Επί του προτεινόμενου Άρθρου 7, το οποίο αντικαθιστά το άρθρο 84 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων (ν. 3528/2007) σχετικά με τις προϋποθέσεις επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων, επισημαίνονται τα ακόλουθα:
1. Αποκλεισμός προσμέτρησης της άσκησης καθηκόντων ευθύνης από απευθείας Αναθέσεις / Αναπληρώσεις (Παρ. 1, 2, 3 & 4):
Στις παραγράφους 1, 2 και 3 ορίζεται ως προϋπόθεση επιλογής η «εν τοις πράγμασι» άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου. Η εξομοίωση της πραγματικής άσκησης καθηκόντων που προέρχεται από απευθείας ανάθεση ή υπηρεσιακή αναπλήρωση με την άσκηση καθηκόντων κατόπιν νόμιμης διαδικασίας επιλογής από αρμόδιο Συμβούλιο Κρίσεων, συνιστά κατάφορη παραβίαση της αρχής της ισότητας και της αξιοκρατίας.
Η τακτική αυτή επιβραβεύει υποκειμενικές διοικητικές επιλογές, δημιουργώντας «τεχνητά» προσόντα και πριμοδοτώντας ορισμένους υπαλλήλους έναντι συναδέλφων τους στους οποίους ουδέποτε δόθηκε η ευκαιρία ανάθεσης.
Πρόταση: Να οριστεί ρητά στο παρόν άρθρο ότι για την πλήρωση των προϋποθέσεων επιλογής (π.χ. «άσκηση καθηκόντων για μία πλήρη θητεία»), καθώς και για οποιαδήποτε μοριοδότηση διοικητικής εμπειρίας, λαμβάνεται υπόψη ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ και ΜΟΝΟ ο χρόνος που διανύθηκε κατόπιν απόφασης αρμόδιου Συμβουλίου Επιλογής/Κρίσεων. Ο χρόνος αναπλήρωσης ή απευθείας ανάθεσης να μην προσμετράται ως εμπειρία θέσης ευθύνης για τη διεκδίκηση νέων θέσεων προϊσταμένων.
2. Αδικαιολόγητος αποκλεισμός έμπειρων υπαλλήλων λόγω ηλικιακού ορίου (Παρ. 8):
Στην παρ. 8 απαγορεύεται η υποβολή αίτησης από υπάλληλο που συμπληρώνει το 67ο έτος της ηλικίας του εντός τεσσάρων (4) ετών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής (αποκλεισμός όσων είναι άνω των 63 ετών), εκτός εάν υπηρετούν ήδη. Η ρύθμιση αυτή αποκλείει άδικα ικανά στελέχη από την εξέλιξη και έρχεται σε αντίθεση με την ανάγκη αξιοποίησης της συσσωρευμένης διοικητικής εμπειρίας.
Πρόταση: Να καταργηθεί ο περιορισμός των τεσσάρων (4) ετών πριν από τη συνταξιοδότηση ή να μειωθεί στο ένα (1) έτος, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη ολοκλήρωση μιας θητείας χωρίς ηλικιακούς αποκλεισμούς.
3. Δυσανάλογος περιορισμός συμμετοχής σε νέες προκηρύξεις (Παρ. 10):
Η απαγόρευση υποβολής αίτησης για άλλη θέση ίσου ή κατώτερου επιπέδου πριν συμπληρωθούν τα 3/4 της θητείας περιορίζει υπέρμετρα την εσωτερική κινητικότητα.
Πρόταση: Το χρονικό όριο απαγόρευσης μετακίνησης σε άλλη θέση ευθύνης να περιοριστεί στο ήμισυ (1/2) της θητείας (δηλαδή στα 2 έτη).
Η θεσμοθέτηση μιας ενιαίας εξεταστικής διαδικασίας για την πρόσβαση στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων δεν μπορεί να αποτελεί το αποκλειστικό ή κυρίαρχο εργαλείο αξιολόγησης υπαλλήλων οι οποίοι διαθέτουν υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκά προσόντα, πολυετή δημόσια υπηρεσία, εξειδικευμένη επαγγελματική εμπειρία και αποδεδειγμένη εκπαιδευτική ή διοικητική δραστηριότητα.
