ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο: «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις»
Έκθεση Διαβούλευσης
Μπορείτε να δείτε την έκθεση διαβούλευσης όπως αυτή ενσωματώθηκε στη σχετική Ενότητα της τελικής Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης εδώ
ΜΕΡΟΣ Δ’ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ (Άρθρα 50-57)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Άρθρο 50
Μεταβατική διάταξη σχετικά με την επαναφορά της εισήγησης στον Άρειο Πάγο – Τροποποίηση παρ. 8 άρθρου 126 ν. 5221/2025
Η παρ. 8 του άρθρου 126 του ν. 5221/2025 (Α’ 133), περί μεταβατικών διατάξεων, αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Το άρθρο 46 εφαρμόζεται και για τις αιτήσεις αναίρεσης που κατατίθενται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος και για τις οποίες προσδιορίστηκε ή θα προσδιοριστεί δικάσιμος από τη 16η.9.2026 και έπειτα.».
Άρθρο 51
Προσβολή αποφάσεωνπολιτικών δικαστηρίων με αναίρεση – Τροποποίηση άρθρων 552 και 560 ΚώδικαΠολιτικής Δικονομίας
1. Στο άρθρο 552του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί τωνπροσβαλλόμενων με αναίρεση αποφάσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α)η υφιστάμενη μόνη παράγραφος αριθμείται ως παρ. 1, β) προστίθεται παρ. 2 και τοάρθρο 552 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 552
1. Με αναίρεσημπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των μονομελών και των πολυμελώνπρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.
2. Δεν επιτρέπεταιη άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό που επιδικάζεται για τη διαφορά πουάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι κατώτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000)ευρώ ή των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, αν πρόκειται για εργατικές διαφορές,εκτός εάν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.Το ποσό της παρούσας μπορεί να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα πουεκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειαςτου Αρείου Πάγου.».
2. Στο εισαγωγικόεδάφιο του άρθρου 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί περιπτώσεωνεπιτρεπόμενης αναίρεσης, προστίθενται οι λέξεις «με την επιφύλαξη της παρ. 2του άρθρου 552» και το άρθρο 560 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 560
Περιπτώσειςεπιτρεπόμενης αναίρεσης
Κατά των αποφάσεωντων μονομελών πρωτοδικείων, που υπάγονται στην παρ. 2 το άρθρου 18, καθώς καικατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της παρ. 2 του άρθρου 18,επιτρέπεται αναίρεση, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 552, μόνο:
1) αν παραβιάστηκεκανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοίκανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ήξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείραςαποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνωνδικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτόςαναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,
2) αν το δικαστήριοδεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνειδεκτή η εξαίρεση,
3) αν το δικαστήριοδέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν είχε καθ`ύλην αρμοδιότητα,
4) αν παράνομααποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,
5) αν το δικαστήριοπαρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψηπράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,
6) αν η απόφαση δενέχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίεςαντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τηςδίκης.».
Άρθρο 52
Αίτηση επαναπροσδιορισμού εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης – Τροποποίηση άρθρων 131 και 133 ν. 5221/2025
- Στην παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 5221/2025 (Α’ 133), περί υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού, οι λέξεις «που φιλοξενείται σε υποδομές του Ενιαίου Κυβερνητικού Υπολογιστικού νέφους (G-CLOUD)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που τηρείται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω πλατφόρμας που τηρείται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου και περιλαμβάνει τα εξής:
α) Το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) των διαδίκων και των νόμιμων εκπροσώπων τους. Εφόσον μετέχουν στη διαδικασία νομικά πρόσωπα, αναγράφονται στην αίτηση η εταιρική επωνυμία και ο εταιρικός τύπος, καθώς και η καταστατική έδρα, η διεύθυνση και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου.
β) Τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ανακόπτοντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στην οποία μπορεί να διενεργείται κάθε κοινοποίηση σχετική με τη δίκη της ανακοπής. Αν ο ανακόπτων ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν διαθέτουν διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δηλώνονται στην αίτηση επί ποινή απαραδέκτου αντίκλητος και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τελευταίου, στην οποία διενεργείται το σύνολο των κοινοποιήσεων της δίκης.
γ) Τα στοιχεία της εκκρεμούς ανακοπής και, ειδικότερα, τον γενικό και τον ειδικό αριθμό κατάθεσής της, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα και τον αριθμό κατάθεσης ενδιάμεσων κλήσεων, που έχουν κατατεθεί και αφορούν στην αρχική ανακοπή.
δ) Το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αναβολών και ματαιώσεων που έχουν μεσολαβήσει, καθώς και προσωρινών διαταγών ή αποφάσεων αναστολής που έχουν χορηγηθεί.».
- Στο άρθρο 133 του ν. 5221/2025, περί επίδοσης αίτησης επαναπροσδιορισμού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 3, αα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «που έχουν δηλώσει» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που έχει καταχωριστεί από τους ιδίους», αβ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) προστίθεται παρ. 3Α, γ) η παρ. 4 αντικαθίσταται, δ) προστίθεται παρ. 4Α και το άρθρο 133 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 133
Επίδοση αίτησης επαναπροσδιορισμού
- Η αίτηση μαζί με την πράξη κατάθεσης κοινοποιούνται προς τον ανακόπτοντα και τους λοιπούς διαδίκους της παρ. 2 του άρθρου 131 με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
- Πρόσωπα εμπλεκόμενα σε δίκη περί την εκτέλεση του παρόντος υπό οποιαδήποτε ιδιότητα έχουν δικαίωμα να εγγραφούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της παρ. 1 του άρθρου 131 και να δηλώσουν τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των ιδίων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων ή αντικλήτων τους, στην οποία επιθυμούν τη διενέργεια των επιδόσεων από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 141.
