Επί του προτεινόμενου Άρθρου 4, το οποίο αναμορφώνει τη βαθμολογική διάρθρωση και συνδέει τους βαθμούς με την εμπειρία, τις δεξιότητες και την άσκηση καθηκόντων, επισημαίνονται τα ακόλουθα κρίσιμα σημεία:
1. Αξιολόγηση υπαλλήλων και προϋποθέσεις Αξιολογητή – Πιστοποίηση Γνώσεων (Παρ. 3 & 5):
Η σύνδεση των βαθμών με την αυξημένη ευθύνη και την αξιολόγηση καθιστά αναγκαία τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας και της επιστημονικής θεμελίωσης της αξιολογικής κρίσης. Αποτελεί διοικητική στρέβλωση να ορίζονται ως αξιολογητές υπάλληλοι που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου με αναπλήρωση/ανάθεση (χωρίς κρίσεις) ή προϊστάμενοι κατώτερης εκπαιδευτικής κατηγορίας (ΤΕ/ΔΕ) έναντι υπαλλήλων ανώτερης κατηγορίας (ΠΕ) με αυξημένα τυπικά προσόντα.
Παράλληλα, η ασφαλής και αμερόληπτη αξιολόγηση απαιτεί ο Αξιολογητής να κατέχει αποδεδειγμένες γνώσεις Διοικητικής Επιστήμης.
Πρόταση: Να προστεθεί ρητή διάταξη που θα ορίζει ότι δικαίωμα αξιολόγησης κατέχουν αποκλειστικά προϊστάμενοι κριθέντες από αρμόδιο Συμβούλιο Επιλογής, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια ή ανώτερη εκπαιδευτική κατηγορία με τον αξιολογούμενο και διαθέτουν πιστοποιημένες γνώσεις Δημόσιας Διοίκησης / Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού (είτε μέσω ακαδημαϊκών τίτλων στη Δημόσια Διοίκηση είτε μέσω ειδικής πιστοποίησης αξιολογητών από το ΕΚΔΔΑ/ΙΝΕΠ). Σε περίπτωση αναπληρωτή προϊσταμένου κατώτερης κατηγορίας ή μη πιστοποιημένου αξιολογητή, η αρμοδιότητα αξιολόγησης να μεταφέρεται αυτοδίκαια στον αμέσως ανώτερο ιεραρχικά προϊστάμενο.
2. Βαθμολογική αναγνώριση 2ου Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών (Παρ. 6):
Η παρ. 6 περιορίζεται στην απονομή εισαγωγικού βαθμού ΣΤ΄ για την κατοχή ενός μεταπτυχιακού τίτλου, αγνοώντας παντελώς τη διαρκή επιστημονική εξέλιξη υπαλλήλων που κατέχουν δεύτερο (2ο) συναφή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών σε τομείς αιχμής (όπως η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση και οι Δημόσιες Πολιτικές).
Πρόταση: Να προβλεφθεί ότι η κατοχή 2ου αυτοτελούς συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου απονέμει επιπλέον ένα (1) έως δύο (2) έτη πλεονάζοντος χρόνου στον εισαγωγικό βαθμό ή οδηγεί σε απευθείας κατάταξη στον Βαθμό Ε΄.
3. Εξειδίκευση κλάδων και αναγνώριση του Πτυχίου Δημόσιας Διοίκησης (Παρ. 11):
Η διατήρηση της εξίσωσης όλων των πτυχίων στον γενικό κλάδο ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού αδικεί τους αποφοίτους τμημάτων Δημόσιας Διοίκησης.
Πρόταση: Κατ' εφαρμογή της παρ. 11, να εκδοθεί υπουργική απόφαση για τη σύσταση εξειδικευμένου κλάδου/ειδικότητας "ΠΕ Δημόσιας Διοίκησης", ώστε οι υπάλληλοι με αμιγώς διοικητική/θεσμική επιστημονική κατάρτιση να αξιοποιούνται προτάσσονταν σε εξειδικευμένες διοικητικές θέσεις.
