Το αντίστροφο, θα είχε λογική!!!
Όσοι είναι απόφοιτοι integrated ξέρουν!!!
Θα πρότεινα σα χρυσή τομή το 1ο μεταπτυχιακό/integrated να δίνει 300 και με το δεύτερο να πιάνεις τα 550!!! ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΑΠΑΞΙΩΝΟΝΤΑΙ ΕΤΣΙ ΟΙ ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ 5ΕΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ, ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΕΙ Ο ΚΟΠΟΣ ΤΟΥΣ ΧΑΜΕΝΟΣ!!!
ΓΙΑΤΙ, ΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ 5ΕΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ Η ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΚΥΚΛΟ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΘΩΣ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΠΡΟΣΦΑΤΩΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΑ ΤΟ integrated!!! ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΜΕ ΕΝΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΜΕ 2(ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΚΑΙ integrated)!!!!!!!!!!!!
2) Στις γλώσσες να μετράει μόνο 1, με τα διπλά μόρια, 160 για Άριστη, 100 για πολύ καλή. Για ευνόητους λόγους...
Η ρύθμιση που συνυπολογίζει και μοριοδοτεί τον χρόνο άσκησης καθηκόντων Προϊσταμένου μέσω αναπλήρωσης χρήζει επανεξέτασης ως προς τη βαρύτητα που αποδίδεται στην εμπειρία αυτή.
Η αναπλήρωση Προϊσταμένου αποτελεί κατά βάση διοικητική λύση για την κάλυψη μιας κενής ή προσωρινά μη καλυπτόμενης θέσης ευθύνης και δεν προϋποθέτει την ίδια διαδικασία επιλογής, συγκριτικής αξιολόγησης και κρίσης που προβλέπεται για την κατάληψη θέσης Προϊσταμένου μέσω της θεσμοθετημένης διαδικασίας επιλογής.
Κατά συνέπεια, δεν είναι εύλογο η υπηρεσιακή τοποθέτηση ενός υπαλλήλου ως αναπληρωτή, η οποία δεν προέκυψε από αξιοκρατική συγκριτική διαδικασία επιλογής για τη συγκεκριμένη θέση, να αποκτά τόσο σημαντική μοριοδοτική βαρύτητα σε μεταγενέστερη διαδικασία επιλογής, ώστε να δημιουργεί ουσιαστικό πλεονέκτημα έναντι υπαλλήλων που δεν είχαν αντίστοιχη ευκαιρία να ασκήσουν καθήκοντα ευθύνης.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι η αναπλήρωση μπορεί να λειτουργήσει σωρευτικά: ένας υπάλληλος που έχει ήδη οριστεί αναπληρωτής αποκτά μόρια από την άσκηση καθηκόντων, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιεί για να διεκδικήσει θέση Προϊσταμένου, ενώ ένας άλλος υπάλληλος, με αντίστοιχα ή και ανώτερα τυπικά προσόντα και υπηρεσιακή εμπειρία, αλλά χωρίς να έχει προηγουμένως οριστεί αναπληρωτής, στερείται εξ αρχής αυτή τη δυνατότητα μοριοδότησης.
Ζητείται, επομένως, να επανεξεταστεί η βαρύτητα της εμπειρίας από αναπλήρωση και να διασφαλιστεί ότι η μοριοδότηση δεν θα δημιουργεί ένα αυτοτροφοδοτούμενο πλεονέκτημα υπέρ όσων είχαν προηγουμένως τοποθετηθεί ως αναπληρωτές, αλλά θα εξασφαλίζει πραγματικά ίσες ευκαιρίες και αξιοκρατική σύγκριση όλων των υποψηφίων, με ουσιαστική βαρύτητα στα αντικειμενικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους.
Η προτεινόμενη στάθμιση των κριτηρίων επιλογής προϊσταμένων οδηγεί σε ουσιαστική υποβάθμιση της επιστημονικής κατάρτισης και των ακαδημαϊκών προσόντων, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την απλή ονομαστική μοριοδότηση των τίτλων σπουδών.
Ειδικότερα, το σχέδιο νόμου αποδίδει 550 μόρια σε μεταπτυχιακό δίπλωμα και 750 μόρια σε διδακτορικό δίπλωμα. Ωστόσο, κατά τον υπολογισμό της τελικής βαθμολογίας για την επιλογή Προϊσταμένων επιπέδου Διεύθυνσης και Τμήματος, το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων πολλαπλασιάζεται με συντελεστή μόλις 0,10, ενώ η βαθμολογία της γραπτής εξέτασης πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 0,55.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η εσωτερική ιεράρχηση των ίδιων των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων. Ενώ το διδακτορικό δίπλωμα, ως ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, μοριοδοτείται με 750 μόρια και το μεταπτυχιακό με 550 μόρια, η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) μοριοδοτείται με 840 μόρια. Χωρίς να αμφισβητώ την αξία και τη συμβολή της ΕΣΔΔΑ στην κατάρτιση στελεχών της δημόσιας διοίκησης, θεωρώ ότι απαιτείται ειδική και επαρκής τεκμηρίωση για την επιλογή του νομοθέτη να αποδίδει στην αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ υψηλότερη μοριοδότηση από εκείνη που αποδίδει σε έναν συναφή διδακτορικό τίτλο. Η διαφορετική φύση των δύο προσόντων δεν αναιρεί την ανάγκη να αιτιολογηθεί με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια η συγκεκριμένη ιεράρχηση.