Το ζήτημα δεν είναι εάν πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση. Ασφαλώς και πρέπει.
Το ζήτημα είναι τι ακριβώς αξιολογείται και εάν το εργαλείο αξιολόγησης ανταποκρίνεται στο επίπεδο και στην πραγματική διαδρομή του αξιολογούμενου.
1. Η επιστημονική αριστεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη τυπικό προσόν
Ιδιαίτερη μέριμνα απαιτείται για τους δημοσίους υπαλλήλους που διαθέτουν διδακτορικό τίτλο, μεταπτυχιακές σπουδές, περισσότερους του ενός πανεπιστημιακούς τίτλους, εξειδικευμένη επιστημονική κατάρτιση, ξένες γλώσσες, ψηφιακές δεξιότητες και πολυετή συναφή υπηρεσιακή εμπειρία.
Πρόκειται για ανθρώπινο κεφάλαιο που η Δημόσια Διοίκηση έχει επενδύσει επί σειρά ετών για να αποκτήσει και το οποίο οφείλει να αξιοποιεί.
• Το διδακτορικό δίπλωμα δεν αποτελεί απλώς ένα πρόσθετο μόριο. Αντιπροσωπεύει πολυετή ερευνητική εργασία, επιστημονική μεθοδολογία, αναλυτική και κριτική σκέψη και αξιολόγηση από την ακαδημαϊκή κοινότητα.
• Δεν είναι συνεπώς εύλογο η συσσωρευμένη αυτή επιστημονική διαδρομή να μην έχει ουσιαστική διαφοροποίηση στην αξιολόγηση ενός υποψηφίου και να αντιμετωπίζεται πρακτικά με τον ίδιο τρόπο όπως η περίπτωση ενός υπαλλήλου χωρίς αντίστοιχη επιστημονική εμπειρία.
Η αξιοκρατία δεν σημαίνει ότι όλοι αξιολογούνται σαν να έχουν ακριβώς το ίδιο υπόβαθρο. Σημαίνει ότι αξιολογούνται με τρόπο που αναγνωρίζει και αποτιμά τις πραγματικές διαφορές στα προσόντα, στη γνώση και στην εμπειρία τους.
2. Το παράδοξο των εκπαιδευτών και εισηγητών του ΕΚΔΔΑ
Ιδιαίτερη πρόβλεψη απαιτείται για τους υπαλλήλους που διαθέτουν πιστοποιημένη διδακτική και εκπαιδευτική εμπειρία στο ΕΚΔΔΑ, ιδίως όταν έχουν εκπαιδεύσει στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης σε αντικείμενα διοίκησης, ηγεσίας, ψηφιακών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων.
Δεν είναι εύλογο ένας υπάλληλος ο οποίος έχει επιλεγεί να διδάσκει συγκεκριμένες δεξιότητες σε στελέχη του Δημοσίου να υποχρεώνεται να αποδείξει εκ νέου την επάρκειά του στα ίδια αντικείμενα μέσω μιας γενικής εξεταστικής διαδικασίας.
Δημιουργείται έτσι το παράδοξο:
Ο εκπαιδευτής των στελεχών να καλείται να γίνει εξεταζόμενος στα αντικείμενα που ο ίδιος διδάσκει.
Η ήδη αξιολογημένη και πιστοποιημένη εκπαιδευτική επάρκεια δεν μπορεί να αγνοείται. Θα πρέπει να προβλεφθεί αναγνώριση της συναφούς διδακτικής εμπειρίας και πιστοποίησης ως ισχυρού τεκμηρίου επάρκειας, τουλάχιστον στα αντίστοιχα γνωστικά και δεξιολογικά αντικείμενα.
3. Η πολυετής υπηρεσία πρέπει να έχει πραγματική αξία
Ανάλογη αναγνώριση πρέπει να παρέχεται στους υπαλλήλους με πολυετή πραγματική υπηρεσία και συσσωρευμένη υπηρεσιακή εμπειρία, ιδιαίτερα όταν αυτή συνδυάζεται με υψηλού επιπέδου επιστημονικά προσόντα και συνεχή επαγγελματική δραστηριότητα.
