Η ρύθμιση χρήζει επανεξέτασης, διότι η κατοχή του βαθμού Α΄ δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως απόλυτη προϋπόθεση κατά τρόπο που να αναιρεί στην πράξη την προβλεπόμενη δυνατότητα συμμετοχής των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 97 του ν. 3528/2007, μεταξύ υπαλλήλων διαφορετικών κατηγοριών καθορίζεται προβάδισμα κατηγορίας, ενώ μεταξύ υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας λαμβάνεται υπόψη ο ανώτερος βαθμός. Επομένως, η κατηγορία και ο βαθμός αποτελούν διακριτά κριτήρια και δεν είναι ορθό ένα ενιαίο βαθμολογικό προαπαιτούμενο να λειτουργεί κατά τρόπο που να παρακάμπτει το νομοθετικά κατοχυρωμένο προβάδισμα των κατηγοριών.
Το ζήτημα αυτό έχει αντιμετωπιστεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας με τη ΣτΕ 2817/2017, καθώς και με τις συναφείς αποφάσεις ΣτΕ 2811/2017, 2812/2017, 2813/2017, 2816/2017 και 2818/2017, όπου γίνεται δεκτό ότι το προβάδισμα των κατηγοριών κατά την επιλογή προϊσταμένων δεν μπορεί να καταργείται αδιακρίτως, αλλά μόνο όταν αυτό δικαιολογείται από το αντικείμενο της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας και την ειδικότητα του κλάδου.
Περαιτέρω, η απόλυτη απαίτηση κατοχής βαθμού Α΄ δημιουργεί ιδιαίτερο πρακτικό πρόβλημα κατά την πρώτη εφαρμογή του συστήματος, ιδίως σε μικρούς οργανισμούς και φορείς με περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων. Είναι πιθανό να μην υπάρχει επαρκής αριθμός υπαλλήλων βαθμού Α΄ για την κάλυψη των προβλεπόμενων θέσεων ευθύνης. Στην περίπτωση αυτή, ενώ η ίδια η διάταξη αναγνωρίζει ως υποψηφίους υπαλλήλους των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, η προϋπόθεση του βαθμού Α΄ μπορεί να οδηγήσει σε αντικειμενική αδυναμία πλήρωσης των θέσεων Προϊσταμένων.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται, ειδικά για την παρ. 10 περ. γ΄, η προσθήκη του βαθμού Β΄ στην περίπτωση γα), ώστε αυτή να διαμορφωθεί ως εξής:
«γα) κατέχουν τον βαθμό Α΄ ή Β΄ σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. ή το άρθρο 83 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων για τους υπαλλήλους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού και έχουν τρία (3) τουλάχιστον έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας».
Η προσθήκη του βαθμού Β΄ θα αποτρέψει την αδυναμία στελέχωσης οργανικών μονάδων σε φορείς με μικρό αριθμό υπαλλήλων και θα διασφαλίσει ότι η ρητή πρόβλεψη των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ δεν θα καταστεί στην πράξη ανενεργή λόγω της αποκλειστικής απαίτησης κατοχής του βαθμού Α΄.
Παράλληλα, θα πρέπει να διασφαλιστεί ρητά ότι το προβάδισμα της κατηγορίας δεν παρακάμπτεται μέσω της θέσπισης του βαθμού ως απόλυτου φίλτρου, σύμφωνα με το άρθρο 97 του ν. 3528/2007 και τη σχετική νομολογία του ΣτΕ.
Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε η πρώτη εφαρμογή του συστήματος επιλογής να είναι λειτουργική, εφαρμόσιμη και σύμφωνη με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο περί προβαδίσματος των κατηγοριών.
Η απαίτηση κατά την πρώτη εφαρμογή του συστήματος να έχουν διανυθεί έξι έτη πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας στην αντίστοιχη κατηγορία εκπαίδευσης δημιουργεί σοβαρή ανισότητα για υπαλλήλους που, μετά από πολυετή υπηρεσία, απέκτησαν ανώτερο τίτλο σπουδών και μετατάχθηκαν πρόσφατα σε ανώτερη κατηγορία.