- Οι επιδόσεις προς τους διαδίκους που έχουν την ιδιότητα του τραπεζικού ιδρύματος, της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού φορέα εν γένει, ασφαλιστικής εταιρείας, του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού, ενεργούνται αποκλειστικά με την ηλεκτρονική διαβίβαση της αίτησης και των προσαρτημάτων της στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχει καταχωριστεί από τους ιδίους. Το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περιλαμβάνει ταυτόχρονη πρόσκληση να εισέλθει εκπρόσωπος του φορέα στην πλατφόρμα για επιβεβαίωση της λήψης και ενημέρωση ότι σε περίπτωση μη εισόδου το αργότερο εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τεκμαίρεται ότι έχει λάβει γνώση.
3Α. Για τα φυσικά πρόσωπα που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και εγγράφηκαν στην πλατφόρμα σύμφωνα με την παρ. 2, αποστέλλεται ειδοποίηση μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή SMS και η αίτηση και τα προσαρτήματά της επιδίδονται στην ηλεκτρονική Θυρίδα Πολίτη στην Πύλη «gov.gr». Για τα νομικά πρόσωπα, εκτός από αυτά του πρώτου εδαφίου της παρ. 3, που εκδήλωσαν ενδιαφέρον και εγγράφηκαν στην πλατφόρμα σύμφωνα με την παρ. 2, αποστέλλεται ειδοποίηση μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περιλαμβάνει ταυτόχρονη πρόσκληση να εισέλθει εκπρόσωπος του νομικού προσώπου στην πλατφόρμα για επιβεβαίωση της λήψης και ενημέρωση ότι σε περίπτωση μη εισόδου το αργότερο εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αποστολή του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τεκμαίρεται ότι έχει λάβει γνώση. - Ο αιτών μπορεί να ενεργήσει την κοινοποίηση της αίτησης και σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) σε όσα πρόσωπα εμπλέκονται σε δίκη ανακοπής υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, ιδίως όταν δεν δηλώθηκε στην αίτηση επαναπροσδιορισμού διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή Αριθμός Φορολογικού Μητρώου. Οι εκθέσεις για τη διενέργεια των επιδόσεων σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα με επιμέλεια του επισπεύδοντος την επίδοση εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης.
4Α. Για όσες κοινοποιήσεις ενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα, εκδίδεται αυτόματα ηλεκτρονική βεβαίωση μέσω της πλατφόρμας και επέχει θέση έκθεσης επίδοσης. Το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση τεκμαίρεται ότι αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης. - Εφόσον η αίτηση επαναπροσδιορισμού δεν έχει κοινοποιηθεί με ηλεκτρονικά μέσα ή σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα.
- Εφόσον συντρέχει περίπτωση διενέργειας επίδοσης στην αλλοδαπή, ο χρόνος συντέλεσης αυτής ως προς τον επισπεύδοντα την επίδοση καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου (L 324), το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.».
Άρθρο 53
Αναγνώριση κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας επί ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη
- Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, επί ακινήτου για το οποίο έχει καταχωρισθεί στο Κτηματολόγιο ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», ο ενάγων υποχρεούται, πριν από την κατάθεση της αγωγής, να προσφύγει σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ενώπιον πιστοποιημένου κτηματολογικού διαμεσολαβητή, καλώντας το Ελληνικό Δημόσιο να συμμετάσχει. Η παράλειψη της υποχρεωτικής προσπάθειας διαμεσολάβησης του πρώτου εδαφίου συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής.
- Εφόσον κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλει εμπράγματα δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου, τα μέρη δύνανται να καταρτίσουν πρακτικό διαμεσολάβησης, κατά το άρθρο 8 του ν. 4640/2019 (Α’ 190), διά του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο δηλώνει ότι δεν αντιλέγει στη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής, λόγω μη προβολής εμπράγματων δικαωμάτων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες.
Ακολούθως, ο διαμεσολαβητής, αφού διαπιστώσει, έπειτα από προσκόμιση του ενάγοντος, την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος λόγω έκτακτης χρησικτησίας, επισυνάπτει τα αποδεικτικά αυτά στο πρακτικό διαμεσολάβησης και κάνει σχετική αναφορά. Το πρακτικό διαμεσολάβησης καταχωρίζεται αμελλητί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο με επισυναπτόμενα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τη νομική θεμελίωση της αξίωσης. Ως αναφερόμενη αιτία κτήσης στο κτηματολογικό φύλλο αναγράφεται η έκτακτη χρησικτησία.
Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διαπιστώσει την ύπαρξη, ιδίως, των κάτωθι αποδεικτικών στοιχείων:
α) του Εντύπου Ε9,
β) αποδείξεων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας και ύδρευσης στο όνομα του φερόμενου ως ενάγοντος,
γ) μισθωτηρίων συμβολαίων στα οποία ο τελευταίος εμφανίζεται ως εκμισθωτής ή αποδείξεων είσπραξης μισθωμάτων,
δ) δηλώσεων ενώπιον δημόσιων ή φορολογικών αρχών,
ε) οικοδομικής άδειας,
στ) τοπογραφικών διαγραμμάτων βεβαίας χρονολογίας, ιδίως ως προσαρτώμενων σε τίτλους ιδιοκτησίας, συμβολαιογραφικές πράξεις, οικοδομικές άδειες και
ζ) ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ή διανομής το οποίο να έχει συνταχθεί τουλάχιστον είκοσι (20) έτη πριν από την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και να φέρει βεβαία χρονολογία .