• Η εμπειρία τριών ή περισσότερων δεκαετιών στη Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να θεωρείται απλώς ένας αριθμός ετών στον υπηρεσιακό φάκελο.
• Η διοικητική γνώση που αποκτάται μέσα από δεκαετίες πραγματικής υπηρεσίας αποτελεί κεφάλαιο για τη Δημόσια Διοίκηση και πρέπει να αποτιμάται ουσιαστικά.
4. Το πρόβλημα της «υψηλής απόδοσης»
Το σχέδιο νόμου χρησιμοποιεί ως μία από τις οδούς πρόσβασης την αξιολόγηση ως υπαλλήλου «υψηλής απόδοσης και δυνατοτήτων». Για ορισμένες κατηγορίες θέσεων μάλιστα προβλέπονται επαναλαμβανόμενες σχετικές αξιολογήσεις.
Η πρόβλεψη αυτή είναι θετική ως αρχή. Ωστόσο, χρειάζεται ένας ουσιαστικός μηχανισμός ελέγχου της εφαρμογής της:
• Είναι δυνατόν σε μια υπηρεσιακή μονάδα δεκάδων υπαλλήλων να μην υπάρχει επί σειρά ετών ούτε ένας υπάλληλος υψηλής απόδοσης και δυνατοτήτων;
• Δεν υποστηρίζεται ότι πρέπει να χαρακτηριστούν όλοι ως υψηλής απόδοσης. Αυτό θα ήταν προφανώς αντίθετο με την αξιοκρατία.
• Πρέπει όμως να αντιμετωπιστεί θεσμικά και η αντίστροφη παθογένεια: η περίπτωση κατά την οποία ένας αξιολογητής ή μία υπηρεσιακή δομή δεν αναγνωρίζει ποτέ κανέναν ως υψηλής απόδοσης.
Η αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη μόνο όταν παράγει χαμηλές ή μέτριες βαθμολογίες. Πρέπει να είναι εξίσου αξιόπιστη όταν αναγνωρίζει την υψηλή επίδοση. Συνεπώς, απαιτείται δυνατότητα ελέγχου της αξιοπιστίας και της αιτιολόγησης των αξιολογήσεων, καθώς και αποτελεσματικός μηχανισμός προσφυγής για περιπτώσεις συστηματικής και αδικαιολόγητης μη αναγνώρισης υψηλής απόδοσης.
5. Όχι σε μια νέα «βιομηχανία» προετοιμασίας εξετάσεων
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ώστε η νέα διαδικασία να μη μετατρέψει την υπηρεσιακή εξέλιξη σε πεδίο ανάπτυξης μιας παράλληλης αγοράς ιδιωτικής προετοιμασίας για εξετάσεις.
Όταν ένας έμπειρος δημόσιος υπάλληλος με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα, πολυετή υπηρεσία και αποδεδειγμένη εκπαιδευτική ή διοικητική εμπειρία χρειάζεται να προσφύγει σε ιδιωτική φροντιστηριακή προετοιμασία προκειμένου να ανταγωνιστεί σε μια γενική εξεταστική διαδικασία, τότε πρέπει να εξεταστεί εάν το σύστημα πράγματι αξιολογεί την υπηρεσιακή επάρκεια ή εάν δημιουργεί ένα νέο πεδίο εξεταστικής προετοιμασίας.
Η υπηρεσιακή εξέλιξη δεν πρέπει να εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα του υπαλλήλου να αγοράσει προετοιμασία για έναν διαγωνισμό.
6. Η μεταβατική εφαρμογή δεν πρέπει να παγιώσει τις ανισότητες του παρελθόντος
Ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα είναι η μεταβατική εφαρμογή του νέου συστήματος.
• Η ιστορική παθογένεια: Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές και συγκριτικές κρίσεις προϊσταμένων. Σε πολλές περιπτώσεις, θέσεις προϊσταμένων καλύφθηκαν μέσω αναπλήρωσης ή τοποθέτησης και οι σχετικές υπηρεσιακές καταστάσεις διατηρήθηκαν επί μακρόν.
