Ειδικότερα, το σχέδιο νόμου αποδίδει 550 μόρια σε μεταπτυχιακό δίπλωμα και 750 μόρια σε διδακτορικό δίπλωμα. Ωστόσο, κατά τον υπολογισμό της τελικής βαθμολογίας για την επιλογή Προϊσταμένων επιπέδου Διεύθυνσης και Τμήματος, το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων πολλαπλασιάζεται με συντελεστή μόλις 0,10, ενώ η βαθμολογία της γραπτής εξέτασης πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 0,55.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η εσωτερική ιεράρχηση των ίδιων των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων. Ενώ το διδακτορικό δίπλωμα, ως ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, μοριοδοτείται με 750 μόρια και το μεταπτυχιακό με 550 μόρια, η επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) μοριοδοτείται με 840 μόρια. Χωρίς να αμφισβητείται η αξία και η συμβολή της ΕΣΔΔΑ στην κατάρτιση στελεχών της δημόσιας διοίκησης, απαιτείται ειδική και επαρκής τεκμηρίωση για την επιλογή του νομοθέτη να αποδίδει στην αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ υψηλότερη μοριοδότηση από εκείνη που αποδίδει σε έναν συναφή διδακτορικό τίτλο. Η διαφορετική φύση των δύο προσόντων δεν αναιρεί την ανάγκη να αιτιολογηθεί με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια η συγκεκριμένη ιεράρχηση.
Αυτό σημαίνει ότι ένα συναφές διδακτορικό δίπλωμα, ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, συνεισφέρει τελικά μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος. Ακόμη εντονότερη είναι η υποβάθμιση στην επιλογή Γενικού Διευθυντή, όπου τα τυπικά–εκπαιδευτικά προσόντα έχουν συντελεστή μόλις 0,05, με αποτέλεσμα τα 750 μόρια του διδακτορικού να αντιστοιχούν σε μόλις 37,5 μόρια.
Στην πράξη, επομένως, για την επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος το συναφές διδακτορικό αποδίδει 75 μόρια μετά την εφαρμογή του συντελεστή 0,10, ενώ η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ αποδίδει 84 μόρια. Αντίστοιχα, για την επιλογή Γενικού Διευθυντή, το διδακτορικό αποδίδει 37,5 μόρια, ενώ η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ 42 μόρια. Δηλαδή, ακόμη και εντός της ήδη περιορισμένης βαρύτητας των εκπαιδευτικών προσόντων, ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος κατατάσσεται χαμηλότερα από την αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ.
Είναι θεσμικά, επιστημονικά και αξιοκρατικά αδικαιολόγητο ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος να καταλήγει να έχει τόσο περιορισμένη πραγματική βαρύτητα στη διαδικασία επιλογής των στελεχών της δημόσιας διοίκησης. Η απόκτηση διδακτορικού διπλώματος αποτελεί το αποτέλεσμα πολυετούς ερευνητικής και επιστημονικής εργασίας και πιστοποιεί υψηλού επιπέδου εξειδίκευση, αναλυτική και συνθετική ικανότητα, μεθοδολογική επάρκεια, ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων και παραγωγής πρωτότυπης γνώσης.
Δεν είναι συνεπώς εύλογο το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων να περιορίζεται στο 5% ή 10% της τελικής στάθμισης, ενώ μία γραπτή εξέταση μπορεί, στην περίπτωση των Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος, να καθορίζει το 55% της συνολικής βαθμολογίας.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο από το γεγονός ότι το ίδιο το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει σε άλλο σημείο του την ιδιαίτερη αξία του συναφούς διδακτορικού τίτλου. Συγκεκριμένα, για τη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, η κατοχή συναφούς διδακτορικού μειώνει τον απαιτούμενο χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης κατά έξι (6) ολόκληρα έτη, έναντι δύο ετών για μεταπτυχιακό ή integrated master.
Δημιουργείται, επομένως, μια προφανής εσωτερική ασυνέπεια: από τη μία πλευρά, ο νομοθέτης αναγνωρίζει το συναφές διδακτορικό ως προσόν τέτοιας σημασίας ώστε να δικαιολογεί έξι έτη ταχύτερης βαθμολογικής εξέλιξης και, από την άλλη, όταν κρίνεται η επιλογή των στελεχών που θα αναλάβουν τις σημαντικότερες θέσεις ευθύνης της δημόσιας διοίκησης, περιορίζει το σύνολο των εκπαιδευτικών προσόντων σε συντελεστή 5% ή 10%.
Παράλληλα, το άρθρο 12 προβλέπει ότι κάθε υποψήφιος αντιστοιχίζεται σε μία μόνο από τις βασικές κατηγορίες τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, εκείνη που αποδίδει την υψηλότερη μοριοδότηση, ενώ αποκλείεται ρητά η αθροιστική μοριοδότηση των συγκεκριμένων τίτλων σπουδών. Έτσι, η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή ενός υπαλλήλου δεν αποτυπώνεται πλήρως στη βαθμολογία του.
