Η πρέπει να εφαρμοστεί για όλους ή να καταργηθεί για όλους τους διατελέσαντες σε θέσεις ευθύνης
Ειδικότερα, ενώ το αρμόδιο Συμβούλιο προβαίνει στον έλεγχο των προϋποθέσεων συμμετοχής, στη βαθμολόγηση των υποψηφίων, στην εξέταση των ενστάσεων και τελικά, στην κατάρτιση πίνακα κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας, στη συνέχεια παρέχεται στον Υπουργό ή στο ανώτατο όργανο διοίκησης η δυνατότητα επιλογής μεταξύ των υποψηφίων με τις υψηλότερες βαθμολογίες, χωρίς να προκύπτει ότι δεσμεύεται από τη σειρά κατάταξης.
Με τον τρόπο αυτό, η αντικειμενική διαδικασία αξιολόγησης κινδυνεύει να αποδυναμωθεί στο πλέον κρίσιμο στάδιό της, δηλαδή κατά την τελική επιλογή. Εφόσον ο νομοθέτης θεσπίζει συγκεκριμένα και μετρήσιμα κριτήρια προκειμένου να προσδιοριστούν οι καταλληλότεροι υποψήφιοι, θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς για ποιον λόγο η τελική επιλογή μπορεί να αποκλίνει από το αποτέλεσμα της κατάταξης.
Ιδίως προβληματίζει το γεγονός ότι ρητή αναφορά σε «αιτιολογημένη απόφαση» προβλέπεται για την επιλογή μεταξύ ισοβαθμησάντων, ενώ δεν διατυπώνεται αντίστοιχη ειδική υποχρέωση αιτιολόγησης σε περίπτωση επιλογής υποψηφίου έναντι άλλου που προηγείται αυτού στον τελικό πίνακα κατάταξης.
Ο προβληματισμός καθίσταται ακόμη εντονότερος από την παρ. 3, σύμφωνα με την οποία η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και για την επιλογή Προϊσταμένων επιπέδου Τμήματος. Η επέκταση της αποφασιστικής αρμοδιότητας του πολιτικού ή ανώτατου διοικητικού οργάνου έως το επίπεδο του Τμήματος δεν φαίνεται να συνάδει με την επιδιωκόμενη ενίσχυση της επαγγελματικής και αξιοκρατικής διοίκησης.
Προτείνεται, συνεπώς, η τελική επιλογή και τοποθέτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τη σειρά του τελικού πίνακα κατάταξης. Εναλλακτικά, εφόσον κριθεί αναγκαίο να διατηρηθεί δυνατότητα απόκλισης από τη σειρά κατάταξης, αυτή θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και με ειδική, συγκεκριμένη και επαρκή αιτιολογία, συνδεόμενη με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις της συγκεκριμένης θέσης ευθύνης και την τεκμηριωμένη συνάφεια των προσόντων και της υπηρεσιακής εμπειρίας του επιλεγέντος υποψηφίου προς αυτές.
Με τον τρόπο αυτό διατηρείται η αρμοδιότητα του οργάνου διοίκησης για την έκδοση της πράξης τοποθέτησης, χωρίς να αναιρείται στην πράξη το αποτέλεσμα της προηγηθείσας αντικειμενικής διαδικασίας αξιολόγησης.
Προτείνεται:
Η τοποθέτηση να γίνεται υποχρεωτικά κατά τη σειρά του τελικού πίνακα και των δηλωθεισών προτιμήσεων.
Απόκλιση από τη σειρά να επιτρέπεται μόνο για ρητά προβλεπόμενο λόγο.
Η απόφαση απόκλισης να περιλαμβάνει ειδική, συγκεκριμένη και συγκριτική αιτιολογία.
Η γενική διατύπωση ότι άλλος υποψήφιος είναι «καταλληλότερος» να μην αρκεί.
Η αιτιολογία να συνδέεται με στοιχεία που:
προβλέπονταν στην προκήρυξη,
αποτυπώνονταν στο ειδικό περίγραμμα,
αξιολογήθηκαν με ενιαία μεθοδολογία για όλους.
Η προθεσμία ένστασης να αυξηθεί από τρεις σε δέκα εργάσιμες ημέρες.
Πριν από την έναρξη της προθεσμίας, κάθε υποψήφιος να λαμβάνει:
το ατομικό φύλλο μοριοδότησης,
την κρίση περί συνάφειας,
τα δεδομένα εμπειρίας που ελήφθησαν υπόψη,
το απόσπασμα πρακτικού που τον αφορά.
Η ένσταση να εξετάζεται από διαφορετική σύνθεση ή ειδικό τμήμα επανεξέτασης.
Να επιτρέπεται αίτημα διόρθωσης πρόδηλου σφάλματος στη γραπτή εξέταση.
Να προβλέπεται ηλεκτρονική δήλωση προτιμήσεων πριν από την τελική αντιστοίχιση υποψηφίων και θέσεων.
