* Περιορισμένοι συντελεστές βαρύτητας: Ενώ το σχέδιο νόμου αποδίδει υψηλή αρχική μοριοδότηση στους τίτλους σπουδών (π.χ. 750 μόρια για διδακτορικό, 550 για μεταπτυχιακό), η τελική στάθμιση των τυπικών προσόντων πολλαπλασιάζεται με συντελεστή μόλις:
* 0,10 για επιλογή Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος.
* 0,05 για επιλογή Γενικών Διευθυντών.
* Δεσπόζουσα βαρύτητα γραπτής εξέτασης: Αντίθετα, η βαθμολογία της γραπτής εξέτασης πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 0,55 (καθορίζοντας το 55% της συνολικής βαθμολογίας για Διευθυντές/Προϊσταμένους).
* Πρακτική επίπτωση:
* Διευθυντές / Προϊστάμενοι Τμήματος: Ένα συναφές διδακτορικό (750 μόρια) συνεισφέρει τελικά μόλις 75 μόρια
* Γενικοί Διευθυντές: Το συναφές διδακτορικό συνεισφέρει μόλις 37,5 μόρια
Παρατηρείται επίσης στρέβλωση στην εσωτερική ιεράρχηση προσόντων (ΕΣΔΔΑ vs Διδακτορικό)
* Η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) μοριοδοτείται με 840 μόρια, δηλαδή υψηλότερα από τον ανώτατο ακαδημαϊκό τίτλο (συναφές Διδακτορικό – 750 μόρια).
* Τελική διαμόρφωση μορίων:
* Διευθυντές / Προϊστάμενοι: ΕΣΔΔΑ = 84 μόρια (840 \times 0{,}10) έναντι Διδακτορικού = 75 μόρια.
* Γενικοί Διευθυντές: ΕΣΔΔΑ = 42 μόρια (840 \times 0{,}05) έναντι Διδακτορικού = 37,5 μόρια.
* Χωρίς να αμφισβητείται η συμβολή της ΕΣΔΔΑ στην κατάρτιση στελεχών, η απόδοση υψηλότερης μοριοδότησης από έναν συναφή διδακτορικό τίτλο—ο οποίος απαιτεί πολυετή πρωτότυπη ερευνητική εργασία, αναλυτική/συνθετική ικανότητα και υψηλή εξειδίκευση—στερείται αντικειμενικής και διαφανούς τεκμηρίωσης. Επιπλέον, υφίσταται ευθεία αντίφαση με τις διατάξεις βαθμολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (κατηγοριών ΠΕ/ΤΕ), όπου το ίδιο το νομοσχέδιο αναγνωρίζει την ιδιαίτερη αξία του συναφούς διδακτορικού, μειώνοντας τον απαιτούμενο χρόνο προαγωγής κατά έξι (6) έτη (έναντι 2 ετών για μεταπτυχιακό ή integrated master).
* Ενώ λοιπόν στην υπηρεσιακή εξέλιξη το διδακτορικό αποτιμάται ως το ισχυρότερο προσόν, στην επιλογή προϊσταμένων υποβαθμίζεται δραστικά.
* Επιπλέον, το άρθρο 12 προβλέπει ότι κάθε υποψήφιος αντιστοιχίζεται μόνο σε μία από τις βασικές κατηγορίες εκπαιδευτικών προσόντων (εκείνη με την υψηλότερη μοριοδότηση), αποκλείοντας ρητά την αθροιστική προσμέτρηση.
* Με τον τρόπο αυτό, η συνολική επιστημονική διαδρομή υπαλλήλων που διαθέτουν συνδυασμό τίτλων σπουδών ακυρώνεται και δεν αποτυπώνεται στη βαθμολογία.
Κρίσιμα Ερωτήματα προς τον Νομοθέτη
1. Με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική μελέτη τεκμηριώθηκε ο συντελεστής 0,55 για τη γραπτή εξέταση, όταν το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων περιορίζεται στο 10% ή 5%;
2. Με ποια αντικειμενικά κριτήρια η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ (840 μόρια) αποτιμάται υψηλότερα από τον ανώτατο ακαδημαϊκό τίτλο του συναφούς Διδακτορικού (750 μόρια);
Προτάσεις Τροποποίησης
1. Ουσιώδης αύξηση του συντελεστή βαρύτητας των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, ώστε η τελική βαθμολογία να ανταποκρίνεται στο πραγματικό επίπεδο γνώσεων και επιστημονικής εξειδίκευσης των υποψηφίων.
