Αναφορικά με την έναρξη ισχύος της προτεινόμενης ρύθμισης του άρθρου 12 παρ. 3, θα ήθελα να επισημάνω μία παρατήρηση, η οποία αφορά και χρόνο που ανάγεται στο παρελθόν και χρήζει, κατά την άποψή μου, ειδικότερης εξέτασης.
Από τη διατύπωση της προτεινόμενης διάταξης προκύπτει ότι ο χρόνος άσκησης καθηκόντων σε θέσεις διοίκησης ανεξάρτητων αρχών από δημοσίους υπαλλήλους, κατά την επιστροφή τους στην υπηρεσία και κατά την υποβολή υποψηφιότητας για θέσεις ευθύνης, αναγνωρίζεται και μοριοδοτείται ως χρόνος άσκησης καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας.
Ειδικότερα, για όσους έχουν διατελέσει Πρόεδροι και Αντιπρόεδροι ανεξάρτητων αρχών, ο χρόνος αυτός εξομοιώνεται ως προς τη μοριοδότηση με τον χρόνο άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, ενώ για τα λοιπά μέλη των Αρχών αναγνωρίζεται αντιστοίχως ως χρόνος άσκησης καθηκόντων Διευθυντή. Παράλληλα, προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση και για τις ειδικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 17 του ν. 4957/2022.
Εύλογα, συνεπώς, ανακύπτει το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης και της αντικειμενικής αιτιολόγησης του πεδίου εφαρμογής της διάταξης.
Και τούτο διότι δεν προκύπτει αντίστοιχη αναγνώριση για δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν διατελέσει, μεταξύ άλλων, Διοικητές ή Αναπληρωτές Διοικητές νοσοκομείων, Διοικητές ή επικεφαλής ΝΠΔΔ και οργανισμών, όπως ο ΕΟΦ, ή σε άλλες αντίστοιχες θέσεις ανώτατης διοικητικής ευθύνης, όταν πρόκειται για θέσεις που αποτελούν το ανώτατο εκτελεστικό όργανο του φορέα, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί εύλογο ερώτημα: ποιο είναι το αντικειμενικό και ουσιαστικό κριτήριο βάσει του οποίου η άσκηση καθηκόντων Προέδρου ή Αντιπροέδρου ανεξάρτητης αρχής αναγνωρίζεται ως αντίστοιχη με άσκηση καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, ενώ η άσκηση καθηκόντων Διοικητή ή αντίστοιχου ανώτατου εκτελεστικού οργάνου ΝΠΔΔ δεν τυγχάνει αντίστοιχης αναγνώρισης;
Δεν θα έπρεπε το κριτήριο να είναι η πραγματική έκταση των καθηκόντων, το επίπεδο ευθύνης, η διοικητική αρμοδιότητα, η πολυπλοκότητα του φορέα, η διάρκεια και η αποκλειστικότητα της απασχόλησης, και όχι αποκλειστικά η νομική μορφή ή η κατηγορία του φορέα στον οποίο ασκήθηκαν τα καθήκοντα;
Ιδίως όταν πρόκειται για θέσεις Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών νοσοκομείων ή Προέδρων/επικεφαλής ΝΠΔΔ, όπου ο διοικητικός και επιτελικός ρόλος μπορεί να είναι αντίστοιχου ή και μεγαλύτερου εύρους από εκείνον άλλων θέσεων που η διάταξη ρητά αναγνωρίζει, η πλήρης απουσία μοριοδότησης δημιουργεί ζήτημα συνέπειας, αξιοκρατίας και ίσης μεταχείρισης.
Για τον λόγο αυτό, παρακαλείται η Διοίκηση να διευκρινίσει:
1. Ποιο είναι το αντικειμενικό κριτήριο για τη διαφορετική μεταχείριση των ανωτέρω κατηγοριών θέσεων;
2. Έχει εξεταστεί η συμβατότητα της διαφοροποίησης με την αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας;
3. Για ποιο λόγο δεν προβλέπεται αντίστοιχη αναγνώριση του χρόνου άσκησης καθηκόντων σε θέσεις ανώτατης διοικητικής ευθύνης σε ΝΠΔΔ και λοιπούς δημόσιους φορείς, όταν οι θέσεις αυτές συνεπάγονται πλήρη και αποκλειστική άσκηση διοικητικών και εκτελεστικών καθηκόντων;
4. Δεδομένου ότι η προτεινόμενη ρύθμιση αφορά και χρόνο που έχει διανυθεί κατά το παρελθόν, με ποιον τρόπο διασφαλίζεται ότι η εφαρμογή της δεν θα οδηγήσει σε αδικαιολόγητες ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων που έχουν ασκήσει συγκρίσιμα καθήκοντα ευθύνης;
Η διάταξη θα ήταν σκόπιμο να επανεξεταστεί, ώστε η αναγνώριση της διοικητικής εμπειρίας να βασίζεται σε ενιαία, αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια και να καλύπτει όλες τις ουσιωδώς συγκρίσιμες περιπτώσεις ανώτατης διοικητικής ευθύνης στον δημόσιο τομέα, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του φορέα.