Προτείνεται εστω και τώρα να αποδεχτείτε ότι οι απόφοιτοι είναι ισότιμοι και να προβλέψετε ανάλογα , όχι μόνο σε αυτό το άρθρο, αλλά σε όλο το νομοθέτημα το οποίο συνεχίζει την αδικία από κεκτημένη ταχύτητα του περασμένου αιώνα.
Η διαφορά των τριών (3) ετών υπηρεσίας μεταξύ των δυο κατηγοριών που στηρίζεται και γιατί πρέπει να υπάρχει;
Υπάρχουν απόφοιτοι των ΤΕΙ των οποίων η σχολή φοίτησης ήταν τέσσερα (4) χρόνια και επιπλέον λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κράτος, κατά τις διαδοχικές μεταρρυθμίσεις της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (μετάβαση από ΤΕΙ σε ΑΤΕΙ και στη συνέχεια σε Πανεπιστήμια/ΔΙΠΑΕ), ουδέποτε παρείχε στους αποφοίτους των παλαιών ετών τη δυνατότητα και το θεσμικό πλαίσιο παρακολούθησης συμπληρωματικών μαθημάτων/εξετάσεων ισοστάθμισης. Οπότε αυτή η δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων κατηγορίας ΤΕ στη βαθμολογική και υπηρεσιακή εξέλιξη τους, λόγω της έλλειψης τίτλου ΑΤΕΙ/ΑΕΙ προφανώς και δεν οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα, αλλά σε διαχρονική παράλειψη του Κράτους να θεσπίσει μεταβατικές διατάξεις εξομοίωσης.
Επιπλέον πουθενά δεν γίνεται αναφορά αν αυτή η νέα βαθμολογική εξέλιξη συνδέεται και με τη μισθολογική εξέλιξη;
Η κατοχή διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου θα πρέπει να προσμετράται για την βαθμολογική κατάταξη ανεξαρτήτως συνάφειας. Δεν είναι δυνατόν ούτε να ακυρώνονται τα επιπλέον χρόνια σπουδών, σε ένα κράτος που θέλει μάλιστα την αξιοποίηση των "αρίστων", ούτε να αλλάζει η βαθμολογική κατάταξη του υπαλλήλου σε περίπτωση μετακίνησης σε άλλη θέση.
Η προτεινόμενη αντικατάσταση του άρθρου 80 του ν. 3528/2007 εισάγει μια σημαντική αλλαγή στη φιλοσοφία της βαθμολογικής εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων. Οι βαθμοί δεν αντιμετωπίζονται πλέον αποκλειστικά ως χρονικά ορόσημα, αλλά ως διακριτά επίπεδα επαγγελματικής ωρίμανσης, γνώσης, δεξιοτήτων, εμπειρίας και ικανότητας ανταπόκρισης σε σύνθετα καθήκοντα.
Υπό το πρίσμα αυτό, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η ρύθμιση της παρ. 5, σύμφωνα με την οποία στον βαθμό Γ΄ ανακατατάσσονται, μεταξύ άλλων, οι υπάλληλοι της κατηγορίας Π.Ε. που έχουν δεκαέξι (16) και άνω έτη υπηρεσίας, ενώ για τους υπαλλήλους της κατηγορίας Τ.Ε. απαιτούνται δεκαεννέα (19) και άνω έτη υπηρεσίας.
Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί ένα εύλογο και απολύτως θεμιτό ερώτημα δημόσιας πολιτικής: ποιος είναι ο αντικειμενικός και επαρκώς τεκμηριωμένος λόγος για τον οποίο, για την κατάταξη στον ίδιο βαθμό Γ΄ και υπό το ίδιο σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης, απαιτούνται τρία επιπλέον έτη υπηρεσίας για έναν υπάλληλο κατηγορίας Τ.Ε. σε σχέση με έναν υπάλληλο κατηγορίας Π.Ε.;
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη η ίδια η περιγραφή του βαθμού Γ΄ στην προτεινόμενη διάταξη. Ο βαθμός αυτός χαρακτηρίζεται ως επίπεδο «Εξειδικευμένου στελέχους» και συνδέεται με εις βάθος γνώση και εμπειρία στο αντικείμενο, πλήρη κατανόηση του θεσμικού και λειτουργικού πλαισίου, ικανότητα αντιμετώπισης σύνθετων και εξειδικευμένων ζητημάτων, ανάλυση δεδομένων και διαμόρφωση τεκμηριωμένων προσεγγίσεων.
Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι ουσιαστικά και ποιοτικά. Δεν περιγράφουν απλώς έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών υπηρεσίας ούτε διαφοροποιούνται στην περιγραφή τους μεταξύ υπαλλήλων Π.Ε. και Τ.Ε.
Επομένως, εφόσον ο Γ΄ βαθμός αποτελεί ενιαίο επίπεδο επαγγελματικής εξέλιξης για τις κατηγορίες αποφοίτων Π.Ε. και Τ.Ε. και περιγράφεται με τα ίδια ουσιαστικά χαρακτηριστικά, η διαφοροποίηση του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας κατά τρία έτη δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη.
Ο νομοθέτης οφείλει να εξηγήσει ποιο συγκεκριμένο αντικειμενικό χαρακτηριστικό της κατηγορίας Τ.Ε. δικαιολογεί την πρόσθετη τριετή υπηρεσιακή απαίτηση και κατά πόσον η διαφοροποίηση αυτή είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
Το ζήτημα συνδέεται ευρύτερα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί βασική αρχή του ενωσιακού δικαίου. Ιδιαίτερη αναφορά μπορεί να γίνει και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20ής Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση C-518/24, European Commission κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία αφορά την πλημμελή μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/958 ως προς τον έλεγχο αναλογικότητας εθνικών ρυθμίσεων που περιορίζουν την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή την άσκησή τους.
Η συγκεκριμένη απόφαση δεν αφορά ευθέως τη βαθμολογική εξέλιξη των δημοσίων υπαλλήλων ούτε κρίνει τη νομιμότητα της συγκεκριμένης διαφοροποίησης των 16 και 19 ετών. Αναδεικνύει, όμως, σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη σημασία της ουσιαστικής και τεκμηριωμένης αξιολόγησης της αναλογικότητας όταν ο νομοθέτης θεσπίζει διαφοροποιήσεις ή περιορισμούς που επηρεάζουν την επαγγελματική πορεία.
Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, θα ήταν σκόπιμο να τεθεί ρητά η ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης της διαφοροποίησης των 16 και 19 ετών.
Ιδίως επειδή η ίδια η προτεινόμενη ρύθμιση αναγνωρίζει ότι η βαθμολογική εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς συνάρτηση του χρόνου, αλλά συνδέεται με την επαγγελματική ωρίμανση, τη γνώση, την εμπειρία, τις δεξιότητες και την ικανότητα άσκησης σύνθετων καθηκόντων.
Εφόσον, συνεπώς, το πραγματικό αντικείμενο της αξιολόγησης είναι η επαγγελματική επάρκεια και η δυνατότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου επιπέδου, κάθε διαφοροποίηση του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας μεταξύ αποφοίτων Π.Ε. και Τ.Ε. θα πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένο, αντικειμενικό και επαληθεύσιμο λόγο και όχι απλώς με την τυπική ονομασία της εκπαιδευτικής κατηγορίας.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί σε συνδυασμό με τις λοιπές προβλέψεις της ίδιας διάταξης. Η προτεινόμενη ρύθμιση αναγνωρίζει, για παράδειγμα, τη δυνατότητα προωθημένης βαθμολογικής κατάταξης των κατόχων μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων και δεν περιορίζεται στην κατοχή ενός τυπικού ακαδημαϊκού τίτλου. Αντιθέτως, εξετάζει τη συνάφεια του περιεχομένου του τίτλου με τα αντικείμενα στα οποία ο υπάλληλος απασχολείται ή δύναται να απασχοληθεί.