Ενδεικτικά, υπάλληλος με περίπου 30 έτη πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, ο οποίος υπηρέτησε επί σειρά ετών ως ΔΕ και στη συνέχεια απέκτησε πανεπιστημιακό τίτλο και μετατάχθηκε σε ΠΕ, μπορεί να αποκλειστεί από την πρώτη γραπτή εξέταση επειδή δεν συμπληρώνει εξαετία ως ΠΕ. Την ίδια στιγμή, υπάλληλος με μόλις έξι συνολικά έτη υπηρεσίας ως ΠΕ θα έχει δικαίωμα συμμετοχής.
Η ρύθμιση αυτή ουσιαστικά λειτουργεί εις βάρος της εκπαιδευτικής και υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαλλήλων.
Προτείνεται, τουλάχιστον κατά την πρώτη εφαρμογή, να λαμβάνεται υπόψη η συνολική πραγματική δημόσια υπηρεσία ή να προβλεφθεί ειδική μεταβατική ρύθμιση για όσους έχουν μεταταχθεί σε ανώτερη εκπαιδευτική κατηγορία.
Έτσι θα υπηρετηθούν ουσιαστικότερα οι αρχές της αξιοκρατίας, της ισότητας και της αξιοποίησης της πολυετούς διοικητικής εμπειρίας.
Στις προτεινόμενες μεταβατικές διατάξεις παρατηρούνται οι εξής κατάφωρες αντίφασεις και ανισότητες εντός του ίδιου νομοσχεδίου:
1. Αντίφαση απαιτούμενου βαθμού και προϋποθέσεων ένταξης στο Μητρώο. Παρατηρείται πλήρης αναντιστοιχία και σύγχυση όσον αφορά τον βαθμό που πρέπει να κατέχει ένας υπάλληλος για να καταλάβει θέση ευθύνης, σε σχέση με τις πάγιες προϋποθέσεις ένταξης στο Μητρώο του ίδιου νομοσχεδίου. Ενώ η νέα κλίμακα βαθμολογικής εξέλιξης επιτρέπει τη γρήγορη ανέλιξη υπαλλήλων με αυξημένα προσόντα, η μεταβατική διάταξη εγκλωβίζει τους υπαλλήλους αυτούς, θέτοντας βαθμολογικά προσκόμματα που δεν συνάδουν με τη φιλοσοφία του Μητρώο.
2. Τίθεται ως απαράβατος όρος για τη συμμετοχή στην πρώτη γραπτή εξέταση η συμπλήρωση έξι (6) ετών συνολικής εν τοις πράγμασι δημόσιας υπηρεσίας μετά τον διορισμό. Η πρόβλεψη αυτή, σε συνδυασμό με τα κριτήρια του άρθρου, εισάγει μια σειρά από σοβαρές στρεβλώσεις:
- Η μεταβατική διάταξη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο του ίδιου νομοσχεδίου (αρθ. 8) που ρυθμίζει τις πάγιες προϋποθέσεις ένταξης στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων. Ενώ το κύριο σώμα του νομοσχεδίου αναγνωρίζει ότι η τριετής, σε συνδυασμό με άλλες προυποθέσεις, επαρκεί για την είσοδο στο Μητρώο, η μεταβατική διάταξη διπλασιάζει αυθαίρετα το όριο αυτό για την πρώτη –και κρισιμότερη– εξέταση.
- Ανατροπή της φιλοσοφίας μοριοδότησης και υποβάθμιση των προσόντων. Παρατηρείται σοβαρή αντίφαση στον τρόπο μοριοδότησης της μεταβατικής διάταξης σε σχέση με τους γενικούς συντελεστές του νομοσχεδίου. Ενώ το νομοσχέδιο εξαγγέλλει την έμφαση στα τυπικά προσόντα και τη γραπτή εξέταση, στην παράγραφο 11 προτάσσονται δυσανάλογα η εργασιακή εμπειρία και η εμπειρία σε θέση ευθύνης με τον υψηλό συντελεστή 0,35. Η επιλογή αυτή υποβαθμίζει πλήρως τα ακαδημαϊκά προσόντα και «φωτογραφίζει» όσους ήδη κατέχουν θέσεις ευθύνης, ακυρώνοντας τη δεσμευμένη αναλογία βαρύτητας του υπόλοιπου νομοσχεδίου.
