Αντιθετα η θητεια δημισιων υπαλληλων ως διοικητες νοσοκομειων, αναπληρωτες διοικητες , προεδροι οργανισμων εοφ κλπ νπδδ και δεν μιλω για προεδρο δς δεν αναγνωριζεται πουθενα.
Για ποιο λογο κυριοι και κυριες αυτη η διακριση; Ειναι ισονομη και συνταγματικη; Η καποιος περασε οπως τον συνεφερε μια διαταξη;
(Παρ3… H μοριοδότηση του χρόνου άσκησης καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης αφενός για τους υπαλλήλους που έχουν εκτελέσει καθήκοντα Προέδρου και Αντιπροέδρου των ανεξάρτητων αρχών υπολογίζεται κατ’ αντιστοιχία της μοριοδότησης που ορίζεται στην περίπτωση με αύξοντα αριθμό 3 του Πίνακα Γ΄ της παρ. 1. Η μοριοδότηση για τα λοιπά μέλη των ως άνω Αρχών υπολογίζεται κατ’ αντιστοιχία της μοριοδότησης που ορίζεται στην περίπτωση με αύξοντα αριθμό 2 του Πίνακα Γ΄ της ίδιας παραγράφου. βε) Η μοριοδότηση για τα πρόσωπα του άρθρου 17 του ν. 4957/2022 (Α’ 141), περί Εκτελεστικού Διευθυντή, υπολογίζεται κατ’ αντιστοιχία της μοριοδότησης που ορίζεται στην περίπτωση με αύξοντα αριθμό 3 του Πίνακα Γ΄ της παρ. 1. »
Η μοριοδότηση της προηγούμενης διοικητικής εμπειρίας σε θέσεις ευθύνης (Προϊσταμένων Τμημάτων, Διευθύνσεων ή Γενικών Διευθύνσεων) πρέπει να αφορά αποκλειστικά και μόνο όσους υπηρέτησαν σε αυτές τις θέσεις κατόπιν τυπικής, αξιοκρατικής κρίσης από αρμόδιο Υπηρεσιακό/Συμβούλιο Επιλογής (ΣΥΠ, ΣΕΠ κ.λπ.).
Η προσμέτρηση και μοριοδότηση του χρόνου άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου που προήλθε από απευθείας ανάθεση, αναπλήρωση ή τοποθέτηση με απόφαση Διοίκησης/Πολιτικής Ηγεσίας δημιουργεί μια σοβαρή, αντικειμενική αδικία και στρεβλώνει πλήρως την έννοια της αξιοκρατίας στη Δημόσια Διοίκηση για τους εξής λόγους:
1. Δημιουργία Αθέμιτου Ανταγωνισμού:Υπάλληλοι στους οποίους ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα ευθύνης —συχνά χωρίς διαφανή κριτήρια ή συγκριτική αξιολόγηση— αποκτούν τεχνητό προβάδισμα μορίων έναντι συναδέλφων τους που διαθέτουν ίσα ή και ανώτερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αλλά δεν είχαν την ευκαιρία ανάλογης τοποθέτησης.
2. Αυτοτροφοδοτούμενο Πλεονέκτημα (Κλειστό Σύστημα):Η μοριοδότηση της ανάθεσης δημιουργεί έναν «φαύλο κύκλο», όπου ο προσωρινά ανατεθείς επαναδιορίζεται ή προκρίνεται συστηματικά στις επόμενες κρίσεις λόγω των μορίων που συγκέντρωσε από την ίδια την ανάθεση, αποκλείοντας την ανανέωση και την ισότιμη διεκδίκηση.
3. Παραβίαση της Αρχής της Ισότητας: Η άσκηση καθηκόντων με ανάθεση δεν εμπεριέχει τη βάσανο της συγκριτικής αξιολόγησης. Συνεπώς, δεν μπορεί να εξισώνεται βαθμολογικά με την υπηρεσία που διανύθηκε κατόπιν θεσμοθετημένης κρίσης Συμβουλίου.