2. Επανεξέταση και μείωση του συντελεστή 0,55 της γραπτής εξέτασης, ώστε μια μεμονωμένη γραπτή δοκιμασία να μην αποκτά δυσανάλογη βαρύτητα έναντι της συνολικής επιστημονικής και επαγγελματικής διαδρομής.
3. Επανεξέταση της εσωτερικής ιεράρχησης των τίτλων σπουδών, ώστε ο συναφής διδακτορικός τίτλος (ως ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος) να λαμβάνει τη δέουσα μοριοδότηση, ή παροχή ειδικής τεκμηρίωσης για τη συγκεκριμένη διαφοροποίηση.
4. Άρση της απαγόρευσης αθροιστικής μοριοδότησης, ώστε να αποτιμάται αναλογικά και δίκαια η συνολική εκπαιδευτική διαδρομή κάθε υποψηφίου.
5. Δημοσιοποίηση της μελέτης τεκμηρίωσης των συγκεκριμένων συντελεστών και, σε περίπτωση απουσίας της, επαναξιολόγησή τους πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου.
1. Ζήτημα άνισης μεταχείρισης ως προς τη μοριοδότηση της υπηρεσίας σε θέσεις ευθύνης
Στο άρθρο 12 του σχεδίου νόμου, με το οποίο εισάγεται το νέο άρθρο 85 του Κώδικα, προβλέπεται ρητά η μοριοδότηση του χρόνου άσκησης καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης για συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και αξιωματούχων. Ενδεικτικά, αναγνωρίζεται η σχετική εμπειρία προσώπων που έχουν υπηρετήσει ως Πρόεδροι ή Αντιπρόεδροι Ανεξάρτητων Αρχών (περ. βδ΄), ως λοιπά μέλη των εν λόγω Αρχών, ως θεματικοί διευθυντές, καθώς και ως Γενικοί Επόπτες και Επόπτες κατά την παρ. 8 του άρθρου 678 του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026).
Ωστόσο, δεν προβλέπεται αντίστοιχη μοριοδότηση για δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν αναλάβει καθήκοντα Διοικητή, Αναπληρωτή Διοικητή ή έχουν συμμετάσχει σε άλλα μονομελή ή συλλογικά όργανα διοίκησης Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν φαίνεται να δικαιολογείται από αντικειμενικά κριτήρια και δημιουργεί ζήτημα άνισης μεταχείρισης. Και τούτο διότι οι συγκεκριμένες θέσεις διοίκησης συνεπάγονται, από τη φύση τους, ουσιαστική άσκηση διοικητικών καθηκόντων, αυξημένη ευθύνη, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και ενεργό άσκηση διοίκησης. Αντιθέτως, η ιδιότητα του απλού μέλους ορισμένων οργάνων, όπως των Ανεξάρτητων Αρχών, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αντίστοιχης έκτασης και έντασης διοικητικές αρμοδιότητες.
Επομένως, η μη αναγνώριση της συγκεκριμένης διοικητικής εμπειρίας στη διαδικασία μοριοδότησης δημιουργεί μια διαφοροποίηση μεταξύ κατηγοριών υπηρεσιακής εμπειρίας, η οποία δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματική φύση, την έκταση και το επίπεδο ευθύνης των καθηκόντων που έχουν ασκηθεί.
Πέραν της θεωρητικής ή εννοιολογικής διάστασης του ζητήματος, η συγκεκριμένη ρύθμιση έχει άμεσες και ουσιαστικές συνέπειες στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων. Ειδικότερα, ενδέχεται να οδηγεί σε ευνοϊκότερη μεταχείριση ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων, ενώ παράλληλα να παραγνωρίζει την εμπειρία άλλων υπαλλήλων που έχουν αναλάβει θέσεις με αντίστοιχη ή ακόμη και αυξημένη διοικητική ευθύνη.