Απαιτείται η προσκόμιση στον διαμεσολαβητή τουλάχιστον δύο (2) ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες να περιλαμβάνουν ρητή αναφορά σε εικοσαετή νομή, η οποία να έχει συμπληρωθεί έως την προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και προσδιορισμό του εμβαδού, της θέσης και των ορίων του ακινήτου.
- Σε περίπτωση αντίρρησης ή αξίωσης κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, η αγωγή εισάγεται προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Πρωτοδικείου.
- Οι παρ. 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται επί πραγμάτων που εμπίπτουν σε δημόσια κτήση ή είναι κοινόχρηστα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
Άρθρο 54
Ενίσχυση του πλαισίου διαβίβασης πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα προς Europol και Eurojust και θέσπιση εγγυήσεων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Τροποποίηση άρθρου 38 ν. 4689/2020
(Άρθρο 1 περ. 1 στοιχ. β΄ και περ. 2 στοιχ. β’, γ’ και δ’ Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2123)
Στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 38 του ν. 4689/2020 (Α’ 103), περί συλλογής, επεξεργασίας και διαβίβασης πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα με διασυνοριακή διάσταση προς την Europol και τη Eurojust, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) στην παρ. 2, βα) προστίθενται οι λέξεις «σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 295),», ββ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, γ) προστίθενται νέες παρ. 2Α, 2Β και 2Γ και οι παρ. 1 έως 2Γ διαμορφώνονται ως εξής:
«Άρθρο 38
Συγκέντρωση και διαβίβαση πληροφοριών, σχετικών με τρομοκρατικά εγκλήματα, που θίγουν ή ενδέχεται να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη – μέλη στη Europol και EUROJUST
- Αν οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες αφορούν ποινικές έρευνες επί τρομοκρατικών εγκλημάτων, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη- μέλη, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, διαβιβάζει στη Europol, προς εξέταση, όσες εκ των πληροφοριών αυτών αφορούν: α) δεδομένα, τα οποία επιτρέπουν τον προσδιορισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου, της ομάδας ή της οντότητας, β) πράξεις, που αποτελούν το αντικείμενο έρευνας και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτές διαπράχθηκαν, γ) το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, δ) σχέσεις με άλλες συναφείς υποθέσεις, ε) τη χρήση τεχνολογιών επικοινωνίας, και στ) την απειλή, την οποία αντιπροσωπεύει η ενδεχόμενη κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στην Europol για τους σκοπούς που προβλέπονται στην παρ. 2Α, περιορίζονται σε εκείνες που αναφέρονται στο σημείο 2 του Τμήματος Β του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (L 135).
- Αν οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες αφορούν ποινικές έρευνες, διώξεις ή καταδίκες για εγκλήματα τρομοκρατίας, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη – μέλη, ο Εισαγγελέας που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 37, διαβιβάζει στη EUROJUST, προς εκτέλεση των καθηκόντων της, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 295), όσες εκ των πληροφοριών αυτών αφορούν: α) δεδομένα, τα οποία επιτρέπουν τον προσδιορισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου, της ομάδας ή οντότητας, που αποτελεί αντικείμενο ποινικής έρευνας ή δίωξης, β) το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτό διαπράχθηκε, γ) πληροφορίες, σχετικά με τελικές καταδίκες, για εγκλήματα τρομοκρατίας και τις ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτά διαπράχθηκαν, δ) σχέσεις με άλλες συναφείς υποθέσεις, ε) αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών παραγγελιών, από ή προς άλλο κράτος -μέλος, καθώς και τις απαντήσεις τους. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται στη Eurojust περιορίζονται σε εκείνες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.
2Α. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου αποκλειστικά για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης τρομοκρατικών εγκλημάτων και άλλων αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Europol, όπως απαριθμούνται στο Παράρτημα I του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794. Η επεξεργασία για σκοπούς συνεργασίας με τη Eurojust διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.
2Β. Η διαβίβαση και περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του παρόντος άρθρου διενεργείται σύμφωνα με τον ν. 4624/2019 (Α’ 137) και ιδίως το Κεφάλαιο Δ΄ αυτού. Οι αρμόδιες αρχές τηρούν το σύνολο των αρχών επεξεργασίας του άρθρου 45 του ν. 4624/2019. Η περαιτέρω επεξεργασία επιτρέπεται μόνο εφόσον είναι αναγκαία και συμβατή με τους ανωτέρω σκοπούς. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας, ιδίως ελέγχου πρόσβασης και καταγραφής των διαβιβάσεων.
2Γ. Υπεύθυνος επεξεργασίας για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τις παρ. 1 και 2 είναι, αντιστοίχως, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) και οι αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές. Τα δεδομένα διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών της επεξεργασίας και διαγράφονται ή ανωνυμοποιούνται μετά την πάροδο αυτού. Στα κριτήρια καθορισμού του χρόνου διατήρησης συμπεριλαμβάνονται, ιδίως, η φύση της υπόθεσης, η σοβαρότητα του αδικήματος και η εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας.».