Το άρθρο 18 επιτρέπει στο αρμόδιο όργανο να επιλέγει μεταξύ των υψηλότερα βαθμολογημένων και προβλέπει τριήμερη προθεσμία ένστασης.
Προτεινόμενη νομοτεχνική αντικατάσταση
«Ο Υπουργός ή το ανώτατο κατά περίπτωση όργανο διοίκησης τοποθετεί τους υποψηφίους κατά τη σειρά του τελικού πίνακα κατάταξης, λαμβανομένων υπόψη των δηλωθεισών προτιμήσεών τους και των απαιτούμενων κλάδων και ειδικοτήτων. Απόκλιση επιτρέπεται μόνο για ειδικά προβλεπόμενο στον νόμο λόγο, με ειδική, συγκεκριμένη και συγκριτική αιτιολογία που συνδέεται με το ειδικό περίγραμμα της προκηρυσσόμενης θέσης.»
Και:
«Κατά των πινάκων οι υποψήφιοι δύνανται να υποβάλουν ένσταση ηλεκτρονικά μέσω του ΣΔΑΔ εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ανάρτηση και την ταυτόχρονη ηλεκτρονική γνωστοποίηση του ατομικού φύλλου μοριοδότησης.»
Ας υποθέσουμε ότι προκηρύσσεται μία θέση Προϊσταμένου Τμήματος Πληροφορικής και ότι ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας προβλέπει πως στη συγκεκριμένη θέση προΐσταται υπάλληλος «ΠΕ Πληροφορικής και, εν ελλείψει, ΤΕ Πληροφορικής». Υποβάλλουν υποψηφιότητα δύο υπάλληλοι, ένας ΠΕ και ένας ΤΕ Πληροφορικής. Αμφότεροι πληρούν όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις, έχουν τον απαιτούμενο βαθμό και την απαιτούμενη υπηρεσία, είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων και συμμετέχουν στην ίδια γραπτή εξέταση.
Ο υποψήφιος ΤΕ Πληροφορικής διαθέτει δύο μεταπτυχιακά, συναφές διδακτορικό, άριστη γνώση Αγγλικών, είκοσι χρόνια δημόσιας υπηρεσίας και επιτυγχάνει βαθμολογία 900/1.000 στη γραπτή εξέταση. Με βάση τα κριτήρια του σχεδίου νόμου, συγκεντρώνει συνολικά 775,26 μόρια. Ο υποψήφιος ΠΕ Πληροφορικής διαθέτει μόνο το βασικό πτυχίο, δεν έχει μεταπτυχιακό, διδακτορικό ή πιστοποιημένη ξένη γλώσσα και επιτυγχάνει βαθμολογία 500/1.000 στην ίδια εξέταση. Η συνολική βαθμολογία του ανέρχεται, ενδεικτικά, σε 323,85 μόρια.
Ο υποψήφιος ΤΕ προηγείται, επομένως, κατά 451,41 μόρια. Έχει αξιολογηθεί ως καταλληλότερος με όλα τα αντικειμενικά κριτήρια που θεσπίζει το νέο σύστημα: διαθέτει περισσότερα εκπαιδευτικά προσόντα, υψηλότερη επίδοση στη γραπτή εξέταση και σημαντικά υψηλότερη τελική βαθμολογία. Κατατάσσεται πρώτος στον ενιαίο πίνακα που, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του νέου άρθρου 86Ε, καταρτίζεται κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας.
Παρά τα παραπάνω, ο υποψήφιος ΤΕ δεν επιλέγεται. Επειδή ο ΟΕΥ περιλαμβάνει τη διατύπωση «ΠΕ και, εν ελλείψει, ΤΕ», ενεργοποιείται το προβάδισμα του άρθρου 97. Έτσι, ο υποψήφιος ΠΕ καταλαμβάνει τη θέση, μολονότι βρίσκεται δεύτερος στον πίνακα και υπολείπεται κατά περισσότερα από 450 μόρια. Ο υποψήφιος ΤΕ θα μπορούσε να επιλεγεί μόνο εάν δεν υπήρχε κανένας παραδεκτός υποψήφιος ΠΕ, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλη είναι η βαθμολογική του υπεροχή.
Το αποτέλεσμα αυτό δημιουργεί μια ουσιώδη αντίφαση στο εσωτερικό του νέου συστήματος. Από τη μία πλευρά, ο νομοθέτης καθιερώνει γραπτή εξέταση, αντικειμενική μοριοδότηση, ηλεκτρονικό Μητρώο και κατάταξη κατά φθίνουσα βαθμολογία, δηλώνοντας ότι σκοπός του είναι η ανάδειξη των ικανότερων και καταλληλότερων στελεχών. Από την άλλη πλευρά, επιτρέπει να παραμερίζεται ο πρώτος υποψήφιος του πίνακα αποκλειστικά λόγω της κατηγορίας ΤΕ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική διαφορά προσόντων, γνώσεων, δεξιοτήτων και τελικής επίδοσης.