2. Η εσωτερική ασυνέπεια μεταξύ των άρθρων 7 και 12 του σχεδίου νόμου
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο εμφανές από τη διαφορετική αντιμετώπιση της ίδιας μορφής υπηρεσιακής εμπειρίας στα άρθρα 7 και 12 του σχεδίου νόμου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 7, με το οποίο θεσπίζεται το νέο άρθρο 84 του Κώδικα, στην παρ. 4 προβλέπεται ότι ως χρόνος άσκησης καθηκόντων σε θέση ευθύνης λογίζεται, μεταξύ άλλων, και ο χρόνος θητείας ως μέλους Ανεξάρτητης Αρχής (περ. στ΄), χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς την έκταση των συγκεκριμένων διοικητικών αρμοδιοτήτων που ασκεί κάθε μέλος.
Αντίθετα, στο άρθρο 12, το οποίο αφορά τη μοριοδότηση της εμπειρίας σε θέσεις ευθύνης, δεν προβλέπεται αντίστοιχη αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας σε όργανα διοίκησης Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα, όπως στην περίπτωση Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες θέσεις συνεπάγονται, κατά αντικειμενική αξιολόγηση, ιδιαίτερα αυξημένο επίπεδο διοικητικής ευθύνης και λήψης αποφάσεων.
Δημιουργείται, συνεπώς, μία εσωτερική ασυνέπεια στη λογική του σχεδίου νόμου: ενώ μια συγκεκριμένη μορφή θητείας αναγνωρίζεται ως «θέση ευθύνης» για τους σκοπούς του άρθρου 7, η ίδια ή αντίστοιχη διοικητική εμπειρία δεν αποτυπώνεται με ανάλογο τρόπο στο σύστημα μοριοδότησης του άρθρου 12.
Η διαφοροποίηση αυτή καθίσταται ακόμη πιο προβληματική όταν συγκρίνεται με την πρόβλεψη μοριοδότησης για άλλες μορφές θητείας, οι οποίες δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη αντίστοιχο επίπεδο άσκησης διοικητικών αρμοδιοτήτων.
Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι είναι σκόπιμο να επανεξεταστεί η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 12, προκειμένου να διασφαλιστεί αφενός η εσωτερική συνοχή του νομοθετικού πλαισίου και αφετέρου η ίση και αντικειμενική αντιμετώπιση των υπαλλήλων που έχουν αποκτήσει ουσιαστική διοικητική εμπειρία σε θέσεις ευθύνης.
Κατόπιν των ανωτέρω:
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, παρακαλούμε όπως, στο πλαίσιο της παρούσας δημόσιας διαβούλευσης, εξεταστεί η αναδιατύπωση και τροποποίηση του άρθρου 12 του σχεδίου νόμου, με το οποίο θεσπίζεται το νέο άρθρο 85 του Κώδικα, προκειμένου:
α) η μοριοδότηση του χρόνου άσκησης καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης να επεκταθεί και στη θητεία Διοικητών, Αναπληρωτών Διοικητών και λοιπών οργάνων διοίκησης, μονομελών ή συλλογικών, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των Διευθυνόντων Συμβούλων, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα, κατά τρόπο αντίστοιχο με τις λοιπές κατηγορίες που ήδη προβλέπονται στο σχέδιο νόμου,
και
β) να διασφαλιστεί η αναγκαία συνέπεια μεταξύ των άρθρων 7 και 12 του σχεδίου νόμου, ώστε κάθε μορφή υπηρεσίας που αναγνωρίζεται ως «θέση ευθύνης» για τους σκοπούς του άρθρου 7 να λαμβάνει αντίστοιχη και συνεπή μοριοδότηση στο πλαίσιο του άρθρου 12, με βασικό κριτήριο την πραγματική και ουσιαστική άσκηση διοικητικών καθηκόντων και το επίπεδο ευθύνης που αυτά συνεπάγονται και όχι αποκλειστικά τον τυπικό τίτλο της θέσης.