Άρθρο 55
Ενίσχυση της διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών για τρομοκρατικά εγκλήματα, με πρόβλεψη εξαιρέσεων, ψηφιακών διαύλων και εγγυήσεων προστασίας δεδομένων – Τροποποίηση άρθρου 39 ν. 4689/2020
(Άρθρο 1 περ. 2 στοιχ. β’, γ’ και δ’ Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2123)
Στο άρθρο 39 του ν. 4689/2020 (Α’ 103), περί των φορέων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών για εγκλήματα τρομοκρατίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, β) η παρ. 3 αντικαθίσταται, γ) προστίθεται παρ. 4 και το άρθρο 39 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 39
Φορείς και αίτια συγκέντρωσης και διαβίβασης πληροφοριών σχετικών με εγκλήματα τρομοκρατίας
- Οι κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 37 πληροφορίες, που συλλέγονται, είτε από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας είτε από τον Εισαγγελέα που εκτελεί καθήκοντα εθνικού ανταποκριτή EUROJUST, για θέματα τρομοκρατίας, στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, επί τρομοκρατικών εγκλημάτων, στην περίπτωση που αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη των τρομοκρατικών εγκλημάτων, σε άλλο κράτος μέλος, τίθενται, το συντομότερο δυνατό, στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του εν λόγω κράτους μέλους, είτε κατόπιν σχετικής αιτήσεως των τελευταίων είτε αυθόρμητα. Η διαβίβαση διενεργείται μέσω ασφαλών διαύλων επικοινωνίας και, όπου είναι τεχνικά εφικτό, με δομημένο ή ημιαυτοματοποιημένο τρόπο, σύμφωνα με το ενωσιακό πλαίσιο ψηφιακής ανταλλαγής πληροφοριών σε υποθέσεις τρομοκρατίας.
- Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται, όταν κρίνεται, ότι η ανταλλαγή πληροφοριών θα θέσει σε κίνδυνο τρέχουσες έρευνες ή την ασφάλεια ενός φυσικού προσώπου ή ότι είναι αντίθετη με ουσιώδη συμφέροντα της ασφάλειας του Ελληνικού Κράτους.
- Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται και λαμβάνονται κατά το παρόν άρθρο υποβάλλονται σε επεξεργασία αποκλειστικά για τους σκοπούς της πρόληψης, ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης τρομοκρατικών εγκλημάτων και λοιπών συναφών αξιόποινων πράξεων και σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα επιβολής του νόμου. Οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται περιορίζονται στις αναγκαίες και δεν υπερβαίνουν εκείνες που προβλέπονται στο σημείο 2 του Τμήματος Β του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794. Όπου εφαρμόζεται συνεργασία με τη Eurojust, η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.
- Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές διασφαλίζουν την τήρηση αρχείων καταγραφής πρόσβασης, διαβίβασης και περαιτέρω χρήσης των δεδομένων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις ασφάλειας του ν. 4624/2019 (Α’ 137).».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 56
Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης Θυμάτων Εγκληματικών Πράξεων και Ελληνική Αρχή Συνδρομής – Τροποποίηση παρ. 2 έως 4 άρθρου 1 ν. 3811/2009
Στο άρθρο 1 του ν. 3811/2009 (Α’ 231), περί Ελληνικής Αρχής Αποζημίωσης και Ελληνικής Αρχής Συνδρομής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 προστίθεται τρίτο εδάφιο, β) η παρ. 4 αντικαθίσταται και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 1
Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης και Ελληνική Αρχή Συνδρομής
- Συστήνεται αρχή με την ονομασία «Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης Θυμάτων Εγκληματικών Πράξεων», η οποία λειτουργεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και αποφαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 3, επί των αιτήσεων αποζημίωσης των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση ή των εγκλημάτων των άρθρων 323Α, 336 σε βάρος ανηλίκου, 339 παρ. 1 και 3, 342 παρ. 1, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α Π.Κ., που έχουν τελεστεί στην ημεδαπή, τα οποία έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τρίτου κράτους στις περιπτώσεις του άρθρου 323 Α Π.Κ.
- Η Αρχή είναι τριμελής και συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από:
α) έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Πρόεδρο,
β) έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
γ) έναν υπάλληλο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που είναι τουλάχιστον προϊστάμενος Διευθύνσεως, αναπληρούμενος από προϊστάμενο άλλης Διευθύνσεως.
Τα μέλη της Αρχής με τους αναπληρωτές τους ορίζονται για θητεία δύο ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί για μία φορά. Παύουν αυτοδικαίως να κατέχουν τις θέσεις αυτές εάν στερηθούν με οποιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα υπό την οποία τοποθετήθηκαν.
Αρμόδιο για τη μέριμνα έκδοσης των διοικητικών πράξεων που αφορούν στη συγκρότηση της Αρχής, καθώς και για τη συγκέντρωση αιτήσεων αποζημίωσης και την προώθησή τους σε αυτήν είναι το Τμήμα Δικαστικής Προσβασιμότητας Ευάλωτων Πολιτών της Διεύθυνσης Δικαστικής Προσβασιμότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. - Γραμματέας της Αρχής ορίζεται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Β’, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Αρχή συνεδριάζει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της. Με απόφαση του Προέδρου της δύναται να ορισθεί και άλλος τόπος συνεδριάσεως της Αρχής.