Σε διαφορετική περίπτωση, δημιουργείται η εντύπωση μιας επιλεκτικής και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση αναγνώρισης συγκεκριμένων μορφών διοικητικής εμπειρίας, γεγονός που χρήζει σαφούς θεσμικής και νομικής τεκμηρίωσης.
Ο Πίνακας Α΄ προτείνεται να αναμορφωθεί ως εξής:
| Α/Α | Τυπικά–εκπαιδευτικά προσόντα | Προτεινόμενα μόρια |
|---:|---|---:|
| 1 | Πτυχίο ή δίπλωμα επιπέδου 5 του Ε.Π.Π. – Σ.Α.Ε.Κ. / Ακαδημίες Επαγγελματικής Κατάρτισης / Μεταλυκειακό Έτος – Τάξη Μαθητείας ΕΠΑ.Λ. | 200 |
| 2 | Ενιαίος και αδιάσπαστος τίτλος σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου (integrated master) | 300 |
| 3 | Μεταπτυχιακό δίπλωμα μετά τον βασικό τίτλο σπουδών | 550 |
| 4 | Διδακτορικό δίπλωμα μετά τον βασικό τίτλο σπουδών | 750 |
| 5 | Επιτυχής αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) | **750** |
| 6 | Άριστη γνώση επίσημης ξένης γλώσσας της Ευρωπαϊκής Ένωσης | 100 |
| 7 | Πολύ καλή γνώση επίσημης ξένης γλώσσας της Ευρωπαϊκής Ένωσης | 80 |
Η επιτυχής αποφοίτηση από την Ε.Σ.Δ.Δ.Α. αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό προσόν, καθώς παρέχει εξειδικευμένη εκπαίδευση σε θέματα δημόσιας διοίκησης. Ωστόσο, η μοριοδότησή της με 840 μόρια, δηλαδή υψηλότερα από ένα διδακτορικό δίπλωμα που λαμβάνει 750 μόρια, δημιουργεί μια δυσανάλογη και μη επαρκώς αιτιολογημένη υπεροχή.
Η ολοκλήρωση διδακτορικών σπουδών αποτελεί πολυετή και απαιτητική διαδικασία, η οποία αποδεικνύει ικανότητα σχεδιασμού και υλοποίησης σύνθετου έργου, εφαρμογής επιστημονικής μεθοδολογίας, έρευνας, τεκμηρίωσης, ανάλυσης και σύνθεσης δεδομένων, ορθολογικής σκέψης και παραγωγής πρωτότυπου επιστημονικού έργου. Οι δεξιότητες αυτές είναι άμεσα αξιοποιήσιμες σε θέσεις διοικητικής και επιτελικής ευθύνης.
Παράλληλα, οι απόφοιτοι της Ε.Σ.Δ.Δ.Α. απολαμβάνουν ήδη σημαντικά υπηρεσιακά πλεονεκτήματα. Κατατάσσονται σε προωθημένο εισαγωγικό βαθμό, ο χρόνος φοίτησής τους υπολογίζεται ως πλεονάζων χρόνος στον βαθμό και μπορούν να συμμετέχουν ως υποψήφιοι για οποιαδήποτε οριζόντια θέση ευθύνης, ανεξάρτητα από τον βασικό τίτλο σπουδών τους, εφόσον διαθέτουν τα απαιτούμενα πρόσθετα προσόντα.
