Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι υποψήφιος με υψηλότερη συνολική βαθμολογία μπορεί να μην τοποθετηθεί στη θέση για την οποία έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον, ενώ άλλος υποψήφιος με χαμηλότερη βαθμολογία μπορεί να τοποθετηθεί στην ίδια θέση κατά την κρίση του ανώτατου οργάνου. Η σειρά κατάταξης καθορίζει έτσι ποιοι εισέρχονται στη δεξαμενή των επιλέξιμων υποψηφίων, όχι όμως ποιος καταλαμβάνει κάθε συγκεκριμένη θέση. Με τον τρόπο αυτό η αντικειμενική μοριοδότηση αποδυναμώνεται ακριβώς στο κρισιμότερο στάδιο της διαδικασίας.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι ειδικά αιτιολογημένη απόφαση προβλέπεται ρητά μόνο στην περίπτωση ισοβαθμίας. Δεν θεσπίζεται αντίστοιχη υποχρέωση ειδικής συγκριτικής αιτιολογίας όταν το ανώτατο όργανο επιλέγει για συγκεκριμένη θέση υποψήφιο με χαμηλότερη βαθμολογία αντί άλλου με υψηλότερη. Η γενική υποχρέωση αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων δεν αρκεί για να καλύψει την απουσία ειδικών ουσιαστικών κριτηρίων που να καθιστούν ελέγξιμη την απόκλιση από τη σειρά κατάταξης.
Παράλληλα, η αναφορά της παρ. 1 σε βαθμολόγηση «κατά προκηρυσσόμενη θέση ευθύνης» δεν αποκτά σαφές ουσιαστικό περιεχόμενο, καθώς τα κριτήρια του άρθρου 85 δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το ειδικό αντικείμενο κάθε οργανικής μονάδας. Η γενική βαθμολογία του υποψηφίου δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη την ειδική καταλληλότητά του για συγκεκριμένη Διεύθυνση ή Τμήμα.
Προτείνεται, συνεπώς, η σειρά κατάταξης να αποτελεί το βασικό κριτήριο τοποθέτησης. Εφόσον επιτρέπεται απόκλιση από αυτήν, η επιλογή πρέπει να συνοδεύεται από ειδική και συγκριτική αιτιολογία, βασισμένη σε προκαθορισμένα και ελέγξιμα κριτήρια καταλληλότητας για τη συγκεκριμένη θέση. Στα κριτήρια αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται ιδίως η συνάφεια του βασικού τίτλου σπουδών, των μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων με το αντικείμενο της προκηρυσσόμενης οργανικής μονάδας, όπως αυτό προκύπτει από τον οικείο Οργανισμό και το περίγραμμα θέσης εργασίας, καθώς και η αποδεδειγμένη προϋπηρεσία ή άσκηση καθηκόντων στην ίδια ή σε οργανική μονάδα με συναφές αντικείμενο.
Τα στοιχεία αυτά μπορούν είτε να μοριοδοτούνται διακριτά ανά προκηρυσσόμενη θέση είτε, κατ’ ελάχιστον, να αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της ειδικής αιτιολογίας της τελικής επιλογής. Με τον τρόπο αυτό διατηρείται η αναγκαία ευχέρεια αντιστοίχισης προσώπου και οργανικής μονάδας, χωρίς όμως αυτή να μετατρέπεται σε αδέσμευτη διακριτική ευχέρεια ικανή να ανατρέψει, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, μια σειρά κατάταξης που το ίδιο το νομοσχέδιο συγκροτεί με αξιώσεις αξιοκρατίας, διαφάνειας και αντικειμενικότητας.
Παράλληλα, δεν διασφαλίζεται ο ήδη αποκτηθείς πλεονάζων βαθμολογικός χρόνος λόγω άριστων αξιολογήσεων κατά το προϊσχύον σύστημα του ν. 4369/2016, με αποτέλεσμα κατά την επανακατάταξη να κινδυνεύει να απολέσει κάθε πρακτική αξία.
Προτείνεται να διατηρηθεί η μείωση του ενός (1) έτους για κάθε πρόσθετο μεταπτυχιακό τίτλο, ανεξαρτήτως συνάφειας, και να προβλεφθεί ρητά ότι κάθε πλεονάζων βαθμολογικός χρόνος που έχει ήδη αποκτηθεί από πρόσθετους τίτλους σπουδών ή από άριστες αξιολογήσεις διατηρείται και προσμετράται κατά την επανακατάταξη στο νέο βαθμολογικό σύστημα.
Δημόσιος Υπάλληλος. · 08/08/2026 11:28 Καλημέρα σας.. Θεωρώ ότι θα πρέπει να συμπληρώσετε στην Κατηγορία ΔΕ για τον χρόνο Βαθμολογικής εξέλιξης, και για Υπαλλήλους ΔΕ που έχουν τίτλους Πανεπιστημιακής και Πολυτεχνικής σχολής.Υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις Υπαλλήλων ΔΕ. Ευχαριστώ.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.