- Ως αρμόδια «Ελληνική Αρχή Συνδρομής για την αποζημίωση των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση» (εφεξής Ελληνική Αρχή Συνδρομής) ορίζεται το Ειδικό Γραφείο Συνδρομής που λειτουργεί στο Τμήμα Δικαστικής Προσβασιμότητας Ευάλωτων Πολιτών της Διεύθυνσης Δικαστικής Προσβασιμότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
- Οι ανωτέρω Αρχές μετέχουν στο σύστημα συνεργασίας μεταξύ αυτών και των αντίστοιχων Αρχών των άλλων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».
Άρθρο 57
Κακοποίηση ανηλίκου – Υποχρεώσεις ιατρών – Προσθήκη άρθρου 11A στον ν. 4837/2021
Στον ν. 4837/2021 (Α’ 178), προστίθεται άρθρο 11Α ως εξής:
«Άρθρο 11Α
Κακοποίηση ανηλίκου – Υποχρεώσεις ιατρών
- Ο ιατρός που παρέχει τις υπηρεσίες του σε ανήλικο και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του πληροφορείται ή διαπιστώνει με οποιονδήποτε τρόπο ενδείξεις κακοποίησης, αναφέρει αμελλητί το περιστατικό στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή και, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, θέτει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία που αφορούν το αναφερόμενο περιστατικό κακοποίησης ανηλίκου. Ως κακοποίηση νοείται η τέλεση ή απόπειρα τέλεσης κάποιας από τις πράξεις που προβλέπονται:
α) στην παρ. 2A του άρθρου 184,
β) στα άρθρα 312 και 315,
γ) στην παρ. 4 του άρθρου 323Α, στο άρθρο 324, στην παρ. 3 του άρθρου 330 και στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 333,
δ) στο άρθρο 336, στις παρ. 3 και 5 του άρθρου 337 και στα άρθρα 338, 339, 342, 343, 345 και 346, καθώς και
ε) στα άρθρα 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95). - Αν ιατρός προβαίνει σε αναφορά περιστατικού κακοποίησης ανηλίκου εφαρμόζονται αναλογικά οι παρ. 2 έως 3 του άρθρου 23 του ν. 3500/2006, περί υποχρεώσεων των επαγγελματιών (Α΄ 232).».
Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;
Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.
Φόρμα επικοινωνίαςΠΡΟΣΟΧΗ
Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.
Δημοσιευμένα σχόλια
Με το άρθρο 51 προστίθεται παράγραφος 2 στο άρθρο 552 ΚΠολΔ. Η ισχύς της παραγράφου αυτής από την ημέρα δημοσίευσής της στο ΦΕΚ, σύμφωνα με το άρθρο 91 του νομοσχεδίου, θα προκαλέσει αναπόφευκτα παραβιάσεις της αρχής διάκρισης των εξουσιών. Ο νομοθέτης θα παρέμβει σε δίκες διαφοροποιώντας τους δικονομικούς κανόνες κατά την εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας. Αν π.χ. μια απόφαση, προσβλητή με αίτηση αναίρεσης, που επιδικάζει ποσό 6,000 ευρώ επιδοθεί στον ηττηθέντα διάδικο δύο ημέρες πριν την δημοσίευση του νομοσχεδίου ως νόμου στο ΦΕΚ, η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής θα περιοριστεί σε μόνον μία ημέρα˙ δηλαδή ο νομοθέτης θα έχει παρέμβει υπέρ του επιδόσαντος την απόφαση διαδίκου και θα έχει περικόψει αυθαιρέτως μέχρι μηδενισμού-της την προθεσμία που θα είχε ο ηττηθείς διάδικος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Για να μην επισυμβούν τέτοιες καταστάσεις όπως αυτή του παραδείγματος, προτείνω η παράγραφος 2 που προστίθεται στο άρθρο 552 ΚΠολΔ να διαμορφωθεί ως ακολούθως: “Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης “αποφάσεων που εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου” , όταν το ποσό που επιδικάζεται….......”.
Η παρέμβαση όμως της νομοθετικής εξουσίας, με την δημοσίευση ως νόμου του σχολιαζόμενου νομοσχεδίου, σε όλες τις υποθέσεις για τις οποίες θα βρίσκεται σε εξέλιξη η δικαστική διαδικασία είναι γενικώς αναπόφευκτη. Η αφαίρεση του δικαιώματος σε άσκηση αίτησης αναίρεσης θα ευνοήσει τον έναν απ’ τους δύο αντιδικούντες διαδίκους και θα αδικήσει τον άλλον. Οι διάδικοι και οι δικηγόροι-τους που σχεδιάζουν τον δικαστικό αγώνα-τους για μια συγκεκριμένη υπόθεση με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα και τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες είναι ανεπίτρεπτο να αιφνιδιάζονται κατά την διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και να αδικούνται με την αυθαίρετη ουσιαστικά αφαίρεση δικονομικού δικαιώματός τους.
Επομένως για την πλήρη αποφυγή οποιασδήποτε παραβίασης της αρχής διάκρισης των εξουσιών με την θέση σε ισχύ της διάταξης για τον περιορισμό του δικαιώματος στην άσκηση αίτησης αναίρεσης, προτείνω η προστιθέμενη παράγραφος 2 στο άρθρο 552 ΚΠολΔ να διαμορφωθεί ορθότερα ως ακολούθως:
“Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης “αποφάσεων για υποθέσεις που το εισαγωγικό της εκδίκασής τους σε α΄ βαθμό δικόγραφο κατατέθηκε στο δικαστήριο μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου” , όταν το ποσό που επιδικάζεται.....…”.
