Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 2 του ν. 3528/2007, «Υπάλληλος που είχε τον απαιτούμενο για διορισμό σε ανώτερη κατηγορία τίτλο σπουδών κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διορισμού του δεν επιτρέπεται να μεταταγεί σε θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας πριν από τη συμπλήρωση οκταετίας από το διορισμό του». Πρόκειται, επομένως, για υπαλλήλους οι οποίοι διέθεταν ήδη, πριν ακόμη από τον διορισμό τους, το τυπικό προσόν που απαιτείται για την ανώτερη κατηγορία, αλλά αποκλείονταν εκ του νόμου από τη δυνατότητα μετάταξης σε αυτήν επί οκτώ έτη.
Η μη συμπλήρωση, συνεπώς, έξι ετών υπηρεσίας στην ανώτερη κατηγορία από τους υπαλλήλους αυτούς δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη ούτε με έλλειψη των απαιτούμενων εκπαιδευτικών προσόντων ούτε με περιορισμένη συνολική δημόσια υπηρεσία. Μπορεί να αποτελεί άμεση συνέπεια του χρονικού περιορισμού που επέβαλε το ίδιο το άρθρο 70 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα. Η νέα μεταβατική ρύθμιση κινδυνεύει έτσι να προσδώσει μια δεύτερη δυσμενή συνέπεια στον ίδιο νομοθετικά επιβεβλημένο περιορισμό.
Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα. Υπάλληλος που κατά τον διορισμό του διέθετε ήδη πτυχίο Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, αλλά διορίστηκε σε κατηγορία ΔΕ, δεν μπορούσε λόγω του άρθρου 70 παρ. 2 να μεταταγεί σε κατηγορία ΠΕ πριν συμπληρώσει οκτώ έτη από τον διορισμό του. Εάν μετά τη συμπλήρωση της οκταετίας μετατάχθηκε σε θέση ΠΕ και κατά τον χρόνο της πρώτης γραπτής εξέτασης έχει πέντε έτη υπηρεσίας στην κατηγορία ΠΕ, θα διαθέτει συνολικά τουλάχιστον δεκατρία έτη πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και τον τίτλο ΠΕ ήδη από τον χρόνο του αρχικού διορισμού του, αλλά θα αποκλείεται από τη γραπτή εξέταση λόγω μη συμπλήρωσης εξαετίας στην κατηγορία ΠΕ. Αντίθετα, υπάλληλος με έξι μόλις έτη συνολικής δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον όλα έχουν διανυθεί στην κατηγορία ΠΕ, θα μπορεί να συμμετάσχει. Η διαφοροποίηση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς ο αποκλειόμενος υπάλληλος μπορεί να διαθέτει υπερδιπλάσια συνολική πραγματική δημόσια υπηρεσία και να κατείχε το ίδιο εκπαιδευτικό προσόν ήδη πριν από τον διορισμό του.
Το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της συνταγματικής αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Κατά την πάγια συνταγματική προσέγγιση της αρχής της ισότητας, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίζει διαφορετικές ρυθμίσεις για διαφορετικές κατηγορίες προσώπων, η διαφοροποίηση όμως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια που τελούν σε συνάφεια με τον σκοπό της ρύθμισης. Αντίστοιχα, η αρχή της αξιοκρατίας, η οποία συνδέεται ιδίως με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 4 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καταλαμβάνει κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας όχι μόνο την αρχική πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις αλλά και τις διαδικασίες υπηρεσιακής εξέλιξης, προαγωγής και ανάθεσης καθηκόντων ευθύνης.
Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επανειλημμένα συνδέσει τις διαδικασίες υπηρεσιακής εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων με την ανάγκη τήρησης των αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας, ώστε η εξέλιξη να πραγματοποιείται με κριτήρια συναπτόμενα προς την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων. Ενδεικτικά, σχετικές αρχές αναπτύσσονται στις ΟλΣτΕ 2396/2004, 3052/2009, 3058/2009, 711/2011, καθώς και στις ΣτΕ 2756/2011, 3766/2012, 3584/2013, 2162/2014 και 3237/2015. Η δε πρόσφατη ΣτΕ 90/2025 επαναλαμβάνει ότι η αρχή της αξιοκρατίας εφαρμόζεται γενικά στην κατάληψη θέσεων ευθύνης στη δημόσια διοίκηση.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο νομοθετικός σκοπός της εξασφάλισης επαρκούς υπηρεσιακής εμπειρίας των υποψηφίων προϊσταμένων είναι καταρχήν θεμιτός. Το ζήτημα, όμως, είναι αν για την επίτευξή του είναι αναγκαίο να αποκλείεται πλήρως από την πρώτη γραπτή εξέταση υπάλληλος με μακρά πραγματική δημόσια υπηρεσία, ο οποίος κατείχε εξαρχής τον τίτλο σπουδών της ανώτερης κατηγορίας, αλλά δεν μπόρεσε να συμπληρώσει έξι έτη σε αυτήν ακριβώς επειδή δεσμευόταν προηγουμένως από την υποχρεωτική οκταετία του άρθρου 70 παρ. 2 του ν. 3528/2007.