• Η στρέβλωση: Η προηγούμενη άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου αποτελεί ασφαλώς πραγματική εμπειρία. Δεν αποτελεί όμως κατ’ ανάγκη απόδειξη ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος είχε αξιοκρατικά επιλεγεί έναντι όλων των δυνητικών υποψηφίων, όταν δεν είχε προηγηθεί ανοικτή, συγκριτική και αντικειμενική διαδικασία.
• Ο κίνδυνος: Ένας υπάλληλος που επί χρόνια είχε πρόσβαση σε θέση ευθύνης μέσω αναπλήρωσης μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογο πλεονέκτημα στο νέο σύστημα. Αντίθετα, ένας εξίσου ικανός και προσοντούχος υπάλληλος που ουδέποτε είχε την ευκαιρία να ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου εμφανίζεται ως «λιγότερο έμπειρος», όχι επειδή υστερούσε σε ικανότητα, αλλά επειδή δεν του δόθηκε ποτέ η ίδια ευκαιρία.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται ειδική μεταβατική ρύθμιση κατά την πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος:
Η προηγούμενη άσκηση καθηκόντων σε θέση ευθύνης, ιδίως όταν δεν προέκυψε μετά από ανοικτή και συγκριτική διαδικασία, δεν θα πρέπει να δημιουργεί αυτοτελές και δυσανάλογο πλεονέκτημα έναντι υπαλλήλων που δεν είχαν αντίστοιχη ευκαιρία.
Η πρώτη εφαρμογή πρέπει να αποτελέσει σημείο επανεκκίνησης και όχι μηχανισμό μεταφοράς των πλεονεκτημάτων που δημιουργήθηκαν στο προηγούμενο καθεστώς.
7. Πρόταση για ένα πραγματικά αξιοκρατικό σύστημα
Προτείνεται η ουσιαστική διαφοροποίηση των διαδρομών πρόσβασης στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων. Ειδικότερα:
1. Ειδική Αναγνώριση Ακαδημαϊκών Τίτλων: Να προβλεφθεί ειδική αναγνώριση των κατόχων διδακτορικού και υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκών προσόντων.
2. Αποτίμηση Υπηρεσίας: Να αναγνωρίζεται ουσιαστικά η πολυετής συναφής υπηρεσιακή εμπειρία.
3. Διδακτική Ισοδυναμία: Να αναγνωρίζεται η πιστοποιημένη διδακτική και εκπαιδευτική εμπειρία του ΕΚΔΔΑ (με διδακτική ισοδυναμία ή απαλλαγή από συναφή εκπαιδευτικά/εξεταστικά αντικείμενα).
4. Έλεγχος Αξιολόγησης: Να ενισχυθεί ο έλεγχος της αξιοπιστίας των αξιολογήσεων «υψηλής απόδοσης» και να θεσπιστεί μηχανισμός προσφυγής όταν η αξιολόγηση οδηγεί συστηματικά σε αποκλεισμό υπαλλήλων υψηλών προσόντων.
5. Δίκαιη Μεταβατική Περίοδος: Κατά την πρώτη εφαρμογή, η προηγούμενη άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου να μην μετατρέπεται αυτομάτως σε δυσανάλογο πλεονέκτημα αν δεν είχε προηγηθεί ανοικτή κρίση.
6. Ολιστική Αξιολόγηση: Να αξιολογείται το συνολικό επιστημονικό, υπηρεσιακό, διοικητικό και εκπαιδευτικό προφίλ και όχι αποκλειστικά η επίδοση σε μία οριζόντια εξεταστική διαδικασία.
Συμπέρασμα
Η Δημόσια Διοίκηση δεν έχει ανάγκη από ένα σύστημα που απλώς παράγει επιτυχόντες σε εξετάσεις. Έχει ανάγκη από ένα σύστημα που εντοπίζει, αναγνωρίζει και αξιοποιεί τους πραγματικά ικανούς ανθρώπους της.
• Δεν ζητείται να παίρνουν όλοι άριστα.
• Δεν ζητείται να καταργηθούν τα αντικειμενικά κριτήρια.
• Δεν ζητείται να διορίζεται κάποιος προϊστάμενος μόνο επειδή διαθέτει διδακτορικό.
