Παράλληλα, θεωρώ ότι η πλήρης κατάργηση του σταδίου της συνέντευξης, ιδίως για την επιλογή προϊσταμένων, δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Τα πτυχία, η προϋπηρεσία και μία γραπτή εξέταση αποτελούν αναμφίβολα σημαντικά και περισσότερο αντικειμενικά κριτήρια, δεν αρκούν όμως από μόνα τους για να αποτυπώσουν την πραγματική καταλληλότητα ενός υποψηφίου για θέση ευθύνης. Μέσω μιας κατάλληλα δομημένης και αντικειμενικά αξιολογούμενης συνέντευξης μπορούν να εξεταστούν ουσιαστικά η επικοινωνιακή ικανότητα, η ηγετική συμπεριφορά, η κρίση, η ικανότητα λήψης αποφάσεων, η διαχείριση συγκρούσεων και κρίσεων, η ψυχραιμία υπό πίεση, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ο υποψήφιος αντιμετωπίζει πραγματικά διοικητικά προβλήματα.
Για τον λόγο αυτό θα ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί αφενός εύλογη μοριοδότηση των πιστοποιημένων προγραμμάτων επιμόρφωσης του ΕΚΔΔΑ και αφετέρου ένα δομημένο στάδιο συνέντευξης, με σαφή, προκαθορισμένα και ελέγξιμα κριτήρια αξιολόγησης, ώστε η επιλογή των προϊσταμένων να μην περιορίζεται μόνο σε τυπικά προσόντα, χρόνια υπηρεσίας και επίδοση σε μία γραπτή εξέταση, αλλά να αξιολογεί συνολικά τις πραγματικές διοικητικές και ηγετικές ικανότητες του υποψηφίου.
Επίσης, τουλάχιστον 6-8ετή πραγματική Δημόσια προϋπηρεσία!!!
Ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί στη διαβούλευση είναι η αναδρομική επιβράβευση μιας υπηρεσιακής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε επί πολλά χρόνια χωρίς ουσιαστικές, αντικειμενικές και συγκριτικές διαδικασίες επιλογής και αξιολόγησης προϊσταμένων.
Επί περίπου 12-14 χρόνια, σε πολλές υπηρεσίες του Δημοσίου, δεν πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές κρίσεις προϊσταμένων με τη διαδικασία που θα επέτρεπε σε όλους τους υπαλλήλους που διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα να διεκδικήσουν ισότιμα μια θέση ευθύνης. Σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, οι θέσεις καλύφθηκαν με αναπλήρωση ή με τοποθετήσεις προϊσταμένων, οι οποίες διατηρήθηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό ζήτημα ισότητας. Ένας υπάλληλος που επί σειρά ετών ασκούσε καθήκοντα προϊσταμένου δεν είναι κατ’ ανάγκη ισοδύναμος, ως προς την αξιοκρατική του επιλογή, με έναν υπάλληλο που δεν του δόθηκε ποτέ η αντίστοιχη ευκαιρία να κριθεί. Η προηγούμενη τοποθέτηση σε θέση ευθύνης μπορεί να αποτελεί πραγματική εμπειρία, δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται αυτομάτως σε προνομιακό διαβατήριο για τη συμμετοχή στο νέο σύστημα.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη και μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος του προηγούμενου συστήματος: δεν είχαν όλοι οι υπάλληλοι τις ίδιες πιθανότητες να αποκτήσουν την εμπειρία που σήμερα απαιτείται ή αξιοποιείται ως προσόν.
Σε ένα σύστημα όπου η αναπλήρωση εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την πρόταση ή την επιλογή της υφιστάμενης διοικητικής ιεραρχίας, η δυνατότητα ενός υπαλλήλου να αποκτήσει εμπειρία σε θέση ευθύνης δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα προσόντα, την υπηρεσιακή του απόδοση και την ικανότητά του.
Υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος ένας ήδη υπηρετών προϊστάμενος να μην επιλέξει για αναπλήρωση έναν ιδιαίτερα ικανό, έμπειρο ή επιστημονικά καταρτισμένο υπάλληλο, ιδίως εάν αυτός θεωρούνταν δυνητικός διεκδικητής της ίδιας θέσης στο μέλλον.
Δεν είναι αναγκαίο να θεωρηθεί ότι αυτό συνέβαινε σε κάθε περίπτωση. Αρκεί το γεγονός ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορούσε αντικειμενικά να υπάρχει σε ένα σύστημα που δεν εξασφάλιζε ανοικτή και συγκριτική πρόσβαση όλων στις θέσεις αναπλήρωσης.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι για πολλά από αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε η σημερινή αξιολογική διαδικασία. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συγκρίνεται αναδρομικά η υπηρεσιακή πορεία όσων είχαν την ευκαιρία να ασκήσουν καθήκοντα ευθύνης με εκείνη υπαλλήλων που ουδέποτε είχαν πρόσβαση σε αντίστοιχη θέση και, παράλληλα, να θεωρείται η προηγούμενη άσκηση καθηκόντων από μόνη της τεκμήριο καταλληλότητας.