Την ίδια στιγμή, η γραπτή εξέταση αποτελεί προϋπόθεση ένταξης στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων και μπορεί να περιλαμβάνει δοκιμασίες γνώσεων, δεξιοτήτων και αποτελεσματικότητας, με ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, ανάπτυξη κειμένου ή συνδυασμό αυτών.
Εύλογα, επομένως, τίθεται το ερώτημα:
Με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική μελέτη τεκμηριώθηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας; Με ποια τεκμηρίωση κρίθηκε ότι μία γραπτή εξέταση πρέπει να έχει συντελεστή 55%, όταν το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων περιορίζεται στο 10%; Και με ποια λογική ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος καταλήγει να συνεισφέρει μόλις 75 μόρια στην επιλογή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος και μόλις 37,5 μόρια στην επιλογή Γενικού Διευθυντή;
Περαιτέρω, με ποια επιστημονική, συγκριτική ή διοικητική τεκμηρίωση καθορίστηκε η ίδια η εσωτερική ιεράρχηση των εκπαιδευτικών προσόντων; Με ποια αντικειμενικά κριτήρια η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ αποτιμάται σε 840 μόρια, ενώ ο συναφής διδακτορικός τίτλος, ως ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος, αποτιμάται σε 750 μόρια;
Ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στην πράξη ως περιφερειακό προσόν, ιδίως σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι επιδιώκει την αξιοκρατία, την εξειδίκευση, την καινοτομία και την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης.
Για τους ανωτέρω λόγους προτείνεται:
1. ουσιώδης αύξηση του συντελεστή βαρύτητας των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων, ώστε η πραγματική συμμετοχή τους στην τελική βαθμολογία να ανταποκρίνεται στο επίπεδο γνώσεων και επιστημονικής εξειδίκευσης που πιστοποιούν.
2. επανεξέταση του συντελεστή 0,55 της γραπτής εξέτασης για την επιλογή Διευθυντών και Προϊσταμένων Τμήματος, ώστε μία μεμονωμένη εξεταστική διαδικασία να μην αποκτά δυσανάλογη βαρύτητα έναντι της συνολικής επιστημονικής και επαγγελματικής διαδρομής του υποψηφίου.
3. επανεξέταση της απαγόρευσης αθροιστικής μοριοδότησης των τίτλων σπουδών, ώστε να αποτιμάται με αναλογικό τρόπο η συνολική εκπαιδευτική και επιστημονική διαδρομή κάθε υποψηφίου.
4. επανεξέταση της εσωτερικής μοριοδότησης των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων και ειδικότερα της πρόβλεψης με την οποία η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ λαμβάνει 840 μόρια, έναντι 750 μορίων του συναφούς διδακτορικού τίτλου, καθώς και την ειδική τεκμηρίωση της συγκεκριμένης διαφοροποίησης.
5. δημοσιοποίηση της επιστημονικής, συγκριτικής ή διοικητικής μελέτης βάσει της οποίας καθορίστηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές βαρύτητας και η μεταξύ τους ιεράρχηση και, εφόσον τέτοια τεκμηρίωση δεν υφίσταται, την επαναξιολόγησή τους πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Προβληματική είναι και η εσωτερική ιεράρχηση: η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ μοριοδοτείται με 840 μόρια, υψηλότερα από το διδακτορικό (750), χωρίς αυτό να τεκμηριώνεται αντικειμενικά. Στην πράξη, μετά την εφαρμογή των συντελεστών, η ΕΣΔΔΑ αποδίδει 84 μόρια έναντι 75 του διδακτορικού (και 42 έναντι 37,5 για Γενικό Διευθυντή) ,δηλαδή ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος κατατάσσεται χαμηλότερα. Είναι θεσμικά και αξιοκρατικά αδικαιολόγητο ο ανώτατος ακαδημαϊκός τίτλος (προϊόν πολυετούς έρευνας που πιστοποιεί εξειδίκευση και αναλυτική ικανότητα) να έχει τόσο περιορισμένη βαρύτητα, ενώ μία γραπτή εξέταση καθορίζει το 55% της βαθμολογίας.
Επιπλέον, το άρθρο 12 επιτρέπει μοριοδότηση μόνο σε μία κατηγορία προσόντων (την υψηλότερη), αποκλείοντας αθροιστική μοριοδότηση, γεγονός που δεν ευνοεί τη συνολική αποτίμηση της πορείας των εργαζομένων αλλά δρα σε βάρος της σημασίας των τυπικών προσόντων, χρησιμοποιώντας τον γραπτό διαγωνισμό ως δούρειο ίππο για την περαιτέρω μείωση της μοριοδότησης των τυπικών προσόντων. Τη στιγμή που η πολιτεία εξετάζει την κατάργηση των Πανελλαδικών εξετάσεων γιατί αποτυπώνουν μόνο μια στιγμή στην πορεία των υποψηφίων, με ποια κριτήρια έχει μεγαλύτερη βαρύτητα ο γραπτός διαγωνισμός (σε μια μόνο χρονική στιγμή ανά τετραετία) από τα τυπικά προσόντα που αποτελούν τεκμήρια μια διαχρονικής προσπάθειας και πορείας;
Επίσης, τυχόν θέσπιση τυποποιημένων ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής δεν εξετάζει την κριτική ικανότητα των υποψηφίων, τη συνθετική ικανότητα και την παραγωγή λόγου και ιδεών και εμμένει σε μια στείρα εξέταση, βολική για τους παρόχους σύντομων "φροντιστηριακών μαθημάτων" προετοιμασίας υποψηφίων, άρα μιλάμε για μια φροντιστηροποίηση της διαδικασίας που εξετάζει επιδερμικά τυποποιημένες και εύπεπτες γνώσεις και όχι τη δημιουργική και κριτική ικανότητα.