Ζητείται να μην εξισώνεται ο επιστήμονας με τον μη επιστήμονα, ο εκπαιδευτής με τον μη εκπαιδευτή, ο έμπειρος με τον άπειρο και ο αποδεδειγμένα υψηλά καταρτισμένος υπάλληλος με οποιονδήποτε υποψήφιο, μόνο και μόνο επειδή όλοι καλούνται να απαντήσουν στο ίδιο τεστ.
Η αξιοκρατία δεν είναι η ισοπέδωση των διαφορών. Αξιοκρατία είναι η δίκαιη και τεκμηριωμένη αναγνώριση των διαφορών.
Ένα σύστημα επιλογής προϊσταμένων που δεν μπορεί να αναγνωρίσει την αξία της επιστημονικής γνώσης, της πολυετούς υπηρεσίας, της διδακτικής επάρκειας και της πραγματικής υψηλής απόδοσης, κινδυνεύει να μετατρέψει την αξιοκρατία από εργαλείο αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού σε έναν ακόμη μηχανισμό τυπικής συμμόρφωσης.
Η μεταρρύθμιση πρέπει να διορθώσει αυτή την αντίφαση πριν θεσμοθετηθεί.
Η διαφοροποίηση αυτή αφορά στην ίδια την επιλεξιμότητα για μία θέση ευθύνης και συνεπώς έχει πολύ μεγαλύτερη κανονιστική σημασία από την πρόσθετη μοριοδότηση ενός εκπαιδευτικού προσόντος. Δημιουργούνται δύο διαφορετικές οδοί πρόσβασης στις ίδιες θέσεις. Για έναν υποψήφιο ο βασικός τίτλος σπουδών που έχουν καθορίσει οι οργανικές διατάξεις αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, ενώ για έναν απόφοιτο της ΕΣΔΔΑ η συγκεκριμένη προϋπόθεση αίρεται.
Η πρόβλεψη γίνεται ακόμη πιο σημαντική αν συνεξεταστεί με τον ορισμό των «οριζόντιων θέσεων ευθύνης» της ίδιας διάταξης. Σε αυτές εντάσσονται, μεταξύ άλλων, Γενικές Διευθύνσεις Διοικητικής Υποστήριξης, Οικονομικών Υπηρεσιών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών και Πληροφορικής. Κατά τη γραμματική διατύπωση της ρύθμισης, επομένως, ακόμη και όταν οι οργανικές διατάξεις έχουν συνδέσει μία τέτοια θέση με συγκεκριμένο βασικό τίτλο σπουδών, η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται στον απόφοιτο της ΕΣΔΔΑ.
Εδώ ανακύπτει ένα εύλογο ζήτημα αντικειμενικότητας και συνέπειας. Εφόσον ο νομοθέτης ή ο οικείος οργανισμός έχει κρίνει ότι ένας συγκεκριμένος βασικός τίτλος σπουδών αποτελεί αναγκαίο προσόν για την άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου συγκεκριμένης οργανικής μονάδας, χρειάζεται να τεκμηριωθεί με ποιον τρόπο η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ υποκαθιστά πλήρως αυτό το προσόν ανεξάρτητα από το γνωστικό αντικείμενο του βασικού τίτλου του αποφοίτου. Η διοικητική κατάρτιση της ΕΣΔΔΑ έχει σαφή αξία για τη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης. Η αναγνώριση αυτής της κατάρτισης, όμως, ως γενικού υποκατάστατου οποιουδήποτε βασικού τίτλου σπουδών που απαιτείται για μία οριζόντια θέση ευθύνης χρειάζεται να στηρίζεται σε συγκεκριμένη αντιστοίχιση γνώσεων, δεξιοτήτων και απαιτήσεων της θέσης.