Η υιοθέτηση μιας τέτοιας προσέγγισης θα συνέβαλλε στην ενίσχυση της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της ίσης μεταχείρισης κατά τη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων, καθώς και στην ορθότερη αποτίμηση της πραγματικής διοικητικής εμπειρίας των υποψηφίων.
Πιστεύω ότι τα μόρια του συναφούς διδακτορικού τίτλου πρέπει να είναι περισσότερα
Το ζήτημα δεν βρίσκεται μόνο στην ονομαστική μοριοδότηση των ακαδημαϊκών τίτλων, αλλά κυρίως στην πραγματική συμμετοχή τους στην τελική βαθμολογία.
Ειδικότερα, το σχέδιο νόμου αποδίδει 550 μόρια σε μεταπτυχιακό δίπλωμα και 750 μόρια σε διδακτορικό δίπλωμα. Ωστόσο, για την επιλογή Προϊσταμένων επιπέδου Διεύθυνσης και Τμήματος, το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων πολλαπλασιάζεται με συντελεστή μόλις 0,10, ενώ η γραπτή εξέταση έχει συντελεστή 0,55.
Αυτό σημαίνει ότι ένα συναφές διδακτορικό δίπλωμα, δηλαδή ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, συνεισφέρει τελικά μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος.
Ακόμη μεγαλύτερος προβληματισμός προκύπτει στην περίπτωση επιλογής Γενικού Διευθυντή, όπου τα τυπικά–εκπαιδευτικά προσόντα έχουν συντελεστή 0,05. Έτσι, τα 750 μόρια ενός συναφούς διδακτορικού τίτλου περιορίζονται στην πράξη σε μόλις 37,5 μόρια.
Παράλληλα, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί και η εσωτερική ιεράρχηση των ίδιων των εκπαιδευτικών προσόντων. Η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) μοριοδοτείται με 840 μόρια, έναντι 750 μορίων για έναν συναφή διδακτορικό τίτλο.
Η αξία και η συμβολή της ΕΣΔΔΑ στην εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχών της δημόσιας διοίκησης είναι αναμφισβήτητη. Ωστόσο, η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ και η κατοχή συναφούς διδακτορικού τίτλου αποτελούν προσόντα διαφορετικής φύσης, τα οποία δεν είναι εύλογο να ιεραρχούνται κατά τρόπο που οδηγεί στην υψηλότερη μοριοδότηση της πρώτης έναντι του ανώτατου ακαδημαϊκού τίτλου. Η πρόβλεψη των 840 μορίων για την ΕΣΔΔΑ έναντι 750 μορίων για συναφή διδακτορικό τίτλο δημιουργεί μια στρέβλωση στην αποτίμηση της επιστημονικής κατάρτισης και πρέπει να επανεξεταστεί. Η ιδιαίτερη διοικητική κατάρτιση που παρέχει η ΕΣΔΔΑ μπορεί και πρέπει να αναγνωρίζεται, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται υποβάθμιση της αξίας ενός συναφούς διδακτορικού τίτλου.
Με την εφαρμογή των προβλεπόμενων συντελεστών, για την επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος το συναφές διδακτορικό αποδίδει 75 μόρια, ενώ η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ 84 μόρια. Για την επιλογή Γενικού Διευθυντή τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 37,5 και 42 μόρια.
Επομένως, ακόμη και εντός της ήδη περιορισμένης συμμετοχής των εκπαιδευτικών προσόντων στην τελική βαθμολογία, ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος αποτιμάται χαμηλότερα από την αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ.
Το διδακτορικό δίπλωμα δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη τίτλο σπουδών. Αποτελεί αποτέλεσμα πολυετούς ερευνητικής και επιστημονικής εργασίας και πιστοποιεί υψηλού επιπέδου εξειδίκευση, αναλυτική και συνθετική ικανότητα, μεθοδολογική επάρκεια, ικανότητα διαχείρισης σύνθετων προβλημάτων και παραγωγής πρωτότυπης γνώσης.