Στην πράξη, η συμμετοχή του υποψηφίου ΤΕ καθίσταται σε μεγάλο βαθμό προσχηματική. Ο υπάλληλος καλείται να συμμετάσχει στην εξέταση, να εγγραφεί στο Μητρώο, να υποβάλει υποψηφιότητα, να ελεγχθεί και να βαθμολογηθεί, αλλά ακόμη και αν καταταγεί πρώτος δεν μπορεί να επιλεγεί όσο υπάρχει έστω ένας παραδεκτός υποψήφιος ΠΕ. Η εξέταση και η συνολική βαθμολογία του αποκτούν πρακτική σημασία μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει υποψήφιος της προβαδίζουσας κατηγορίας.
Το ζήτημα γίνεται εντονότερο επειδή ο ίδιος ο ΟΕΥ αναγνωρίζει ότι ο υπάλληλος ΤΕ Πληροφορικής διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για να ασκήσει τα καθήκοντα της θέσης. Διαφορετικά, δεν θα προέβλεπε τη δυνατότητα τοποθέτησής του ούτε «εν ελλείψει» ΠΕ. Εφόσον, λοιπόν, και οι δύο κατηγορίες αναγνωρίζονται ως κατάλληλες για την ίδια οργανική μονάδα, είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί γιατί ένας ΤΕ με σαφώς ανώτερη αντικειμενική επίδοση πρέπει να αποκλείεται από την τελική επιλογή αποκλειστικά λόγω της κατηγορίας του.
Η διαφορετική μεταχείριση των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ δεν είναι αυτομάτως αντισυνταγματική. Για να είναι, όμως, συνταγματικά ανεκτή, πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικό λόγο, να συνδέεται με τις πραγματικές αρμοδιότητες της θέσης και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Μια απόλυτη προτεραιότητα, η οποία παραμερίζει διαφορά εκατοντάδων μορίων και καθιστά αδιάφορη την επίδοση στη γραπτή εξέταση, εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας, της αναλογικότητας και της ορθολογικής οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο υποψήφιος ΠΕ λαμβάνει ορισμένα επιπλέον μόρια λόγω του τίτλου του. Στην πραγματικότητα, το βασικό πτυχίο ΠΕ δεν μοριοδοτείται καθόλου στον νέο Πίνακα Α΄. Παρ’ όλα αυτά, η κατηγορία ΠΕ λειτουργεί ως απόλυτο κριτήριο προτεραιότητας, υπερισχύοντας της συνολικής βαθμολογίας. Έτσι, ένα χαρακτηριστικό που δεν λαμβάνει αριθμητικά μόρια μπορεί τελικά να ακυρώσει όλα τα μόρια του ανθυποψηφίου.
Η συγκεκριμένη συνέπεια βρίσκεται σε ευθεία ένταση και με τη δηλωμένη φιλοσοφία του σχεδίου νόμου. Εάν η τελική επιλογή προκαθορίζεται από την κατηγορία εκπαίδευσης, τότε η γραπτή εξέταση, τα αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και η κατάταξη κατά φθίνουσα βαθμολογία δεν επιτελούν τον σκοπό για τον οποίο θεσπίζονται. Το σύστημα εμφανίζεται ως αξιοκρατικό και ανταγωνιστικό, αλλά η πραγματική δυνατότητα επιλογής του ΤΕ εξαρτάται όχι από την επίδοσή του, αλλά από την απουσία οποιουδήποτε παραδεκτού ΠΕ.
Για την αποκατάσταση της συνοχής του νέου συστήματος προτείνεται, όταν οι οργανικές διατάξεις αναγνωρίζουν ότι μία θέση μπορεί να καλυφθεί τόσο από ΠΕ όσο και από ΤΕ της ίδιας ή συναφούς ειδικότητας, η επιλογή να πραγματοποιείται αποκλειστικά με βάση την τελική βαθμολογία. Το προβάδισμα θα μπορούσε να διατηρείται μόνο όταν δικαιολογείται ειδικά από τις αρμοδιότητες της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας ή να λειτουργεί ως κριτήριο επίλυσης ισοβαθμίας και όχι ως απόλυτος μηχανισμός παραμερισμού του πρώτου υποψηφίου.
Διαφορετικά, είναι δυνατόν να επιλεγεί ο υποψήφιος με τη χαμηλότερη αντικειμενική επίδοση και να απορριφθεί εκείνος που αναδείχθηκε πρώτος από το ίδιο το σύστημα αξιολόγησης. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα αποδυναμώνει την αξιοπιστία της γραπτής εξέτασης, ακυρώνει την ουσία της μοριοδότησης και αντιστρατεύεται τον βασικό σκοπό του σχεδίου νόμου: την ανάδειξη των ικανότερων και καταλληλότερων στελεχών της δημόσιας διοίκησης.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.