Με τον τρόπο αυτό, το ίδιο το νομοθετικό κείμενο εισάγει μια περισσότερο ουσιαστική και εξατομικευμένη αντίληψη της υπηρεσιακής εξέλιξης, στην οποία αξιολογούνται τα προσόντα, η συνάφεια, η γνώση και η δυνατότητα αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού.
Υπό αυτή την έννοια, δημιουργείται ένας ευρύτερος θεσμικός προβληματισμός: το ίδιο το νομοθετικό κείμενο εγκαταλείπει τη λογική της αποκλειστικά τυπικής κατηγοριοποίησης όταν αξιολογεί τον υπάλληλο και τα πρόσθετα προσόντα του, αλλά φαίνεται να τη διατηρεί όταν καθορίζει τον χρόνο υπηρεσιακής εξέλιξης από την κατηγορία Τ.Ε. προς τον βαθμό Γ΄.
Η συνέπεια μεταξύ των δύο αυτών προσεγγίσεων θα ήταν θεσμικά επιθυμητή.
Δεν προτείνεται κατ’ ανάγκη η εξάλειψη κάθε διαφοροποίησης μεταξύ των κατηγοριών Π.Ε. και Τ.Ε. Προτείνεται, όμως, κάθε διαφοροποίηση που επηρεάζει ουσιωδώς τη βαθμολογική εξέλιξη να στηρίζεται σε σαφή, αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια και να τελεί σε εύλογη σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει ο νομοθέτης.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να εξεταστεί είτε η εξομοίωση του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας για την ανακατάταξη στον βαθμό Γ΄, είτε, τουλάχιστον, η ειδική και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση της τριετούς διαφοροποίησης, σε συνδυασμό με δυνατότητα συνεκτίμησης αυξημένων εκπαιδευτικών προσόντων, συναφούς εμπειρίας και αποδεδειγμένης επαγγελματικής επάρκειας.
Το ζήτημα δεν είναι επομένως απλώς αν «οι απόφοιτοι Τ.Ε. αδικούνται» σε σχέση με τους αποφοίτους Π.Ε. Το ουσιαστικό θεσμικό ερώτημα είναι αν μια διαφοροποίηση τριών ετών, για την επίτευξη του ίδιου βαθμολογικού αποτελέσματος και με τα ίδια ουσιαστικά χαρακτηριστικά του βαθμού Γ΄, μπορεί να δικαιολογηθεί με αντικειμενικά και αναλογικά κριτήρια.
Η δημόσια διαβούλευση αποτελεί το κατάλληλο θεσμικό πεδίο για να δοθεί μια σαφής απάντηση:
Για ποιον συγκεκριμένο, αντικειμενικό και αναλογικό λόγο ένας υπάλληλος κατηγορίας Τ.Ε. χρειάζεται τρία επιπλέον έτη υπηρεσίας σε σχέση με έναν υπάλληλο κατηγορίας Π.Ε., προκειμένου να καταταχθεί στον ίδιο βαθμό Γ΄, όταν ο ίδιος ο νομοθέτης περιγράφει τον βαθμό αυτό με βάση την ουσιαστική επαγγελματική γνώση, την εμπειρία, την εξειδίκευση και την ικανότητα και όχι αποκλειστικά με βάση την τυπική εκπαιδευτική κατηγορία;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αναγκαία, προκειμένου η νέα βαθμολογική αρχιτεκτονική να ανταποκρίνεται πράγματι στις αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της ουσιαστικής αξιοποίησης των προσόντων και του ανθρώπινου δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Βλαχάκης Διονύσιος
Στέλεχος Δημόσιας Διοίκησης
Κάτοχος Μεταπτυχιακών Τίτλων EQF Level 7 στις Οικονομικές Επιστήμες.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.