Οι ικανότητες αυτές δεν είναι αποκομμένες από τις ανάγκες μιας σύγχρονης δημόσιας διοίκησης. Αντιθέτως, μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά εφόδια για στελέχη που καλούνται να λαμβάνουν αποφάσεις, να σχεδιάζουν πολιτικές, να αξιολογούν δεδομένα, να διαχειρίζονται σύνθετες καταστάσεις και να προτείνουν καινοτόμες λύσεις.
Για τον λόγο αυτό θεωρώ δυσανάλογο το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων να περιορίζεται σε ποσοστό ουσιαστικής βαρύτητας 5% ή 10%, ενώ μία γραπτή εξέταση μπορεί, στην περίπτωση των Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος, να καθορίζει το 55% της συνολικής βαθμολογίας.
Η γραπτή εξέταση μπορεί ασφαλώς να αποτελέσει ένα χρήσιμο και αντικειμενικό εργαλείο αξιολόγησης. Δεν είναι όμως εύλογο μία μεμονωμένη εξεταστική διαδικασία να αποκτά τόσο καθοριστική βαρύτητα σε σχέση με στοιχεία που αποτυπώνουν μία πολυετή εκπαιδευτική, επιστημονική και επαγγελματική διαδρομή.
Επιπλέον, προκύπτει μία σημαντική εσωτερική ασυνέπεια του ίδιου του νομοθετικού πλαισίου.
Το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει σε άλλο σημείο του ιδιαίτερα αυξημένη αξία στον συναφή διδακτορικό τίτλο, καθώς για τη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ η κατοχή συναφούς διδακτορικού μειώνει τον απαιτούμενο χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης κατά έξι (6) ολόκληρα έτη, έναντι δύο ετών για μεταπτυχιακό τίτλο ή integrated master.
Εφόσον, λοιπόν, ο ίδιος ο νομοθέτης αναγνωρίζει ότι ένας συναφής διδακτορικός τίτλος έχει τέτοια αξία ώστε να δικαιολογεί έξι έτη ταχύτερης βαθμολογικής εξέλιξης, είναι δύσκολο να αιτιολογηθεί γιατί, όταν πρόκειται για την επιλογή των στελεχών που θα αναλάβουν τις σημαντικότερες θέσεις ευθύνης της δημόσιας διοίκησης, το σύνολο των εκπαιδευτικών προσόντων περιορίζεται σε συντελεστή μόλις 5% ή 10%.
Προβληματισμό προκαλεί επίσης η πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία κάθε υποψήφιος αντιστοιχίζεται σε μία μόνο από τις βασικές κατηγορίες τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, εκείνη που αποδίδει την υψηλότερη μοριοδότηση, χωρίς να επιτρέπεται η αθροιστική μοριοδότηση των συγκεκριμένων τίτλων σπουδών.
Με τον τρόπο αυτό δεν αποτυπώνεται επαρκώς η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή ενός υποψηφίου. Ένας υπάλληλος που έχει επενδύσει επί σειρά ετών στη συνεχή εκπαίδευση και επιστημονική του εξέλιξη θα πρέπει να βλέπει αυτή τη διαδρομή να αναγνωρίζεται με έναν εύλογο και αναλογικό τρόπο.
Για όλους τους παραπάνω λόγους θεωρώ ότι πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου πρέπει να δοθούν σαφείς απαντήσεις σε ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα:
Με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική μελέτη καθορίστηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας;
Με ποια τεκμηρίωση κρίθηκε ότι η γραπτή εξέταση πρέπει να έχει συντελεστή 55%, όταν το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων περιορίζεται στο 10%;
Με ποια αντικειμενικά κριτήρια η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ αποτιμάται σε 840 μόρια, ενώ ένας συναφής διδακτορικός τίτλος σε 750 μόρια;
Και, τελικά, με ποια λογική ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος καταλήγει να συνεισφέρει μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος και μόλις 37,5 μόρια στην επιλογή Γενικού Διευθυντή;
Η θέση αυτή δεν αποσκοπεί σε προνομιακή μεταχείριση των κατόχων διδακτορικών τίτλων ούτε υποστηρίζει ότι ένας ακαδημαϊκός τίτλος πρέπει να καθορίζει από μόνος του την επιλογή ενός Προϊσταμένου.
