από τις οικείες οργανικές διατάξεις και το περίγραμμα της θέσης εργασίας.
Η προσέγγιση αυτή θεωρώ ότι πρέπει να διατηρηθεί και στο νέο σύστημα.
Η αναγνώριση της συνάφειας ενός μεταπτυχιακού τίτλου από Υπηρεσιακό Συμβούλιο για σκοπούς βαθμολογικής ή μισθολογικής εξέλιξης δεν πρέπει να ταυτίζεται αυτομάτως με τη συνάφεια του ίδιου τίτλου για την κατάληψη οποιασδήποτε θέσης ευθύνης. Πρόκειται για δύο διαφορετικές αξιολογήσεις που εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό.
Άλλο είναι να κρίνεται εάν ένας μεταπτυχιακός τίτλος σχετίζεται με το αντικείμενο απασχόλησης ενός υπαλλήλου για τη βαθμολογική ή μισθολογική του εξέλιξη και άλλο να εξετάζεται εάν ο συγκεκριμένος τίτλος παρέχει πρόσθετη επιστημονική γνώση και εξειδίκευση ουσιαστικά χρήσιμη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων μιας συγκεκριμένης θέσης Διευθυντή, Προϊσταμένου Τμήματος ή άλλης θέσης ευθύνης.
Άλλωστε, και το άρθρο 9 του ν. 4354/2015, στο πλαίσιο της μισθολογικής εξέλιξης, συνδέει την αναγνώριση του μεταπτυχιακού τίτλου με το αντικείμενο απασχόλησης του υπαλλήλου. Η αναγνώριση αυτή έχει συγκεκριμένο μισθολογικό σκοπό και δεν θα πρέπει να παράγει αυτομάτως αποτελέσματα σε μια διαφορετική διαδικασία, όπως είναι η συγκριτική αξιολόγηση υποψηφίων για την κατάληψη συγκεκριμένης θέσης ευθύνης.
Στην πράξη είναι δυνατόν να υπάρχουν μεταπτυχιακοί τίτλοι οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί κατά το παρελθόν ως συναφείς για βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξη, ενώ το γνωστικό τους αντικείμενο παρουσιάζει ελάχιστη ή ακόμη και καμία ουσιαστική σχέση με τις αρμοδιότητες της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας για την οποία διενεργείται η επιλογή.
Η πλήρης και ισότιμη μοριοδότηση ενός τέτοιου τίτλου με έναν μεταπτυχιακό τίτλο που έχει άμεση και αποδεδειγμένη συνάφεια με το αντικείμενο της προκηρυσσόμενης θέσης μπορεί να οδηγήσει σε στρέβλωση της συγκριτικής αξιολόγησης των υποψηφίων.
Ενδεικτικά, δεν είναι εύλογο ένας μεταπτυχιακός τίτλος σε γνωστικό αντικείμενο ουσιωδώς διαφορετικό από το αντικείμενο της οργανικής μονάδας να αποδίδει στον υποψήφιο την ίδια μοριοδότηση με έναν μεταπτυχιακό τίτλο που αφορά άμεσα τη διοίκηση, τη δημόσια διοίκηση, τα οικονομικά, τη νομική επιστήμη, την πληροφορική ή άλλο επιστημονικό πεδίο που συνδέεται ευθέως με τις αρμοδιότητες της συγκεκριμένης προκηρυσσόμενης θέσης.
Η κατοχή οποιουδήποτε μεταπτυχιακού τίτλου αποτελεί ασφαλώς πρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν και μπορεί να συνεκτιμάται. Δεν είναι όμως αξιολογικά ισοδύναμη, για την επιλογή σε συγκεκριμένη θέση ευθύνης, με την κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου που παρέχει εξειδικευμένες γνώσεις ακριβώς στο αντικείμενο της θέσης.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται να διατηρηθεί η βασική αρχή του προηγούμενου συστήματος του άρθρου 85 του ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 4674/2020, και να προβλεφθεί ρητά ότι:
1. Η συνάφεια του μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου για την επιλογή προϊσταμένων κρίνεται αυτοτελώς και ειδικά σε σχέση με το αντικείμενο της εκάστοτε προκηρυσσόμενης θέσης ευθύνης.
2. Προγενέστερη αναγνώριση συνάφειας για σκοπούς βαθμολογικής ή μισθολογικής εξέλιξης δεν δεσμεύει αυτομάτως το αρμόδιο όργανο επιλογής προϊσταμένων.
3. Η κρίση περί συνάφειας πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, με βάση τις οργανικές διατάξεις, τις αρμοδιότητες της οργανικής μονάδας και το περίγραμμα της συγκεκριμένης θέσης εργασίας.