Υπάρχει, συνεπώς, ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα «μπόνους προϋπηρεσίας σε θέση ευθύνης», το οποίο θα ευνοήσει ακριβώς εκείνους που είχαν ήδη ωφεληθεί από το προηγούμενο σύστημα. Έτσι, υπάλληλοι που επί πολλά χρόνια είχαν πρόσβαση σε θέσεις ευθύνης, ακόμη και μέσω αναπλήρωσης ή άλλων μη συγκριτικών διαδικασιών, ενδέχεται να αποκτήσουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα έναντι υπαλλήλων οι οποίοι, παρά την πολυετή υπηρεσία, τα αυξημένα τυπικά προσόντα και την πραγματική υπηρεσιακή τους προσφορά, δεν είχαν ποτέ την ίδια ευκαιρία να κριθούν.
Αυτό είναι ιδιαίτερα άδικο για υπαλλήλους με μακρά υπηρεσιακή διαδρομή και αυξημένα προσόντα, οι οποίοι καλούνται σήμερα να αποδείξουν την καταλληλότητά τους μέσα από το νέο σύστημα, ενώ άλλοι μπορεί να αποκτούν προβάδισμα επειδή απλώς κατείχαν στο παρελθόν μια θέση ευθύνης σε ένα σύστημα που δεν παρείχε σε όλους ίσες ευκαιρίες πρόσβασης.
Το νέο σύστημα πρέπει πράγματι να επιβραβεύει την πραγματική διοικητική εμπειρία. Όμως άλλο πράγμα είναι η αποδεδειγμένη εμπειρία που αποκτήθηκε μετά από αξιοκρατική και συγκριτική επιλογή και άλλο η μακροχρόνια άσκηση καθηκόντων μέσω αναπλήρωσης ή τοποθέτησης, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη κρίση όλων των δυνητικών υποψηφίων.
Για τον λόγο αυτό, θεωρώ αναγκαίο να προβλεφθεί ειδική μεταβατική ρύθμιση για την πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος. Η προηγούμενη άσκηση καθηκόντων σε θέση ευθύνης, ιδίως όταν αυτή προέκυψε χωρίς ανοικτή και συγκριτική διαδικασία επιλογής, δεν θα πρέπει να δημιουργεί αυτοτελές και δυσανάλογο πλεονέκτημα έναντι υπαλλήλων που δεν είχαν αντίστοιχη ευκαιρία.
Αν η Πολιτεία θεωρεί ότι το νέο σύστημα επιλογής και αξιολόγησης είναι το κατάλληλο και αξιοκρατικό σύστημα, τότε αυτό θα πρέπει να εφαρμοστεί από την έναρξη της νέας διαδικασίας και προς το μέλλον, με ίσους κανόνες για όλους. Δεν είναι ορθό να χρησιμοποιούνται οι συνθήκες και οι υπηρεσιακές τοποθετήσεις του παλαιού συστήματος ως πρόσθετο πλεονέκτημα μέσα στο νέο σύστημα, διότι έτσι οι ανισότητες του παρελθόντος μεταφέρονται και παγιώνονται στο μέλλον.
Η πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος θα πρέπει, αντίθετα, να αποτελέσει σημείο επανεκκίνησης. Όλοι όσοι διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα θα πρέπει να έχουν πραγματική δυνατότητα να κριθούν με τους ίδιους αντικειμενικούς κανόνες, χωρίς να αποκλείονται επειδή στο παρελθόν δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να καταλάβουν θέση ευθύνης.
Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος το νέο σύστημα να μην διορθώσει τις παθογένειες του προηγούμενου, αλλά να τις μετατρέψει σε θεσμικό πλεονέκτημα για όσους ευνοήθηκαν από αυτές.
Ζητείται, επομένως, να εξεταστεί ειδικά η μεταβατική διάταξη, ώστε κατά την πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος να διασφαλιστούν η ισότητα των ευκαιριών, η αξιοκρατία και η μη αναδρομική επιβράβευση υπηρεσιακών πλεονεκτημάτων που αποκτήθηκαν χωρίς προηγούμενη ανοικτή και συγκριτική κρίση.