Η διοικητική εμπειρία, η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα, οι διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, οι δεξιότητες και η ικανότητα άσκησης διοίκησης πρέπει αναμφίβολα να αποτελούν βασικά στοιχεία ενός σύγχρονου συστήματος επιλογής στελεχών.
Αυτό όμως δεν δικαιολογεί την περιθωριοποίηση της επιστημονικής κατάρτισης.
Απαιτείται ένα πραγματικά ισορροπημένο σύστημα, στο οποίο κανένα μεμονωμένο κριτήριο δεν θα αποκτά δυσανάλογη επιρροή και στο οποίο η συνολική διαδρομή του υποψηφίου θα αξιολογείται ουσιαστικά.
Για τον λόγο αυτό προτείνω:
– την ουσιώδη αύξηση του συντελεστή βαρύτητας των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων,
– την αντίστοιχη επανεξέταση του συντελεστή 0,55 της γραπτής εξέτασης για την επιλογή Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος,
– την επανεξέταση της απαγόρευσης αθροιστικής μοριοδότησης των τίτλων σπουδών, ώστε να αποτιμάται αναλογικότερα η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή κάθε υποψηφίου,
– την επανεξέταση της εσωτερικής μοριοδότησης των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων και ειδικότερα της πρόβλεψης των 840 μορίων για την αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ έναντι των 750 μορίων για συναφή διδακτορικό τίτλο,
– και, κυρίως, τη δημοσιοποίηση της επιστημονικής, συγκριτικής ή διοικητικής τεκμηρίωσης βάσει της οποίας προσδιορίστηκαν οι συγκεκριμένες σταθμίσεις και η μεταξύ τους ιεράρχηση. Εφόσον τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται, οι προβλέψεις αυτές πρέπει να επαναξιολογηθούν πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Η αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης προϋποθέτει την αναγνώριση και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της. Η γνώση, η επιστημονική εξειδίκευση, η εμπειρία, οι δεξιότητες και η διοικητική ικανότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ανταγωνιστικά, αλλά ως συμπληρωματικά χαρακτηριστικά των στελεχών που θέλουμε να υπηρετούν σε θέσεις ευθύνης.
Η αξιοκρατία δεν εξασφαλίζεται με την υπερβολική βαρύτητα ενός μόνο κριτηρίου. Εξασφαλίζεται με ένα ισορροπημένο, αντικειμενικό, διαφανές και επαρκώς τεκμηριωμένο σύστημα επιλογής.
Το διδακτορικό, ως ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, οφείλει να έχει ουσιαστική και όχι απλώς ονομαστική βαρύτητα σε ένα σύστημα που φιλοδοξεί να υπηρετήσει την αξιοκρατία, την εξειδίκευση, την καινοτομία και την πραγματική αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης.
Δρ. Λαμπρόπουλος Χ. Ιωάννης
Πρόεδρος ΠΑΣΥΔ
Η προτεινόμενη στάθμιση των κριτηρίων επιλογής προϊσταμένων οδηγεί σε ουσιαστική υποβάθμιση της επιστημονικής κατάρτισης και των ακαδημαϊκών προσόντων, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την απλή ονομαστική μοριοδότηση των τίτλων σπουδών.
Ειδικότερα, το σχέδιο νόμου αποδίδει 550 μόρια σε μεταπτυχιακό δίπλωμα και 750 μόρια σε διδακτορικό δίπλωμα. Ωστόσο, κατά τον υπολογισμό της τελικής βαθμολογίας για την επιλογή Προϊσταμένων επιπέδου Διεύθυνσης και Τμήματος, το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων πολλαπλασιάζεται με συντελεστή μόλις 0,10, ενώ η βαθμολογία της γραπτής εξέτασης πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 0,55.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η εσωτερική ιεράρχηση των ίδιων των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων. Ενώ το διδακτορικό δίπλωμα, ως ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, μοριοδοτείται με 750 μόρια και το μεταπτυχιακό με 550 μόρια, η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) μοριοδοτείται με 840 μόρια. Χωρίς να αμφισβητείται η αξία και η συμβολή της ΕΣΔΔΑ στην κατάρτιση στελεχών της δημόσιας διοίκησης, απαιτείται ειδική και επαρκής τεκμηρίωση για την επιλογή του νομοθέτη να αποδίδει στην αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ υψηλότερη μοριοδότηση από εκείνη που αποδίδει σε έναν συναφή διδακτορικό τίτλο. Η διαφορετική φύση των δύο προσόντων δεν αναιρεί την ανάγκη να αιτιολογηθεί με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια η συγκεκριμένη ιεράρχηση.