Για τον λόγο αυτό, η εξίσωση της μοριοδότησης της αποφοίτησης από την Ε.Σ.Δ.Δ.Α. με τη μοριοδότηση του διδακτορικού διπλώματος στα 750 μόρια αποτελεί περισσότερο ισορροπημένη επιλογή. Αναγνωρίζει πλήρως την αξία της Ε.Σ.Δ.Δ.Α., χωρίς να υποβαθμίζει την ακαδημαϊκή, ερευνητική και μεθοδολογική κατάρτιση των κατόχων διδακτορικού διπλώματος.
Ως προς τις ξένες γλώσσες, η προβλεπόμενη μοριοδότηση των 80 και 50 μορίων υποτιμά τη σημασία της γλωσσομάθειας για την άσκηση καθηκόντων ευθύνης στη σύγχρονη δημόσια διοίκηση. Η γνώση ξένων γλωσσών δεν αποτελεί απλώς πρόσθετο τυπικό προσόν, αλλά ουσιαστικό εργαλείο για την καθημερινή λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.
Η αύξηση του αλλοδαπού πληθυσμού, η κινητικότητα πολιτών, εργαζομένων και εκπαιδευομένων, η συμμετοχή της χώρας σε ευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα, καθώς και η συνεχής συνεργασία των δημόσιων φορέων με ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς καθιστούν τη γλωσσομάθεια αναγκαία διοικητική δεξιότητα.
Ένα στέλεχος ευθύνης πρέπει να μπορεί να μελετά ξενόγλωσσα έγγραφα, κανονισμούς, εκθέσεις και κατευθυντήριες οδηγίες, να συμμετέχει ουσιαστικά σε τηλεδιασκέψεις και διεθνείς συναντήσεις, να επικοινωνεί με ξένες αντιπροσωπείες και να εκπροσωπεί επαρκώς την υπηρεσία του. Δεν είναι λειτουργικά εύλογο οι υπάλληλοι μιας οργανικής μονάδας να διαθέτουν περισσότερες γλωσσικές δεξιότητες από τον προϊστάμενό τους, ενώ εκείνος ενδέχεται να αδυνατεί να μελετήσει ένα υπηρεσιακό κείμενο στην αγγλική γλώσσα ή να συμμετάσχει αυτοδύναμα σε διεθνή τηλεδιάσκεψη.
Η κυβερνητική πολιτική ενθαρρύνει την εξωστρέφεια της δημόσιας διοίκησης, την ευρωπαϊκή και διεθνή κινητικότητα, τη συμμετοχή σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα και την ανάπτυξη διμερών και πολυμερών συνεργασιών. Επομένως, τα στελέχη που καλούνται να διοικήσουν οργανικές μονάδες και να εκπροσωπήσουν τη χώρα ή τον φορέα τους πρέπει να διαθέτουν αντίστοιχη γλωσσική κατάρτιση.
Είναι, επίσης, θεσμικά ασυνεπές το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού να θεσπίζει από το σχολικό έτος 2026–2027 τη δυνατότητα δωρεάν συμμετοχής των μαθητών της Γ΄ Γυμνασίου στις εξετάσεις του ηλεκτρονικού Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας, αναγνωρίζοντας τη γλωσσομάθεια ως βασικό εφόδιο για τη ζωή, τις σπουδές και την εργασία, ενώ ταυτόχρονα αυτή αποτιμάται τόσο περιορισμένα κατά την επιλογή των μελλοντικών στελεχών της δημόσιας διοίκησης.
Παράλληλα, πρέπει να επιτρέπεται η αθροιστική μοριοδότηση έως δύο ξένων γλωσσών, με ανώτατο συνολικό όριο τα διακόσια (200) μόρια. Για την ίδια ξένη γλώσσα πρέπει να μοριοδοτείται μόνο το ανώτερο πιστοποιημένο επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, προτείνεται η αντίστοιχη τροποποίηση της περ. θ΄ της παρ. 2, η οποία σήμερα θέτει ως ανώτατο όριο τα 160 μόρια.
Η προτεινόμενη αναμόρφωση διαμορφώνει μια περισσότερο ισορροπημένη και σύγχρονη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών προσόντων, αναγνωρίζοντας ισότιμα τη διοικητική εκπαίδευση και την υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκή έρευνα και αποδίδοντας στη γλωσσομάθεια τη βαρύτητα που επιβάλλουν οι πραγματικές ανάγκες μιας εξωστρεφούς και ευρωπαϊκά προσανατολισμένης δημόσιας διοίκησης.