1. Αντισυνταγματικότητα και Παραβίαση του Άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος
● Υπέρβαση των ορίων του νομοθέτη: Το Άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος εγγυάται το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Αν και ο κοινός νομοθέτης έχει την ευχέρεια να θέτει δικονομικούς περιορισμούς για την άσκηση ενδίκων μέσων, οι περιορισμοί αυτοί θα πρέπει να είναι ανάλογοι με τον επιδιωκόμενο σκοπό της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (ΕΔΔΑ αρ. 30671 11-2-14, Masirevic κατά Σερβίας).
● Παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας (Άρθρο 25 παρ. 1): Η οριζόντια αποκλειστική χρήση χρηματικών ορίων και μάλιστα όχι με βάση το αίτημα του ένδικου βοηθήματος (αγωγή, ανακοπή κλπ), αλλά το τελικά επιδικασθέν ποσό, είναι μέτρο δυσανάλογο. Η ανάγκη ελάφρυνσης του πινακίου του Αρείου Πάγου δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με τη θυσία της ορθότητας της δικαστικής κρίσης για χιλιάδες πολίτες, ιδίως όταν το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης είναι κατάφωρο. Τούτο, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι α) η σπουδαιότητα του νομικού ζητήματος που άγεται ενώπιον του δικαστηρίου δεν συναρτάται αναγκαία με την αξία της διαφοράς, ο δε Άρειος Πάγος λειτουργεί και ως παράγοντας ενότητας της νομολογίας, β) το όριο του επιδικασθέντος ποσού των 8.000 ευρώ ειδικά στις εργατικές διαφορές αποκλείει σημαντικότατο μέρος αυτών από τον αναιρετικό έλεγχο, λαμβάνοντας υπόψη ενδεικτικά, ότι, ένα μεγάλο μέρος εργατικών αξιώσεων προερχόμενων για παράδειγμα, από, υπέρβαση χρόνου εργασίας, σε συνδυασμό με εργασία τη νύχτα Σάββατα Κυριακές κλπ, απορρίπτεται από τα δικαστήρια της ουσίας ως αόριστο, και στην συνέχεια κρίνεται από τον Άρειο Πάγο κατά τον αναιρετικό έλεγχο, ότι παρά το νόμο κρίθηκε η αγωγή ποσοτικά αόριστη, γ) με την εν λόγω ρύθμιση δεν αποσοβείται ο κίνδυνος στο μέλλον, να επιδικάζονται από δικαστήρια ουσίας ποσά, έστω και κατά τι, χαμηλότερα των άνω ορίων, με αποτέλεσμα τη στέρηση του αναιρετικού ελέγχου των αποφάσεων.
2. Ασυμβατότητα με το Άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Δικαίωμα σε Δίκαιη Δίκη)
● Κριτήριο της «Υπερβολικής Αυστηρότητας» (Formalism): Σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε ανώτατα ακυρωτικά δικαστήρια (rationis valoris) είναι ανεκτοί μόνο εφόσον δεν θίγουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος.
● Αποστέρηση ουσιαστικού ελέγχου: Η επιβολή τόσο υψηλών ορίων, τα οποία μάλιστα ως αγωγικά αιτήματα πιθανότατα θα είναι και πολλαπλάσια των επιδικασθέντων, σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά, στερεί από τη μεγάλη πλειονότητα των διαδίκων την ύστατη βαθμίδα ελέγχου της νομιμότητας, μετατρέποντας μεγάλο μέρος των αποφάσεων των δικαστηρίων ουσίας, σε ανέλεγκτες.
3. Παραβίαση της Αρχής της Ισότητας και της Ισότητας των Όπλων (Άρθρο 4 του Συντάγματος & Άρθρο 6 ΕΣΔΑ)
● Θέσπιση Δικαιοσύνης «Δύο Ταχυτήτων»: Η ρύθμιση εισάγει μια βαθιά κοινωνική και οικονομική διάκριση. Οι οικονομικά ισχυροί διάδικοι (εταιρείες, τράπεζες, ασφαλιστικοί οργανισμοί κλπ), των οποίων οι διαφορές υπερβαίνουν κατά κανόνα τα όρια αυτά, διατηρούν ακέραιο το δικαίωμα αναίρεσης. Αντίθετα, οι οικονομικά ασθενέστεροι πολίτες, που απασχολούν τα Δικαστήρια με μικρότερες χρηματικές απαιτήσεις ως επί το πλείστον, αποκλείονται a priori.
● Πλήγμα στις Εργατικές Διαφορές: Το όριο των 8.000 ευρώ υποτιμά τη ζωτική σημασία των εργατικών απαιτήσεων (δεδουλευμένα, αποζημιώσεις, επιδόματα). Για έναν εργαζόμενο, οποιοδήποτε ποσό είναι κρίσιμο για την επιβίωσή του, ωστόσο με το παρόν νομοσχέδιο του στερείται η δυνατότητα αναίρεσης μιας ενδεχομένως εσφαλμένης εφετειακής απόφασης, αφήνοντας την εργοδοτική αυθαιρεσία χωρίς ανώτατο έλεγχο.