Αυτό σημαίνει ότι ένα συναφές διδακτορικό δίπλωμα, ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, συνεισφέρει τελικά μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος. Ακόμη εντονότερη είναι η υποβάθμιση στην επιλογή Γενικού Διευθυντή, όπου τα τυπικά–εκπαιδευτικά προσόντα έχουν συντελεστή μόλις 0,05, με αποτέλεσμα τα 750 μόρια του διδακτορικού να αντιστοιχούν σε μόλις 37,5 μόρια.
Στην πράξη, επομένως, για την επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος το συναφές διδακτορικό αποδίδει 75 μόρια μετά την εφαρμογή του συντελεστή 0,10, ενώ η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ αποδίδει 84 μόρια. Αντίστοιχα, για την επιλογή Γενικού Διευθυντή, το διδακτορικό αποδίδει 37,5 μόρια, ενώ η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ 42 μόρια. Δηλαδή, ακόμη και εντός της ήδη περιορισμένης βαρύτητας των εκπαιδευτικών προσόντων, ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος κατατάσσεται χαμηλότερα από την αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ.
Είναι θεσμικά, επιστημονικά και αξιοκρατικά αδικαιολόγητο ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος να καταλήγει να έχει τόσο περιορισμένη πραγματική βαρύτητα στη διαδικασία επιλογής των στελεχών της δημόσιας διοίκησης. Η απόκτηση διδακτορικού διπλώματος αποτελεί το αποτέλεσμα πολυετούς ερευνητικής και επιστημονικής εργασίας και πιστοποιεί υψηλού επιπέδου εξειδίκευση, αναλυτική και συνθετική ικανότητα, μεθοδολογική επάρκεια, ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων και παραγωγής πρωτότυπης γνώσης.
Δεν είναι συνεπώς εύλογο το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων να περιορίζεται στο 5% ή 10% της τελικής στάθμισης, ενώ μία γραπτή εξέταση μπορεί, στην περίπτωση των Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος, να καθορίζει το 55% της συνολικής βαθμολογίας.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο από το γεγονός ότι το ίδιο το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει σε άλλο σημείο του την ιδιαίτερη αξία του συναφούς διδακτορικού τίτλου. Συγκεκριμένα, για τη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, η κατοχή συναφούς διδακτορικού μειώνει τον απαιτούμενο χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης κατά έξι (6) ολόκληρα έτη, έναντι δύο ετών για μεταπτυχιακό ή integrated master.
Δημιουργείται, επομένως, μια προφανής εσωτερική ασυνέπεια: από τη μία πλευρά, ο νομοθέτης αναγνωρίζει το συναφές διδακτορικό ως προσόν τέτοιας σημασίας ώστε να δικαιολογεί έξι έτη ταχύτερης βαθμολογικής εξέλιξης και, από την άλλη, όταν κρίνεται η επιλογή των στελεχών που θα αναλάβουν τις σημαντικότερες θέσεις ευθύνης της δημόσιας διοίκησης, περιορίζει το σύνολο των εκπαιδευτικών προσόντων σε συντελεστή 5% ή 10%.
Παράλληλα, το άρθρο 12 προβλέπει ότι κάθε υποψήφιος αντιστοιχίζεται σε μία μόνο από τις βασικές κατηγορίες τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, εκείνη που αποδίδει την υψηλότερη μοριοδότηση, ενώ αποκλείεται ρητά η αθροιστική μοριοδότηση των συγκεκριμένων τίτλων σπουδών. Έτσι, η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή ενός υπαλλήλου δεν αποτυπώνεται πλήρως στη βαθμολογία του.