3. Απαξίωση των επιτυχόντων σε γραπτούς διαγωνισμούς ΑΣΕΠ. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια ή μέριμνα για την άμεση εισαγωγή στο Μητρώο των υπαλλήλων εκείνων που συμμετείχαν ήδη σε απαιτητικούς γραπτούς διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ, πέτυχαν και διορίστηκαν αξιοκρατικά. Οι υπάλληλοι αυτοί έχουν ήδη αποδείξει γραπτώς τις ικανότητές τους υπό την αιγίδα της Ανεξάρτητης Αρχής και είναι παράλογο να αποκλείονται οριζόντια με βάση ένα χρονικό κριτήριο.
4. Διαιώνιση του άδικου καθεστώτος των απευθείας αναθέσεων. Ο αποκλεισμός των νέων υπαλλήλων με αυξημένα προσόντα από την πρώτη εξέταση στερεί από τη Δημόσια Διοίκηση τη δυνατότητα να στελεχωθεί άμεσα με άτομα που κατέλαβαν τις θέσεις τους αξιοκρατικά. Το αποτέλεσμα θα είναι η αναγκαστική παράταση του άδικου, αδιαφανούς και μη σύννομου καθεστώτος τοποθέτησης προϊσταμένων μέσω «αναπλήρωσης» με απευθείας αποφάσεις Δημάρχων και οργάνων διοίκησης, ένα φαινόμενο που υποτίθεται ότι το παρόν νομοσχέδιο έρχεται να πατάξει.
Πρότασεις Τροποποίησης:
-Να εναρμονιστούν τα κριτήρια του απαιτούμενου βαθμού για θέση ευθύνης με τις πάγιες προϋποθέσεις ένταξης στο Μητρώο, ακολουθώντας πιστά τη νέα κλίμακα βαθμολογικής εξέλιξης.
- Να εναρμονιστούν τα κριτήρια της μεταβατικής διάταξης με τις πάγιες προϋποθέσεις ένταξης στο Μητρώο.
- Να διορθωθούν οι συντελεστές βαρύτητας (0,35) στην παράγραφο 11, ώστε η εργασιακή εμπειρία να μην εκμηδενίζει την αξία των τίτλων σπουδών.
- Ειδικά για την πρώτη εξέταση, να δοθεί το δικαίωμα συμμετοχής σε υπαλλήλους με αυξημένα τυπικά προσόντα ή σε διορισμένους μέσω γραπτού διαγωνισμού ΑΣΕΠ, ώστε οι θέσεις ευθύνης να καλυφθούν άμεσα με όρους απόλυτης αξιοκρατίας και διαφάνειας.
Η επικείμενη πρώτη γραπτή εξέταση αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία για τη Δημόσια Διοίκηση. Έχει τη δύναμη να ξεκαθαρίσει οριστικά το τοπίο, θέτοντας ένα τέλος σε παθογένειες δεκαετιών. Εάν η διαδικασία αυτή σχεδιαστεί σωστά, χωρίς τεχνητούς αποκλεισμούς, θα αποτελέσει μια σπουδαία αρχή βασισμένη στη διαφάνεια και την πραγματική αριστεία. Μόνο μέσα από ένα δίκαιο και συμπεριληπτικό σύστημα θα διαμορφώσουμε μια σύγχρονη, αποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση, η οποία θα λειτουργεί ως πρότυπο αξιοκρατίας για ολόκληρη την κοινωνία.
Υ.Γ. Ως επιτυχούσα γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, γνωρίζω από πρώτο χέρι πόσο επίπονη, απαιτητική και αδιάβλητη είναι μια τέτοια γραπτή διαδικασία. Ακριβώς επειδή το επίπεδο δυσκολίας είναι υψηλό, το Υπουργείο οφείλει να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της επιτυχίας του Μητρώου, διευρύνοντας τη βάση των υποψηφίων. Εάν διατηρηθούν οι τρέχοντες ασφυκτικοί περιορισμοί, η δεξαμενή των διαθέσιμων επιτυχόντων υπαλλήλων θα είναι ελλιπής. Το εγχείρημα ενδεχομένως να οδηγηθεί σε αποτυχία και νομοτελειακά θα καταλήξουμε στην αναγκαστική παράταση των απευθείας αναθέσεων και των αυθαίρετων «αναπληρώσεων» – ακριβώς επειδή δεν θα υπάρχουν στελέχη που να πληρούν τις σχεδιαζόμενες προϋποθέσεις. Ας μην ακυρώσουμε μια σωστή μεταρρύθμιση λόγω άστοχου σχεδιασμού των μεταβατικών της όρων.