Η προβληματική αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν πρόκειται ακόμη για την τελική επιλογή του υπαλλήλου σε θέση προϊσταμένου. Πρόκειται για το προγενέστερο στάδιο της δυνατότητας συμμετοχής σε γραπτή εξέταση, δηλαδή σε μια διαδικασία που αποσκοπεί ακριβώς στην αντικειμενική διαπίστωση γνώσεων και δεξιοτήτων. Ο αποκλεισμός πριν ακόμη δοθεί η δυνατότητα αντικειμενικής αξιολόγησης πρέπει, συνεπώς, να στηρίζεται σε κριτήριο που δικαιολογεί επαρκώς μια τόσο απόλυτη συνέπεια.
Συναφώς τίθεται και ζήτημα αναλογικότητας κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Η απαίτηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής εμπειρίας μπορεί να αποτελεί πρόσφορο μέσο για την εξασφάλιση της καταλληλότητας των υποψηφίων. Ωστόσο, ως προς τους υπαλλήλους του άρθρου 70 παρ. 2, πρέπει να εξεταστεί αν η απαίτηση έξι πλήρων ετών αποκλειστικά στην ανώτερη κατηγορία, χωρίς καμία συνεκτίμηση της προηγούμενης πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και του γεγονότος ότι ο τίτλος της ανώτερης κατηγορίας προϋπήρχε του διορισμού, είναι αναγκαία ή αν ο ίδιος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερη μεταβατική ρύθμιση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η παρ. 3 του άρθρου 70 του ν. 3528/2007, σύμφωνα με την οποία, υπό τις προβλεπόμενες σε αυτή προϋποθέσεις, ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί με τον τίτλο σπουδών που απαιτείται για τον κλάδο στον οποίο μετατάσσεται ο υπάλληλος αναγνωρίζεται για συγκεκριμένες συνέπειες της μετάταξης. Η διάταξη αυτή δεν ταυτίζεται με την προϋπόθεση συμμετοχής στη νέα γραπτή εξέταση και δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε συνυπολογισμό του χρόνου αυτού για τη νέα εξαετία. Καταδεικνύει όμως ότι ο ίδιος ο Υπαλληλικός Κώδικας δεν αντιμετωπίζει ως υπηρεσιακά αδιάφορο κάθε χρόνο που διανύθηκε πριν από τη μετάταξη, όταν ο υπάλληλος κατείχε ήδη τον απαιτούμενο τίτλο σπουδών.
Επιπλέον, η επίμαχη μεταβατική ρύθμιση αφορά την πρώτη εφαρμογή ενός νέου συστήματος. Ακριβώς οι μεταβατικές διατάξεις καλούνται να αντιμετωπίζουν τις ιδιαίτερες καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς και να αποτρέπουν δυσανάλογες συνέπειες από την άμεση εφαρμογή νέων προϋποθέσεων. Στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται σαφώς προσδιορίσιμη κατηγορία υπαλλήλων, των οποίων η δυνατότητα μετάταξης καθυστέρησε όχι για λόγους που αφορούσαν τα προσόντα ή την υπηρεσιακή τους επάρκεια, αλλά λόγω ρητής απαγόρευσης του άρθρου 70 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί ειδική μεταβατική ρύθμιση κατά την πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος για τους υπαλλήλους που, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του αρχικού διορισμού τους, κατείχαν ήδη τον απαιτούμενο τίτλο σπουδών ανώτερης κατηγορίας και υπήχθησαν στον περιορισμό του άρθρου 70 παρ. 2 του ν. 3528/2007.
Η ρύθμιση θα μπορούσε να προβλέπει ότι, αποκλειστικά για την πρώτη εφαρμογή και για τη θεμελίωση του δικαιώματος συμμετοχής στη γραπτή εξέταση, συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο μέρος ή το σύνολο της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας που διανύθηκε πριν από τη μετάταξη, εφόσον ο υπάλληλος κατείχε ήδη κατά το διάστημα αυτό τον τίτλο σπουδών που αποτελεί το τυπικό προσόν της ανώτερης κατηγορίας. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να θεσπιστεί συνδυαστική προϋπόθεση ελάχιστης συνολικής δημόσιας υπηρεσίας και μικρότερου ελάχιστου χρόνου πραγματικής υπηρεσίας στην κατηγορία στην οποία έχει μεταταγεί ο υπάλληλος.