4. Ο συναφής μεταπτυχιακός τίτλος πρέπει να λαμβάνει σαφώς υψηλότερη μοριοδότηση από τον μη συναφή, όπως συνέβαινε και στο προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο.
Μια τέτοια ρύθμιση δεν απαξιώνει κανέναν μεταπτυχιακό τίτλο. Αντιθέτως, αποδίδει σε κάθε τίτλο την προσήκουσα βαρύτητα σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο αξιολογείται.
Η επιλογή προϊσταμένων δεν αποτελεί απλή καταγραφή ακαδημαϊκών προσόντων, αλλά διαδικασία επιλογής του καταλληλότερου υποψηφίου για συγκεκριμένη θέση ευθύνης. Για τον λόγο αυτό η αυξημένη μοριοδότηση πρέπει να αντανακλά την πραγματική προστιθέμενη αξία που παρέχει το μεταπτυχιακό γνωστικό αντικείμενο στην άσκηση των καθηκόντων της συγκεκριμένης θέσης.
Η διατήρηση της διάκρισης μεταξύ συναφούς και μη συναφούς τίτλου και η αυτοτελής κρίση της συνάφειας με την προκηρυσσόμενη θέση υπηρετούν ουσιαστικά τις αρχές της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας, της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων και της επιλογής των καταλληλότερων στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης.
Επιπλέον, η πλήρης εξίσωση όλων των ακαδημαϊκών υποβάθρων, ανεξαρτήτως συνάφειας με τη διοίκηση, τη δημόσια πολιτική ή το αντικείμενο της θέσης, υπονομεύει την έννοια της επαγγελματικής επάρκειας. Δεν μπορεί ένας υπάλληλος με πτυχίο και μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση να αξιολογείται ισότιμα με έναν υπάλληλο που διαθέτει τίτλους εντελώς άσχετους με το αντικείμενο της διοίκησης, όπως θεατρολογία ή πολιτισμικές σπουδές. Η διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, η δημόσια πολιτική και η οργανωσιακή λειτουργία δεν είναι πεδία που μπορούν να αντιμετωπίζονται ως “γενικής παιδείας”.
Τέλος, είναι αδιανόητο να εξαιρούνται από τη διαδικασία επιλογής οι ήδη τοποθετημένοι προϊστάμενοι και διευθυντές. Αν ο νόμος θέλει να είναι πραγματικά αξιοκρατικός, τότε όλοι —χωρίς εξαίρεση— πρέπει να αξιολογηθούν με το νέο σύστημα. Η εξαίρεση όσων ήδη κατέχουν θέσεις ευθύνης ακυρώνει στην πράξη την έννοια της ισότητας και της αξιολόγησης βάσει προσόντων.
Αν δεν διορθωθούν αυτά τα σημεία, το νέο σύστημα δεν θα αποτελέσει μεταρρύθμιση, αλλά απλώς μια νέα εκδοχή των παλιών πρακτικών
Προτείνεται η αναμόρφωση των κριτηρίων επιλογής προϊσταμένων ώστε να διασφαλίζεται πραγματική αξιοκρατία και συνάφεια προσόντων:
Μη μοριοδότηση αναθέσεων/τοποθετήσεων που δεν έγιναν με αντικειμενικά κριτήρια ή χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση. Η άσκηση καθηκόντων πρέπει να μοριοδοτείται μόνο όταν προκύπτει από διαφανή διαδικασία επιλογής.
Θέσπιση συντελεστή συνάφειας ακαδημαϊκών τίτλων με το αντικείμενο της διοίκησης, της δημόσιας πολιτικής, του HR και της οργανωσιακής λειτουργίας. Τα πτυχία και μεταπτυχιακά που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της θέσης δεν μπορεί να μοριοδοτούνται ισότιμα.
Υποχρεωτική συμμετοχή όλων των ήδη υπηρετούντων προϊσταμένων και διευθυντών στη νέα διαδικασία επιλογής, χωρίς εξαιρέσεις. Η αξιοκρατία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
Ενίσχυση της βαρύτητας των σύγχρονων δεξιοτήτων διοίκησης, όπως ψηφιακός μετασχηματισμός, IT governance, GRC, HR analytics και δημόσια πολιτική, ώστε το σύστημα να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κράτους του 2030.
Με αυτές τις αλλαγές, το νέο πλαίσιο επιλογής προϊσταμένων θα μπορέσει να αποτελέσει πραγματική μεταρρύθμιση και όχι μια ανακύκλωση των υφιστάμενων πρακτικών.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.