Στην παρ. 11 (περ. β΄) του Άρθρου 28 ορίζεται ότι δικαίωμα συμμετοχής στη γραπτή εξέταση του ΑΣΕΠ έχουν όσοι υπάλληλοι διαθέτουν «έξι (6) τουλάχιστον έτη συνολικής εν τοις πράγμασι δημόσιας υπηρεσίας, τα οποία [...] πρέπει να έχουν διανυθεί στην αντίστοιχη κατηγορία εκπαίδευσης μετά τον διορισμό τους».
Οι περιορισμοί αυτοί εισάγουν διπλό αντισυνταγματικό αποκλεισμό και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του Διοικητικού Δικαίου:
1. Αυθαίρετος Αποκλεισμός Αναγνωρισμένης Ιδιωτικής Εμπειρίας:
Η απαίτηση αποκλειστικά «δημόσιας» υπηρεσίας απαξιώνει τη νομίμως αναγνωρισμένη προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα (βάσει του ν. 4354/2015 και του άρθρου 98 του ν. 3528/2007). Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ Ολ. 192/2022, ΣτΕ Ολ. 1251-1254/2024), ρυθμίσεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις ή απαξιώνουν τη συναφή εργασιακή εμπειρία χωρίς ειδικό και τεκμηριωμένο λόγο δημοσίου συμφέροντος, προσβάλλουν τις συνταγματικές αρχές της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1) και της αξιοκρατίας (άρθρο 103).
2. Αντιφατική και Δυσανάλογη Απαίτηση Διανυθέντος Χρόνου «στην ίδια Κατηγορία Εκπαίδευσης»:
Ο αποκλεισμός του χρόνου υπηρεσίας που διανύθηκε σε κατώτερη κατηγορία εκπαίδευσης (π.χ. ΔΕ πριν τη μετάταξη σε ΠΕ/ΤΕ) συνιστά ευθεία νομική αντίφαση. Ο ίδιος ο Υπαλληλικός Κώδικας (άρθρο 98 ν. 3528/2007) αλλά και το παρόν νομοσχέδιο (Άρθρο 28, παρ. 3) αναγνωρίζουν ρητά και υπολογίζουν τον πέραν της δεκαετίας χρόνο που διανύθηκε σε κατώτερη κατηγορία (κατά το ήμισυ) για τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου.
Όταν η Διοίκηση αναγνωρίζει θεσμικά ότι ο χρόνος αυτός προσφέρει διοικητική εμπειρία και αυξάνει τη βαθμολογική ωριμότητα, συνιστά παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ) και της χρηστής διοίκησης το να τίθεται «οριζόντιος κόφτης» που ακυρώνει παντελώς την εμπειρία αυτή ως προς το δικαίωμα απλής συμμετοχής σε μια γραπτή εξέταση δεξιοτήτων.
ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ:
Στο Άρθρο 28, παρ. 11, περ. β΄, να διαγραφούν οι περιοριστικοί όροι και η φράση:
«[...] έχουν έξι (6) τουλάχιστον έτη συνολικής εν τοις πράγμασι δημόσιας υπηρεσίας, τα οποία, κατά τη δημοσίευση της πρόσκλησης πρέπει να έχουν διανυθεί στην αντίστοιχη κατηγορία εκπαίδευσης μετά τον διορισμό τους [...]»
να αντικατασταθεί από το δίκαιο και αναλογικό:
«[...] έχουν έξι (6) τουλάχιστον έτη συνολικής αναγνωρισμένης προϋπηρεσίας/υπηρεσίας, υπολογιζομένου και του χρόνου που έχει αναγνωριστεί βαθμολογικά ή μισθολογικά σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις [...]»
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.