Μια τέτοια πρόβλεψη δεν θα συνιστούσε προνομιακή μεταχείριση ούτε θα αναιρούσε την απαίτηση επαρκούς διοικητικής εμπειρίας. Αντίθετα, θα αντιμετώπιζε ειδικά και περιορισμένα μια αντικειμενικά διαφορετική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε από το ίδιο το προϋφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς. Θα απέτρεπε επίσης το αποτέλεσμα ένας υπάλληλος που διέθετε εξαρχής το απαιτούμενο εκπαιδευτικό προσόν και πολυετή πραγματική δημόσια υπηρεσία να υφίσταται σωρευτικά πρώτα τον οκταετή αποκλεισμό από τη μετάταξη και στη συνέχεια έναν νέο αποκλεισμό έως έξι ετών από τη δυνατότητα συμμετοχής στην πρώτη γραπτή εξέταση.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται σκόπιμη η επανεξέταση της συγκεκριμένης μεταβατικής προϋπόθεσης και η προσθήκη ειδικής πρόβλεψης για τους υπαλλήλους που υπάγονται στο άρθρο 70 παρ. 2 του ν. 3528/2007, ώστε η μετάβαση στο νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων να πραγματοποιηθεί με όρους ουσιαστικής ισότητας, αναλογικότητας και αξιοκρατικής αξιοποίησης της πραγματικής υπηρεσιακής εμπειρίας.
Η πρόβλεψη ότι τα έξι (6) έτη πρέπει να έχουν διανυθεί στην αντίστοιχη κατηγορία εκπαίδευσης «μετά τον διορισμό» δημιουργεί ζήτημα άνισης μεταχείρισης για υπαλλήλους που διαθέτουν πολυετή προϋπηρεσία πριν από τον διορισμό τους.
Ειδικότερα, θα πρέπει να διευκρινιστεί αν στην απαιτούμενη εξαετία προσμετράται προϋπηρεσία πριν από τον διορισμό, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όταν αυτή έχει ήδη αναγνωριστεί επίσημα από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου.
Δεν είναι εύλογο η ίδια αναγνωρισμένη προϋπηρεσία να λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική εξέλιξη, αλλά να αγνοείται πλήρως για τη δυνατότητα συμμετοχής στην πρώτη γραπτή εξέταση, αποκλειστικά και μόνο επειδή αποκτήθηκε πριν από τον διορισμό.
Προτείνεται να απαλειφθεί ή να επαναδιατυπωθεί η φράση «μετά τον διορισμό τους» και να διευκρινιστεί ρητά ποια αναγνωρισμένη προϋπηρεσία προσμετράται για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης εξαετίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 84Α, για την ένταξη στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων προβλέπονται τουλάχιστον τρία (3) έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Αντίστοιχα, στο άρθρο 84 παρ. 3 προβλέπεται δυνατότητα επιλογής Προϊσταμένου Τμήματος για υπαλλήλους με άνω των τριών (3) ετών πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις.
Ωστόσο, στις μεταβατικές διατάξεις για την πρώτη εφαρμογή του συστήματος απαιτούνται έξι (6) έτη πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας για τη συμμετοχή στην πρώτη γραπτή εξέταση.
Δημιουργείται έτσι το παράδοξο υπάλληλοι με 3 έως 5 έτη υπηρεσίας να πληρούν τις βασικές προϋποθέσεις που θεσπίζει το νέο σύστημα, αλλά να αποκλείονται από την ίδια τη γραπτή εξέταση και, κατά συνέπεια, από την πρώτη εφαρμογή του.
Θα ήταν ορθότερο να αρθεί αυτή η αντίφαση και να ισχύσει και κατά την πρώτη εφαρμογή το όριο των τριών (3) ετών, ώστε όλοι όσοι πληρούν τις βασικές προϋποθέσεις να έχουν δικαίωμα συμμετοχής και να κρίνονται βάσει προσόντων, εμπειρίας και επίδοσης στη γραπτή εξέταση.
Ενώ το νέο άρθρο 84Α προβλέπει ως γενική προϋπόθεση για το Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων τουλάχιστον τρία (3) έτη πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, κατά την πρώτη εφαρμογή απαιτούνται έξι (6) έτη για τη συμμετοχή στη γραπτή εξέταση.
Με τον τρόπο αυτό, υπάλληλοι ΠΕ και ΤΕ με 3 έως 5 έτη υπηρεσίας, παρότι πληρούν τη βασική χρονική προϋπόθεση του νέου συστήματος, αποκλείονται στην πράξη από την πρώτη διαδικασία επιλογής.
Θα ήταν πιο συνεπές και δίκαιο το όριο συμμετοχής στην πρώτη γραπτή εξέταση να είναι επίσης τρία (3) έτη, σύμφωνα με τη γενική πρόβλεψη του άρθρου 84Α.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.