1. Ζήτημα άνισης μεταχείρισης ως προς τη μοριοδότηση της υπηρεσίας σε θέσεις ευθύνης
Στο άρθρο 12 του σχεδίου νόμου, με το οποίο εισάγεται το νέο άρθρο 85 του Κώδικα, προβλέπεται ρητά η μοριοδότηση του χρόνου άσκησης καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης για συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και αξιωματούχων. Ενδεικτικά, αναγνωρίζεται η σχετική εμπειρία προσώπων που έχουν υπηρετήσει ως Πρόεδροι ή Αντιπρόεδροι Ανεξάρτητων Αρχών (περ. βδ΄), ως λοιπά μέλη των εν λόγω Αρχών, ως θεματικοί διευθυντές, καθώς και ως Γενικοί Επόπτες και Επόπτες κατά την παρ. 8 του άρθρου 678 του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026).
Ωστόσο, δεν προβλέπεται αντίστοιχη μοριοδότηση για δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν αναλάβει καθήκοντα Διοικητή, Αναπληρωτή Διοικητή ή έχουν συμμετάσχει σε άλλα μονομελή ή συλλογικά όργανα διοίκησης Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν φαίνεται να δικαιολογείται από αντικειμενικά κριτήρια και δημιουργεί ζήτημα άνισης μεταχείρισης. Και τούτο διότι οι συγκεκριμένες θέσεις διοίκησης συνεπάγονται, από τη φύση τους, ουσιαστική άσκηση διοικητικών καθηκόντων, αυξημένη ευθύνη, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και ενεργό άσκηση διοίκησης. Αντιθέτως, η ιδιότητα του απλού μέλους ορισμένων οργάνων, όπως των Ανεξάρτητων Αρχών, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αντίστοιχης έκτασης και έντασης διοικητικές αρμοδιότητες.
Επομένως, η μη αναγνώριση της συγκεκριμένης διοικητικής εμπειρίας στη διαδικασία μοριοδότησης δημιουργεί μια διαφοροποίηση μεταξύ κατηγοριών υπηρεσιακής εμπειρίας, η οποία δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματική φύση, την έκταση και το επίπεδο ευθύνης των καθηκόντων που έχουν ασκηθεί.
Πέραν της θεωρητικής ή εννοιολογικής διάστασης του ζητήματος, η συγκεκριμένη ρύθμιση έχει άμεσες και ουσιαστικές συνέπειες στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων. Ειδικότερα, ενδέχεται να οδηγεί σε ευνοϊκότερη μεταχείριση ορισμένων κατηγοριών υπαλλήλων, ενώ παράλληλα να παραγνωρίζει την εμπειρία άλλων υπαλλήλων που έχουν αναλάβει θέσεις με αντίστοιχη ή ακόμη και αυξημένη διοικητική ευθύνη.
2. Η εσωτερική ασυνέπεια μεταξύ των άρθρων 7 και 12 του σχεδίου νόμου
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο εμφανές από τη διαφορετική αντιμετώπιση της ίδιας μορφής υπηρεσιακής εμπειρίας στα άρθρα 7 και 12 του σχεδίου νόμου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 7, με το οποίο θεσπίζεται το νέο άρθρο 84 του Κώδικα, στην παρ. 4 προβλέπεται ότι ως χρόνος άσκησης καθηκόντων σε θέση ευθύνης λογίζεται, μεταξύ άλλων, και ο χρόνος θητείας ως μέλους Ανεξάρτητης Αρχής (περ. στ΄), χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς την έκταση των συγκεκριμένων διοικητικών αρμοδιοτήτων που ασκεί κάθε μέλος.
Αντίθετα, στο άρθρο 12, το οποίο αφορά τη μοριοδότηση της εμπειρίας σε θέσεις ευθύνης, δεν προβλέπεται αντίστοιχη αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας σε όργανα διοίκησης Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα, όπως στην περίπτωση Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες θέσεις συνεπάγονται, κατά αντικειμενική αξιολόγηση, ιδιαίτερα αυξημένο επίπεδο διοικητικής ευθύνης και λήψης αποφάσεων.
Δημιουργείται, συνεπώς, μία εσωτερική ασυνέπεια στη λογική του σχεδίου νόμου: ενώ μια συγκεκριμένη μορφή θητείας αναγνωρίζεται ως «θέση ευθύνης» για τους σκοπούς του άρθρου 7, η ίδια ή αντίστοιχη διοικητική εμπειρία δεν αποτυπώνεται με ανάλογο τρόπο στο σύστημα μοριοδότησης του άρθρου 12.
Η διαφοροποίηση αυτή καθίσταται ακόμη πιο προβληματική όταν συγκρίνεται με την πρόβλεψη μοριοδότησης για άλλες μορφές θητείας, οι οποίες δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη αντίστοιχο επίπεδο άσκησης διοικητικών αρμοδιοτήτων.
Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι είναι σκόπιμο να επανεξεταστεί η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 12, προκειμένου να διασφαλιστεί αφενός η εσωτερική συνοχή του νομοθετικού πλαισίου και αφετέρου η ίση και αντικειμενική αντιμετώπιση των υπαλλήλων που έχουν αποκτήσει ουσιαστική διοικητική εμπειρία σε θέσεις ευθύνης.