Ο Πίνακας Α΄, επίσης, προβλέπει 200 μόρια για τίτλο επιπέδου 5 (ΔΕ), χωρίς αντίστοιχη αυτοτελή μοριοδότηση του βασικού τίτλου ανώτατης εκπαίδευσης (ΠΕ/ΤΕ). Η διαφοροποίηση αυτή χρειάζεται ειδική αιτιολόγηση, αφού το ίδιο σύστημα μοριοδοτεί τίτλο κατώτερου επιπέδου χωρίς να προβλέπει ανάλογη μοριοδότηση για ανώτερα επίπεδα του Ε.Π.Π..Σε συνδυασμό με τα προηγούμενα σχόλια για τη σχέση διδακτορικού/ΕΣΔΔΑ, προκύπτει ανάγκη συνολικής επανεξέτασης του Πίνακα Α΄, ώστε η στάθμιση των τυπικών-εκπαιδευτικών προσόντων να βασίζεται σε σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, με ρητή μοριοδότηση των βασικών τίτλων σπουδών ανάλογα με το επίπεδό τους στο Ε.Π.Π.
Η αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης δεν συμβιβάζεται με την απαξίωση της επιστημονικής γνώσης και της συστηματικής σκέψης και έρευνας. Ένα πραγματικά αξιοκρατικό σύστημα οφείλει να σταθμίζει εξίσου την εμπειρία, τις δεξιότητες και την ακαδημαϊκή κατάρτιση. Ο διδακτορικός τίτλος, ως το ανώτερο επίπεδο σπουδών, οφείλει να αποτιμάται δίκαια και όχι να μοριοδοτείται προσχηματικά με απώτερο σκοπό να μπορούν να "παρακαμφθούν" οι κάτοχοί του.
Πρέπει να εξεταστεί η μοριοδότηση επιστημονικών δημοσιεύσεων, άρθρων, μελετών και λοιπού συγγραφικού και επιστημονικού έργου. Δεν είναι αξιοκρατικό και δίκαιο να εξισώνεται πλήρως ένας υπάλληλος με σημαντικό επιστημονικό έργο με έναν υπάλληλο χωρίς αντίστοιχη δραστηριότητα.
Ειδικότερα, το συναφές διδακτορικό μοριοδοτείται με 750 μόρια, αλλά τελικά αποδίδει μόλις 75 μόρια για θέσεις Διεύθυνσης και Τμήματος και 37,5 μόρια για θέσεις Γενικής Διεύθυνσης. Αντίστοιχα, η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ, με 840 μόρια, αποδίδει 84 και 42 μόρια. Παράλληλα, για τις θέσεις Διεύθυνσης και Τμήματος, η γραπτή εξέταση καθορίζει το 55% της τελικής βαθμολογίας, ενώ το σύνολο των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων περιορίζεται στο 10%.
Η στάθμιση αυτή καθιστά δυσανάλογα καθοριστική μία μεμονωμένη εξεταστική διαδικασία και υποβαθμίζει την πολυετή επιστημονική κατάρτιση. Επιπλέον, η απαγόρευση αθροιστικής μοριοδότησης δεν αποτυπώνει τη συνολική εκπαιδευτική διαδρομή του υποψηφίου. Προκύπτει, επίσης, εσωτερική ασυνέπεια, καθώς το ίδιο νομοσχέδιο αναγνωρίζει τη σημασία του συναφούς διδακτορικού, μειώνοντας κατά έξι έτη τον χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης.
Χωρίς να αμφισβητείται η αξία της ΕΣΔΔΑ, της διοικητικής εμπειρίας ή της γραπτής εξέτασης, απαιτείται ένα ισορροπημένο σύστημα που να υπηρετεί έμπρακτα τις αρχές της αξιοκρατίας, της αναλογικότητας, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας.
Ζητείται, συνεπώς:
ουσιώδης αύξηση της βαρύτητας των τυπικών–εκπαιδευτικών προσόντων,
επανεξέταση του συντελεστή 0,55 της γραπτής εξέτασης,
αναλογική αποτίμηση της συνολικής εκπαιδευτικής διαδρομής και επανεξέταση της απαγόρευσης αθροιστικής μοριοδότησης,
ειδική αιτιολόγηση της υψηλότερης μοριοδότησης της ΕΣΔΔΑ έναντι του συναφούς διδακτορικού και δημοσιοποίηση της μελέτης βάσει της οποίας καθορίστηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές.
Η αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης προϋποθέτει ισόρροπη αποτίμηση της εμπειρίας, των διοικητικών ικανοτήτων και της επιστημονικής κατάρτισης. Η γνώση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακό προσόν.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.