4. Κίνδυνοι για την Ασφάλεια Δικαίου και τη Νομολογία
● Κατακερματισμός της ερμηνείας του νόμου: Όπως προαναφέρθηκε, Ο Άρειος Πάγος έχει ως αποστολή και τη διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας. Με τον αποκλεισμό των υποθέσεων στις οποίες τελικά επιδικάσθηκαν ποσά, κάτω των 20.000 και 8.000 ευρώ για τις εργατικές διαφορές, υπάρχει ορατός κίνδυνος διαφορετικά Εφετεία της χώρας να ερμηνεύουν με εντελώς αντίθετο τρόπο τις ίδιες διατάξεις, χωρίς περαιτέρω έλεγχο από τον Άρειο Πάγο.
5. Προτάσεις. Για την αποφυγή των ανωτέρω αντισυνταγματικών συνεπειών, προτείνεται η απόσυρση της συγκεκριμένης διάταξης και η ανεύρεση άλλων τρόπων ελάφρυνσης του Αρείου Πάγου με διαβούλευση με τους αρμόδιους φορείς της Δικαιοσύνης (Δικαστικές Ενώσεις, Δικηγορικοί Σύλλογοι κλπ). Αν, παρελπίδα, διατηρηθεί η συγκεκριμένη διάταξη, επιβάλλεται η μείωση του ορίου των 20.000 ευρώ επιδικασθέντος ποσού για τις λοιπές αστικές διαφορές και η ρητή εξαίρεση α) των Εργατικών Διαφορών, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω και β) των Μικροδιαφορών, διότι αυτές τελικά καταλήγουν να στερούνται πλήρως δεύτερης κρίσης.
Ευαγγελία Μήλιου, Πρόεδρος Εφετών
Μάριος - Μηνάς Χαραλαμπίδης, Πρωτοδίκης, μέλος ΔΣ ΕΝΔΕ
Ζωή Λαουτάρη, Πρωτοδίκης, αναπληρωματικό μέλος ΔΣ ΕΝΔΕ
Η εισαγωγή της δυνατότητας ηλεκτρονικών κοινοποιήσεων αποτελεί αναμφίβολα ένα βήμα προς τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής δίκης. Ωστόσο, η προτεινόμενη διατύπωση δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό ως προς το πρόσωπο που διενεργεί την επίδοση ή κοινοποίηση.
Η επίδοση δεν αποτελεί απλή διαβίβαση εγγράφου. Πρόκειται για δικονομική πράξη που παράγει κρίσιμες έννομες συνέπειες, επηρεάζει την έναρξη προθεσμιών, την άσκηση δικαιωμάτων και τη νομιμότητα της διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό, ο Έλληνας νομοθέτης έχει αναθέσει τη διενέργειά της στον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος είναι δημόσιος λειτουργός και παρέχει τις αναγκαίες εγγυήσεις αντικειμενικότητας, νομιμότητας και ασφάλειας δικαίου.
Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή δεν θα πρέπει να οδηγεί στην αποδυνάμωση του θεσμού της επίδοσης, αλλά στον εκσυγχρονισμό του τρόπου άσκησής της. Η ηλεκτρονική μορφή της επίδοσης δεν μεταβάλλει τη νομική φύση της. Εξακολουθεί να αποτελεί επίδοση και όχι απλή ηλεκτρονική αποστολή εγγράφου.
Επιπλέον, η ελληνική έννομη τάξη διαθέτει ήδη θεσμοθετημένο σύστημα ηλεκτρονικών επιδόσεων μέσω δικαστικών επιμελητών. Συνεπώς, δεν προκύπτει πραγματική ανάγκη δημιουργίας παράλληλου μηχανισμού κοινοποιήσεων από τον αιτούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν υπάρχει ήδη θεσμός και τεχνολογική υποδομή που μπορούν να εξυπηρετήσουν τον ίδιο σκοπό.
Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος ενεργεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εντολέα του. Αντίθετα, ο δικαστικός επιμελητής, ως δημόσιος λειτουργός, ενεργεί με θεσμική ουδετερότητα και αποτελεί τον εγγυητή της νομιμότητας της διαδικασίας. Η μεταφορά της αρμοδιότητας της επίδοσης από τον δημόσιο λειτουργό στον διάδικο ή στον πληρεξούσιό του αλλοιώνει τη φιλοσοφία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ως προς τις εγγυήσεις που περιβάλλουν την επίδοση.
Για τους λόγους αυτούς προτείνεται η ρητή νομοθετική πρόβλεψη ότι κάθε ηλεκτρονική επίδοση ή κοινοποίηση που παράγει τα έννομα αποτελέσματα των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ διενεργείται αποκλειστικά μέσω πιστοποιημένου δικαστικού επιμελητή, ο οποίος χρησιμοποιεί την προβλεπόμενη ηλεκτρονική πλατφόρμα.
Ενδεικτικά προτείνεται η ακόλουθη διατύπωση:
«Οι ηλεκτρονικές κοινοποιήσεις ή επιδόσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο διενεργούνται αποκλειστικά από πιστοποιημένο δικαστικό επιμελητή μέσω της προβλεπόμενης ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Η ηλεκτρονική βεβαίωση που εκδίδεται μέσω της πλατφόρμας επέχει θέση έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή.»
Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ταυτόχρονα ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός της Δικαιοσύνης, η αξιοποίηση των ήδη υφιστάμενων ηλεκτρονικών υποδομών και η διατήρηση των θεσμικών εγγυήσεων που παρέχει ο δικαστικός επιμελητής ως δημόσιος λειτουργός.