Είναι ενδεικτικό ότι η διεθνής τάση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στη Γαλλία, το Institut National du Service Public (INSP, πρώην École Nationale d'Administration), το θεσμικό πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκαν αντίστοιχοι φορείς εκπαίδευσης ανώτατων στελεχών διεθνώς, δεν εξισώνει απλώς το διδακτορικό με τον τίτλο αποφοίτησής του, αλλά του αναγνωρίζει αυτοτελές δικαίωμα προνομιακής πρόσβασης: λειτουργεί από το 2019 ξεχωριστός διαγωνισμός εισδοχής αποκλειστικά για κατόχους διδακτορικού, ενώ ακόμη και στον τρίτο διαγωνισμό εισδοχής ο χρόνος εκπόνησης διδακτορικής διατριβής προσμετράται ως χρόνος επαγγελματικής εμπειρίας, έως τριών ετών. Η επιλογή αυτή αντανακλά αντίληψη κατά την οποία η ερευνητική αριστεία θεωρείται τόσο πολύτιμη για τη δημόσια διοίκηση, ώστε να δικαιολογεί προνομιακή, και όχι απλώς ισότιμη ή υποδεέστερη, μεταχείριση έναντι της τυπικής διοικητικής κατάρτισης.
Αυτό σημαίνει ότι ένα συναφές διδακτορικό δίπλωμα, ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, συνεισφέρει τελικά μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος. Ακόμη εντονότερη είναι η υποβάθμιση στην επιλογή Γενικού Διευθυντή, όπου τα τυπικά–εκπαιδευτικά προσόντα έχουν συντελεστή μόλις 0,05, με αποτέλεσμα τα 750 μόρια του διδακτορικού να αντιστοιχούν σε μόλις 37,5 μόρια.
Στην πράξη, επομένως, για την επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος το συναφές διδακτορικό αποδίδει 75 μόρια μετά την εφαρμογή του συντελεστή 0,10, ενώ η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ αποδίδει 84 μόρια. Αντίστοιχα, για την επιλογή Γενικού Διευθυντή, το διδακτορικό αποδίδει 37,5 μόρια, ενώ η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ 42 μόρια. Δηλαδή, ακόμη και εντός της ήδη περιορισμένης βαρύτητας των εκπαιδευτικών προσόντων, ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος κατατάσσεται χαμηλότερα από την αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ.
Θεωρώ θεσμικά, επιστημονικά και αξιοκρατικά αδικαιολόγητο ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος να καταλήγει να έχει τόσο περιορισμένη πραγματική βαρύτητα στη διαδικασία επιλογής των στελεχών της δημόσιας διοίκησης. Η απόκτηση διδακτορικού διπλώματος αποτελεί το αποτέλεσμα πολυετούς ερευνητικής και επιστημονικής εργασίας και πιστοποιεί υψηλού επιπέδου εξειδίκευση, αναλυτική και συνθετική ικανότητα, μεθοδολογική επάρκεια, ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων και παραγωγής πρωτότυπης γνώσης.
Δεν θεωρώ, συνεπώς, εύλογο το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων να περιορίζεται στο 5% ή 10% της τελικής στάθμισης, ενώ μία γραπτή εξέταση μπορεί, στην περίπτωση των Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος, να καθορίζει το 55% της συνολικής βαθμολογίας.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο από το γεγονός ότι το ίδιο το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει σε άλλο σημείο του την ιδιαίτερη αξία του συναφούς διδακτορικού τίτλου. Συγκεκριμένα, για τη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, η κατοχή συναφούς διδακτορικού μειώνει τον απαιτούμενο χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης κατά έξι (6) ολόκληρα έτη, έναντι δύο ετών για μεταπτυχιακό ή integrated master.
Δημιουργείται, επομένως, μια προφανής εσωτερική ασυνέπεια: από τη μία πλευρά, ο νομοθέτης αναγνωρίζει το συναφές διδακτορικό ως προσόν τέτοιας σημασίας ώστε να δικαιολογεί έξι έτη ταχύτερης βαθμολογικής εξέλιξης και, από την άλλη, όταν κρίνεται η επιλογή των στελεχών που θα αναλάβουν τις σημαντικότερες θέσεις ευθύνης της δημόσιας διοίκησης, περιορίζει το σύνολο των εκπαιδευτικών προσόντων σε συντελεστή 5% ή 10%.