Κατάργηση της προϋπόθεσης συνάφειας για τη μοριοδότηση μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων
Προτείνεται να απαλειφθεί από την παρ. 2 περ. α΄ η προϋπόθεση της συνάφειας για τη μοριοδότηση των αναγνωρισμένων μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων στις διαδικασίες επιλογής προϊσταμένων.
Η σύνδεση της μοριοδότησης με τα αντικείμενα στα οποία απασχολείται ή μπορεί, σύμφωνα με τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας του, να απασχοληθεί ο υπάλληλος δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ασάφειας και άνισης μεταχείρισης. Δεν καθίσταται σαφές εάν η συνάφεια κρίνεται σε σχέση με την προκηρυσσόμενη θέση, την οργανική μονάδα, τον φορέα προέλευσης ή το συνολικό αντικείμενο του Υπουργείου στο οποίο υπηρετεί ο υποψήφιος.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στις οριζόντιες Διευθύνσεις, όπως οι Διευθύνσεις Ανθρώπινου Δυναμικού, Διοικητικού, Οικονομικού, Προμηθειών, Πληροφορικής ή Διεθνών Σχέσεων, για τις οποίες μπορούν να υποβάλουν υποψηφιότητα υπάλληλοι από διαφορετικά Υπουργεία και φορείς. Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι εύλογο η αναγνώριση του ίδιου ακαδημαϊκού τίτλου να εξαρτάται από το αντικείμενο του Υπουργείου ή της υπηρεσίας στην οποία έτυχε να υπηρετεί προηγουμένως ο υποψήφιος.
Αντίστοιχα προβλήματα δημιουργούνται κατά τη μεταφορά Γενικών ή Ειδικών Γραμματειών και οργανικών μονάδων από ένα Υπουργείο σε άλλο, καθώς και κατά τη μετάταξη, απόσπαση ή μετακίνηση υπαλλήλων. Ο ίδιος τίτλος σπουδών δεν είναι ορθολογικό να θεωρείται συναφής σε έναν φορέα και μη συναφής σε άλλον, αποκλειστικά εξαιτίας μιας διοικητικής ή οργανωτικής μεταβολής που δεν εξαρτάται από τον υπάλληλο.
Ιδίως ως προς το διδακτορικό δίπλωμα, η αξία του δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο ειδικό γνωστικό αντικείμενο της διατριβής. Η εκπόνηση διδακτορικής έρευνας αποδεικνύει ικανότητα σχεδιασμού και υλοποίησης σύνθετου και μακροχρόνιου έργου, εφαρμογής επιστημονικής μεθοδολογίας, αξιολόγησης πηγών και δεδομένων, τεκμηρίωσης, ανάλυσης και σύνθεσης πληροφοριών, ορθολογικής σκέψης, εξαγωγής συμπερασμάτων και συγγραφής επιστημονικού κειμένου. Πρόκειται για οριζόντιες και μεταβιβάσιμες δεξιότητες, οι οποίες είναι χρήσιμες για την άσκηση διοικητικών και επιτελικών καθηκόντων ανεξάρτητα από το ειδικό αντικείμενο της θέσης.
Η αποκλειστική προσήλωση στη συνάφεια δεν ανταποκρίνεται, επίσης, στις σύγχρονες ανάγκες επαγγελματικής κινητικότητας, επαγγελματικής μετάβασης ή αναπροσανατολισμού, αναβάθμισης δεξιοτήτων (upskilling) και επανειδίκευσης (reskilling). Αντιθέτως, αποθαρρύνει τη διά βίου μάθηση και ουσιαστικά εγκλωβίζει τον υπάλληλο στο αρχικό γνωστικό ή υπηρεσιακό του αντικείμενο, χωρίς να αναγνωρίζει την προσπάθειά του να αποκτήσει νέες γνώσεις και δεξιότητες.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται όλοι οι νομίμως αναγνωρισμένοι μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί τίτλοι να μοριοδοτούνται ανεξάρτητα από τη συνάφειά τους με την υπηρεσία προέλευσης ή την προκηρυσσόμενη θέση. Η κατοχή ενός τέτοιου τίτλου αποτελεί αυτοτελή απόδειξη επιστημονικής κατάρτισης, μεθοδικότητας, ερευνητικής ικανότητας και επένδυσης στη διά βίου μάθηση και πρέπει να αναγνωρίζεται αντικειμενικά και με ενιαίο τρόπο σε όλες τις διαδικασίες επιλογής προϊσταμένων.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.