Την ίδια στιγμή, η γραπτή εξέταση αποτελεί προϋπόθεση ένταξης στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων και μπορεί να περιλαμβάνει δοκιμασίες γνώσεων, δεξιοτήτων και αποτελεσματικότητας, με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, ανάπτυξη κειμένου ή συνδυασμό αυτών.
Εύλογα, επομένως, τίθεται το ερώτημα:
Με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική μελέτη τεκμηριώθηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας; Με ποια τεκμηρίωση κρίθηκε ότι μία γραπτή εξέταση πρέπει να έχει συντελεστή 55%, όταν το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων περιορίζεται στο 10%; Και με ποια λογική ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος καταλήγει να συνεισφέρει μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος και μόλις 37,5 μόρια στην επιλογή Γενικού Διευθυντή;
Περαιτέρω, με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική τεκμηρίωση καθορίστηκε η ίδια η εσωτερική ιεράρχηση των εκπαιδευτικών προσόντων; Με ποια αντικειμενικά κριτήρια η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ αποτιμάται σε 840 μόρια, ενώ ο συναφής διδακτορικός τίτλος, ως ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, αποτιμάται σε 750 μόρια;
Ο ΠΑΣΥΔ δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση των κατόχων διδακτορικού τίτλου ούτε υποστηρίζει ότι ο ακαδημαϊκός τίτλος πρέπει από μόνος του να καθορίζει την επιλογή ενός προϊσταμένου. Η διοικητική εμπειρία, οι δεξιότητες, η αποτελεσματικότητα και η ικανότητα άσκησης διοίκησης προφανώς πρέπει να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία ενός σύγχρονου συστήματος επιλογής στελεχών.
Αυτό που ζητούμε είναι αναλογική, αντικειμενική και ουσιαστική αποτίμηση της επιστημονικής κατάρτισης. Ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στην πράξη ως περιφερειακό προσόν, ιδίως σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι επιδιώκει την αξιοκρατία, την εξειδίκευση, την καινοτομία και την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης.
Για τους λόγους αυτούς, ο ΠΑΣΥΔ προτείνει:
Την ουσιώδη αύξηση του συντελεστή βαρύτητας των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, ώστε η πραγματική συμμετοχή τους στην τελική βαθμολογία να ανταποκρίνεται στο επίπεδο γνώσεων και επιστημονικής εξειδίκευσης που πιστοποιούν.
Την αντίστοιχη επανεξέταση του συντελεστή 0,55 της γραπτής εξέτασης για την επιλογή Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος, ώστε μία μεμονωμένη εξεταστική διαδικασία να μην αποκτά δυσανάλογη βαρύτητα έναντι της συνολικής επιστημονικής και επαγγελματικής διαδρομής του υποψηφίου.
Την επανεξέταση της απαγόρευσης αθροιστικής μοριοδότησης των τίτλων σπουδών, ώστε να αποτιμάται με αναλογικό τρόπο η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή κάθε υποψηφίου.
Την επανεξέταση της εσωτερικής μοριοδότησης των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων και ειδικότερα της πρόβλεψης με την οποία η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ λαμβάνει 840 μόρια, έναντι 750 μορίων του συναφούς διδακτορικού τίτλου, καθώς και την ειδική τεκμηρίωση της συγκεκριμένης διαφοροποίησης.
Τη δημοσιοποίηση της επιστημονικής, συγκριτικής ή διοικητικής μελέτης βάσει της οποίας καθορίστηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας και η μεταξύ τους ιεράρχηση και, εφόσον τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται, την επαναξιολόγησή τους πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Η αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να επιτευχθεί με την υποβάθμιση της γνώσης. Η αξιοκρατία προϋποθέτει ισορροπημένη αποτίμηση της εμπειρίας, των διοικητικών ικανοτήτων, των δεξιοτήτων και της επιστημονικής κατάρτισης. Το διδακτορικό, ως ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, οφείλει να έχει ουσιαστική και όχι απλώς ονομαστική βαρύτητα σε ένα πραγματικά αξιοκρατικό σύστημα επιλογής στελεχών.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.