Παράλληλα, το άρθρο 12 προβλέπει ότι κάθε υποψήφιος αντιστοιχίζεται σε μία μόνο από τις βασικές κατηγορίες τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, εκείνη που αποδίδει την υψηλότερη μοριοδότηση, ενώ αποκλείεται ρητά η αθροιστική μοριοδότηση των συγκεκριμένων τίτλων σπουδών. Έτσι, η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή ενός υπαλλήλου δεν αποτυπώνεται πλήρως στη βαθμολογία του.
Την ίδια στιγμή, η γραπτή εξέταση αποτελεί προϋπόθεση ένταξης στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων και μπορεί να περιλαμβάνει δοκιμασίες γνώσεων, δεξιοτήτων και αποτελεσματικότητας, με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, ανάπτυξη κειμένου ή συνδυασμό αυτών.
Εύλογα, επομένως, τίθεται το ερώτημα: Με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική μελέτη τεκμηριώθηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας; Με ποια τεκμηρίωση κρίθηκε ότι μία γραπτή εξέταση πρέπει να έχει συντελεστή 55%, όταν το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων περιορίζεται στο 10%; Και με ποια λογική ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος καταλήγει να συνεισφέρει μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος και μόλις 37,5 μόρια στην επιλογή Γενικού Διευθυντή;
Περαιτέρω, με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική τεκμηρίωση καθορίστηκε η ίδια η εσωτερική ιεράρχηση των εκπαιδευτικών προσόντων; Με ποια αντικειμενικά κριτήρια η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ αποτιμάται σε 840 μόρια, ενώ ο συναφής διδακτορικός τίτλος, ως ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, αποτιμάται σε 750 μόρια;
Δεν ζητώ προνομιακή μεταχείριση των κατόχων διδακτορικού τίτλου ούτε υποστηρίζω ότι ο ακαδημαϊκός τίτλος πρέπει από μόνος του να καθορίζει την επιλογή ενός προϊσταμένου. Η διοικητική εμπειρία, οι δεξιότητες, η αποτελεσματικότητα και η ικανότητα άσκησης διοίκησης προφανώς πρέπει να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία ενός σύγχρονου συστήματος επιλογής στελεχών.
Αυτό που ζητώ είναι αναλογική, αντικειμενική και ουσιαστική αποτίμηση της επιστημονικής κατάρτισης. Ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στην πράξη ως περιφερειακό προσόν, ιδίως σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι επιδιώκει την αξιοκρατία, την εξειδίκευση, την καινοτομία και την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης.
**Για τους λόγους αυτούς, προτείνω:**
Την ουσιώδη αύξηση του συντελεστή βαρύτητας των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, ώστε η πραγματική συμμετοχή τους στην τελική βαθμολογία να ανταποκρίνεται στο επίπεδο γνώσεων και επιστημονικής εξειδίκευσης που πιστοποιούν.
Την αντίστοιχη επανεξέταση του συντελεστή 0,55 της γραπτής εξέτασης για την επιλογή Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος, ώστε μία μεμονωμένη εξεταστική διαδικασία να μην αποκτά δυσανάλογη βαρύτητα έναντι της συνολικής επιστημονικής και επαγγελματικής διαδρομής του υποψηφίου.
Την επανεξέταση της απαγόρευσης αθροιστικής μοριοδότησης των τίτλων σπουδών, ώστε να αποτιμάται με αναλογικό τρόπο η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή κάθε υποψηφίου.
Την επανεξέταση της εσωτερικής μοριοδότησης των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων και ειδικότερα της πρόβλεψης με την οποία η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ λαμβάνει 840 μόρια, έναντι 750 μορίων του συναφούς διδακτορικού τίτλου, καθώς και την ειδική τεκμηρίωση της συγκεκριμένης διαφοροποίησης.
Τη δημοσιοποίηση της επιστημονικής, συγκριτικής ή διοικητικής μελέτης βάσει της οποίας καθορίστηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας και η μεταξύ τους ιεράρχηση και, εφόσον τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται, την επαναξιολόγησή τους πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Η αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να επιτευχθεί με την υποβάθμιση της γνώσης. Η αξιοκρατία προϋποθέτει ισορροπημένη αποτίμηση της εμπειρίας, των διοικητικών ικανοτήτων, των δεξιοτήτων και της επιστημονικής κατάρτισης. Το διδακτορικό, ως ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, οφείλει να έχει ουσιαστική και όχι απλώς ονομαστική βαρύτητα σε ένα πραγματικά αξιοκρατικό σύστημα επιλογής στελεχών.
Επίσης η μοριοδότηση αναπληρωτών προισταμένων επρεπε να ειναι στο μισο σε συγκριση με αυτους που περασαν απο υπηρεσιακο καθώς οι αναπληρωτες προισταμενοι είναι ευρεως γνωστο οτι ήταν ευνοουμενοι βουλευτων, περιφερειαρχών και δημάρχων ....
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.