Πρόταση Τροποποίησης:
Προτείνεται η ρητή διατύπωση στο σχετικό άρθρο ότι: «Για τη μοριοδότηση της προϋπηρεσίας σε θέσεις ευθύνης λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά ο χρόνος που διανύθηκε κατόπιν επιλογής από αρμόδιο Συμβούλιο. Χρόνος που διανύθηκε με απόφαση αναπλήρωσης, ανάθεσης ή τοποθέτησης έως την επιλογή δεν προσμετράται στη μοριοδότηση της διοικητικής εμπειρίας. Προτάσσεται η ίση μεταχείριση και η προστασία των στελεχών με πολυετή προσφορά»
Παρατηρήσεις
Το σύστημα μοριοδότησης, όπως διαμορφώνεται στους Πίνακες Α΄, Β΄ και Γ΄, δεν συνοδεύεται από καμμία επιστημονική ή εμπειρική τεκμηρίωση για τον τρόπο επιλογής των συγκεκριμένων συντελεστών βαρύτητας και ορίων μορίων, γεγονός που τους καθιστά, εκ πρώτης όψεως, αυθαίρετους. Ειδικότερα, η μοριοδότηση της ΕΣΔΔΑ πρέπει επίσης να αιτιολογηθεί με όρους διοικητικής ικανότητας ιδίως επειδή υπερβαίνει τη μοριοδότηση του ανώτατου τίτλου (πολυετών) σπουδών, έρευνας και σε πολλές περιπτώσεις πρακτικής.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι ο αποκλεισμός αθροιστικής μοριοδότησης τυπικών προσόντων: κάτοχος περισσότερων του ενός συναφών μεταπτυχιακών ή διδακτορικών τίτλων λαμβάνει δυνητικά τα ίδια μόρια με κάτοχο ενός μόνο τίτλου, γεγονός που ουσιαστικά ακυρώνει κάθε κίνητρο συσσώρευσης εξειδικευμένης γνώσης και αδικεί συστηματικά νεότερους, καταρτισμένους υπαλλήλους έναντι όσων συγκεντρώνουν μόρια αποκλειστικά μέσω μακράς προϋπηρεσίας. Δεύτερα, δε, πτυχία και συναφή μεταπτυχιακά μπορούν να έχουν πρόσθετη αξία όταν συνδέονται με τις απαιτήσεις της θέσης.
Η ανώτατη μοριοδότηση των χιλίων μορίων ανά πίνακα, χωρίς δυνατότητα αθροιστικής μεταφοράς πλεονάζοντος υπολοίπου μεταξύ πινάκων, οδηγεί σε φαινόμενα εξισωτισμού: υποψήφιος με διδακτορικό δίπλωμα και τριάντα έτη υπηρεσίας εξισώνεται, λόγω του ανώτατου ορίου, με υποψήφιο χαμηλότερων τυπικών προσόντων και λιγότερων ετών υπηρεσίας, καθώς και οι δύο «κόβονται» στο ίδιο ανώτατο όριο. Το φαινόμενο αυτό αναιρεί την ίδια τη λογική της διαβάθμισης που το σύστημα μοριοδότησης επιδιώκει να εισαγάγει.
Η μοριοδότηση της άσκησης καθηκόντων ευθύνης εξισώνει, χωρίς διάκριση, χρόνο που διανύθηκε κατόπιν κανονικής διαδικασίας επιλογής με χρόνο που διανύθηκε κατόπιν απλής αναπλήρωσης, χωρίς κρίση, ανεξαρτήτως της απόδοσης του υπαλλήλου στη θέση αυτή. Η ρύθμιση αυτή ανταμείβει, στην πράξη, όσους τοποθετήθηκαν σε θέσεις ευθύνης με μη αξιοκρατικά, ενίοτε πελατειακά, κριτήρια στο παρελθόν, εξισώνοντάς τους με όσους επιλέχθηκαν μέσω τυπικής, ελεγχόμενης διαδικασίας κρίσης. Έτσι, το σύστημα μπορεί να μετατρέψει μία προηγούμενη άτυπη τοποθέτηση σε πλεονέκτημα για μία επόμενη αξιοκρατική διαδικασία, δημιουργώντας έναν μηχανισμό αυτοαναπαραγωγής προηγούμενων παθογενειών.
Επιπλέον, η αναγνώριση ως μοριοδοτούμενης εμπειρίας άσκησης καθηκόντων ευθύνης σειράς θέσεων εκτός της συνήθους δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας (θέσεις μετακλητών συνεργάτων, ειδικών θέσεων, θέσεων σε ανεξάρτητες αρχές κ.λπ.), μέσω πολλαπλών παραπομπών σε διαφορετικά νομοθετήματα, δεν συνοδεύεται από σαφές, ενιαίο κριτήριο αντιστοίχισης, ούτε αιτιολογείται γιατί η υπηρεσία σε τέτοιες θέσεις, οι οποίες αποκτήθηκαν συχνά μέσω ειδικής, τοπικής ή πολιτικής διαδικασίας επιλογής και όχι μέσω του κεντρικού συστήματος, πρέπει να θεωρείται ισοδύναμη εμπειρία διοικητικής ευθύνης με τις θέσεις προϊσταμένου του Κώδικα. Ουσιαστικά, δημιουργείται μια παράλληλη οδός απόκτησης μορίων διοικητικής εμπειρίας εκτός του συστήματος υπηρεσιακής εξέλιξης, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση σε θέσεις ευθύνης του δημοσιοϋπαλληλικού σώματος χωρίς να υπόκειται στους ίδιους μηχανισμούς αξιολόγησης και λογοδοσίας.