Κατόπιν των ανωτέρω:
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, παρακαλούμε όπως, στο πλαίσιο της παρούσας δημόσιας διαβούλευσης, εξεταστεί η αναδιατύπωση και τροποποίηση του άρθρου 12 του σχεδίου νόμου, με το οποίο θεσπίζεται το νέο άρθρο 85 του Κώδικα, προκειμένου:
α) η μοριοδότηση του χρόνου άσκησης καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης να επεκταθεί και στη θητεία Διοικητών, Αναπληρωτών Διοικητών και λοιπών οργάνων διοίκησης, μονομελών ή συλλογικών, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των Διευθυνόντων Συμβούλων, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα, κατά τρόπο αντίστοιχο με τις λοιπές κατηγορίες που ήδη προβλέπονται στο σχέδιο νόμου,
και
β) να διασφαλιστεί η αναγκαία συνέπεια μεταξύ των άρθρων 7 και 12 του σχεδίου νόμου, ώστε κάθε μορφή υπηρεσίας που αναγνωρίζεται ως «θέση ευθύνης» για τους σκοπούς του άρθρου 7 να λαμβάνει αντίστοιχη και συνεπή μοριοδότηση στο πλαίσιο του άρθρου 12, με βασικό κριτήριο την πραγματική και ουσιαστική άσκηση διοικητικών καθηκόντων και το επίπεδο ευθύνης που αυτά συνεπάγονται και όχι αποκλειστικά τον τυπικό τίτλο της θέσης.
Η υιοθέτηση μιας τέτοιας προσέγγισης θα συνέβαλλε στην ενίσχυση της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της ίσης μεταχείρισης κατά τη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων, καθώς και στην ορθότερη αποτίμηση της πραγματικής διοικητικής εμπειρίας τ
1. Το κώλυμα της προηγούμενης θητείας: Η περίπτωση (α) της παρ. 3 απαιτεί την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου για μία πλήρη θητεία. Η προϋπόθεση αυτή αποκλείει εκ των πραγμάτων κάθε υπάλληλο που δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί σε θέση ευθύνης στο παρελθόν, καθιστώντας αδύνατη την ανανέωση του στελεχιακού δυναμικού.
2. Το ανέφικτο της «υψηλής απόδοσης»: Η περίπτωση (β) ζητά την αξιολόγηση ως υπάλληλος «υψηλής απόδοσης και δυνατοτήτων» ή αριθμητική βαθμολογία ίση ή μεγαλύτερη του 4. Εδώ εντοπίζεται ένας διπλός παραλογισμός:
Πρώτον, η αριθμητική βαθμολογία (1-5) προβλέπεται από τον ν. 4940/2022 αποκλειστικά για τους προϊσταμένους, ενώ οι απλοί υπάλληλοι αξιολογούνται μόνο περιγραφικά. Είναι αδύνατον να ζητείται από έναν υπάλληλο βαθμολογία που το σύστημα δεν του επιτρέπει να λάβει.
Δεύτερον, ο χαρακτηρισμός «υψηλής απόδοσης» περιορίζεται από το νόμο στο 15% του συνόλου των υπαλλήλων. Αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο 85% των υπαλλήλων αποκλείεται αυτόματα, ακόμη και αν ο προϊστάμενός τους αναγνωρίζει την αξία τους αλλά αδυνατεί να τους εντάξει σε αυτό το περιορισμένο ποσοστό.
3. Ο αποκλεισμός από την Ακαδημία Ηγεσίας: Η περίπτωση (γ), που υποτίθεται ότι αποτελεί «γέφυρα» για υπαλλήλους χωρίς προηγούμενη θητεία, απαιτεί πιστοποίηση από την Ακαδημία Ηγεσίας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.. Ωστόσο, οι ίδιες οι διατάξεις του νομοσχεδίου ορίζουν ότι τα προγράμματα αυτά απευθύνονται μόνο σε ανώτατα στελέχη και αποφοίτους της Ε.Σ.Δ.Δ.Α., αποκλείοντας και πάλι τον απλό υπάλληλο από τη δυνατότητα συμμετοχής.
Συνεισφέρετε στον δημόσιο διάλογο!
Γράψτε το σχόλιό σας
Μπορείτε να συμμετέχετε χωρίς λογαριασμό, επιβεβαιώνοντας μόνο το email σας, ή με σύνδεση μέσω TaxisNet, που επιβεβαιώνει την ταυτότητά σας. Σε κάθε περίπτωση, εσείς επιλέγετε αν το όνομά σας θα εμφανίζεται δημόσια στο σχόλιό σας.