Η ίδια λογική πρέπει να εφαρμόζεται και σε άλλες εκπαιδευτικές διαδρομές. Ένας υπάλληλος μπορεί να διαθέτει βασικό τίτλο διαφορετικού αντικειμένου και στη συνέχεια να έχει αποκτήσει συναφές μεταπτυχιακό ή συναφές διδακτορικό τίτλο, ακόμη και στο ανώτατο επίπεδο 8 του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων, χωρίς η διάταξη να του αναγνωρίζει αντίστοιχη δυνατότητα υπέρβασης του βασικού τίτλου. Δημιουργείται έτσι το παράδοξο να θεωρείται η αποφοίτηση από μία συγκεκριμένη εθνική σχολή επαρκής για την παράκαμψη του απαιτούμενου βασικού τίτλου, ενώ ένας συναφής τίτλος ανώτατης εξειδίκευσης στο ίδιο το αντικείμενο της οργανικής μονάδας δεν παράγει αντίστοιχο αποτέλεσμα.
Η επιλογή αυτή χρειάζεται να εξεταστεί και υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου στις περιπτώσεις όπου αυτό είναι εφαρμοστέο. Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ κατοχυρώνει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και την ίση μεταχείριση ως προς την πρόσβαση στην απασχόληση, με την ειδική εξαίρεση για ορισμένες θέσεις δημόσιας υπηρεσίας να ερμηνεύεται περιοριστικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, μάλιστα, η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-285/01, Burbaud, η οποία αφορούσε πρόσβαση σε θέσεις στελεχών της γαλλικής δημόσιας νοσοκομειακής διοίκησης και εκπαίδευση σε εθνική σχολή δημόσιας διοίκησης του συγκεκριμένου τομέα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον τίτλος που έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος είναι ισοδύναμος με εκείνον που αποκτάται μετά την εθνική εκπαίδευση, πρέπει να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη και δεν είναι επιτρεπτό να υποβαθμίζεται μέσω απαίτησης επανάληψης μιας εκπαιδευτικής ή εξεταστικής διαδρομής που δεν είναι αναγκαία για τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η απόφαση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η προτεινόμενη ελληνική ρύθμιση αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο. Αναδεικνύει, όμως, μία σημαντική αρχή. Όταν ένα εθνικό εκπαιδευτικό προσόν συνδέεται με ιδιαίτερα πλεονεκτήματα πρόσβασης στη δημόσια υπηρεσία, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής εξέτασης συγκρίσιμων προσόντων και ικανοτήτων που έχουν αποκτηθεί μέσω άλλων αναγνωρισμένων εκπαιδευτικών διαδρομών.
Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι η παρ. 6 πρέπει να επανεξεταστεί. Ειδικότερα, θα ήταν σκόπιμο να δημοσιοποιηθεί η επιστημονική ή διοικητική τεκμηρίωση βάσει της οποίας κρίθηκε ότι η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ μπορεί να υποκαθιστά κάθε βασικό τίτλο σπουδών που προβλέπουν οι οργανικές διατάξεις για τις οριζόντιες θέσεις ευθύνης. Επίσης να συνδέεται η εξαίρεση με τεκμηριωμένη αντιστοίχιση των γνώσεων και δεξιοτήτων του υποψηφίου προς το συγκεκριμένο αντικείμενο της θέσης και να εξεταστεί αντίστοιχη δυνατότητα για κατόχους άλλων αποδεδειγμένα συναφών προσόντων υψηλού επιπέδου, ιδίως συναφών μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, εφόσον πιστοποιούν τις απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες. Ακόμα να προβλεφθεί διαδικασία εξέτασης συγκρίσιμων εκπαιδευτικών διαδρομών άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου εφαρμόζεται το ενωσιακό δίκαιο.
Η αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ μπορεί εύλογα να αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερα σημαντικό προσόν διοικητικής κατάρτισης. Η μετατροπή της, όμως, σε γενική εξαίρεση από βασικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που εξακολουθούν να δεσμεύουν όλους τους άλλους υποψηφίους απαιτεί σαφή, αντικειμενική και ελέγξιμη αιτιολόγηση. Εφόσον ο σκοπός της ρύθμισης είναι η επιλογή των καταλληλότερων στελεχών, το κρίσιμο κριτήριο πρέπει να είναι η τεκμηριωμένη αντιστοίχιση των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των προσόντων κάθε υποψηφίου με τις πραγματικές απαιτήσεις της συγκεκριμένης θέσης ευθύνης.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.