Προτάσεις
Να τεκμηριωθεί, στην Αιτιολογική Έκθεση, με βάση συγκριτική ανάλυση αντίστοιχων συστημάτων μοριοδότησης, η επιλογή των συγκεκριμένων συντελεστών βαρύτητας και ορίων μορίων.
Να επιτραπεί, τουλάχιστον σε περιορισμένο βαθμό, η αθροιστική μοριοδότηση επιπλέον συναφών τίτλων σπουδών, με φθίνουσα κλίμακα μορίων ανά επιπλέον τίτλο, ώστε να μην ακυρώνεται πλήρως το κίνητρο συνεχούς εκπαίδευσης.
Να επανεξεταστεί το ανώτατο όριο των χιλίων μορίων ανά πίνακα, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα εξισωτισμού μεταξύ υποψηφίων με ουσιωδώς διαφορετικά προσόντα και εμπειρία.
Να διαφοροποιηθεί η μοριοδότηση της άσκησης καθηκόντων ευθύνης ανάλογα με τον τρόπο απόκτησής της (κανονική διαδικασία επιλογής έναντι αναπλήρωσης), με πρόσθετη στάθμιση βάσει της αξιολόγησης απόδοσης στη θέση αυτή.
Για εμπειρία διοικητικής ευθύνης που αποκτήθηκε εκτός της τυπικής δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας πρέπει να υπάρχει ενιαίος κανόνας αντιστοίχισης, με βάση το πραγματικό εύρος ευθύνης, τον αριθμό εργαζομένων, τους πόρους που διαχειρίστηκε ο υποψήφιος και το επίπεδο αποφασιστικής αρμοδιότητας. Να τεκμηριωθεί η επιλογή των συγκεκριμένων θέσεων.
Α.Τυπικά–εκπαιδευτικά προσόντα.
Β. Εργασιακή εμπειρία.
Γ. Άσκηση καθηκόντων ευθύνης.
Δ. Γραπτή εξέταση.
Η μοριοδότηση της γραπτής εξέτασης θεωρώ ότι πιθανώς θα έπρεπε να αυξηθεί και ο συντελεστής να είναι πάνω από 0,55 αφού αποτελεί το μοναδικό εξεταζόμενο και αντικειμενικό κριτήριο, χωρίς να θέλω να μειώσω την σημασία όλων των άλλων, το οποίο ανά τέσσερα χρόνια που θα διαρκεί η θητεία των Προϊσταμένων, θα πρέπει ξανά να επιβεβαιωθεί, με νέα γραπτή εξέταση.
Η μοριοδότηση όλων των άλλων κριτηρίων είναι στατική και με συγκεκριμένη τιμή (π.χ. Μεταπτυχιακό δίπλωμα μετά τον βασικό τίτλο σπουδών, 550 μόρια ή μήνες εργασιακής εμπειρίας από 85 μέχρι 360 μήνες, 718 μόρια).
Αντίθετα η γραπτή εξέταση είναι δυναμική, με εύρος τιμής που κυμαίνεται από 1 έως 1ΟΟΟ μόρια και η οποία ισχύει για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα 4 ετών.
Πρέπει να επανεξεταστεί η πλήρη απουσία μοριοδότησης για την καλή γνώση ξένης γλώσσας (Β2), διότι με την προτεινόμενη ρύθμιση δημιουργείται μια απόλυτη διαφορά μεταξύ καλής και πολύ καλής ξένης γλώσσας, χωρίς καμία ενδιάμεση αναγνώριση. Η ρύθμιση πρέπει να επανεξεταστεί καθώς η κατοχή πιστοποιητικού γλωσσομάθειας επιπέδου (Β2) αποτελεί επίσημα αναγνωρισμένο επίπεδο ξένης γλώσσας και αποδεικνύει γλωσσική επάρκεια. Η πλήρης απουσία μοριοδότησης δημιουργεί διαφοροποίηση μεταξύ υπαλλήλων που διαθέτουν πιστοποιημένη γνώση ξένης γλώσσας και υπαλλήλων που δεν διαθέτουν το απαιτούμενο προσόν. Θα ήταν δικαιότερο να προβλέπεται και για την καλή γνώση μικρότερη, αναλογική μοριοδότηση.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.