Βεβαίως, δεν παραβλέπεται ότι αντίστοιχες διατάξεις που περιορίζουν την πρόσβαση στο αναιρετικό δικαστήριο υφίστανται και σε αλλοδαπές έννομες τάξεις, όπως και στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης. Αυτό όμως δεν αναιρεί την παρατήρηση ότι το θέμα θα έπρεπε να είχε αποτελέσει αντικείμενο ενός ευρύτερου προβληματισμού ενόψει και των αρνητικών εμπειριών με το ν. 4335/2015.
Όπως και να ‘χει το πράγμα, διατυπώνονται οι εξής παρατηρήσεις:
1) το σχέδιο δεν θέτει το ποσοτικό όριο σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης αλλά σε σχέση με το ποσό που επιδικάζεται. Αυτό συνεπάγεται ότι αποκόπτεται η δυνατότητα αναιρέσεως και για υποθέσεις με μεγάλο αντικείμενο, αν το επιδικαζόμενο ποσό εμπίπτει στο ποσοτικό όριο. Είναι ενδεικτικό ότι σε μία παρεμφερή κάπως περίπτωση, η πάγια νομολογία είχε αρνηθεί να εφαρμόσει τον κανόνα για το ανέκκλητο αποφάσεως (άρθρ. 512 ΚΠολΔ) αν το επιδικασθέν με την απόφαση ποσό ενέπιπτε στο ποσοτικό όριο των μικροδιαφορών. Έτσι για αγωγή 50.000 ευρώ με επιδίκαση 46.000 ευρώ επιτρεπόταν η άσκηση εφέσεως και από τον ενάγοντα.
2) ρυθμίσεις τέτοιου περιεχομένου πρέπει να έχουν και έχουν διεθνώς εξαίρεση όταν η υπόθεση είναι γενικότερου ενδιαφέροντος για την έννομη τάξη. Το επιτρεπτό μπορεί να εξαρτηθεί από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ή από το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο, εδώ από τον Άρειο Πάγο, κάτι που ανταποκρίνεται περισσότερο στη δική μας δικονομική κατανόηση των πραγμάτων. Πρόκειται για την διασφάλιση της ενοποιητικής λειτουργίας του δικαίου που ασκείται από θέση περιωπής από τον Άρειο Πάγο.
3) με το προτεινόμενο σχέδιο ως προς τις μικροδιαφορές (άρθρ. 466 ΚΠολΔ) παύει να υφίσταται η δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως με αναίρεση. Σε συνδυασμό με το μη επιτρεπτό της εφέσεως στην ουσία οδηγούμεθα στη μη δικαστική επανεξέταση μίας τέτοιας αποφάσεως, κάτι που αποτελεί μία επικίνδυνη συνέπεια. Είναι σαν να κρίνεται η υπόθεση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Οι συνέπειες από μία εσφαλμένη απόφαση στην περίπτωση αυτή είναι γνωστές στον δικηγορικό κόσμο και οδήγησαν ενίοτε στην προσπάθεια αναζητήσεως λύσεως μέσω της αναιρέσεως υπέρ του νόμου. Τέτοιες ρυθμίσεις προϋποθέτουν εξαντλητική εξέταση της υποθέσεως στον πρώτο και μοναδικό βαθμό δικαιοδοσίας με έντονα παρεμβατικό ρόλο του δικαστή, δύο σειρές προτάσεων και μη ύπαρξη χρονικών δικονομικών απαραδέκτων (αρχή του ενιαίου της συζητήσεως).
4) δεν αποκλείεται η περίπτωση η δίκη να διεξάγεται υπό μορφή προτύπου υπό την έννοια ότι ο διάδικος έχει και άλλες παρόμοιες αξιώσεις και επιθυμεί να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του προς την έκβαση της πρώτης δίκης. Αυτό προϋποθέτει εξάντληση και του αναιρετικού βαθμού.
5) κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται η ύπαρξη δεδικασμένου και για τα προδικαστικά ζητήματα (άρθρ. 331 ΚΠολΔ). Επομένως, η αποκοπή της αναιρέσεως μπορεί να έχει για τους διαδίκους πολύ σημαντικότερες συνέπειες από το ύψος του επιδικασθέντος ποσού.
6) δεν αποκλείεται, η προβολή αξιώσεως που είναι κατώτερη των 20.000 ευρώ ή 8.000 ευρώ για εργατικές να αφορά απαιτήσεις που γεννώνται περιοδικώς στο μέλλον. Μπορεί να πρόκειται λ.χ. για ένα επίδομα. Σχετική είναι και η ρύθμιση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που προβλέπει για τη συγκεκριμένη κατηγορία υποθέσεων εξαίρεση στον περιορισμό του ενδίκου μέσου που προβλέπει.
7) η σημασία του μεγέθους της απαιτήσεως δεν είναι η ίδια για όλους τους κοινωνούς του δικαίου. Απαίτηση έως 20.000 ευρώ ή 8.000 ευρώ μπορεί για έναν διάδικο να είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα και για άλλον όχι. Επίσης, με βάση την πρακτική των δικαστηρίων ουσίας οι υποθέσεις για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932) οι σπανίως θα μπορούν να προσβληθούν με αναίρεση. Είναι γνωστό ότι στην δική μας έννομη τάξη επιδικάζονται μικρά ποσά για χρηματική ικανοποίηση.
8) κατ’ ανάγκη θα δημιουργηθούν ερμηνευτικά προβλήματα με την αναφορά στο επιδικασθέν ποσό σε σχέση με αναγνωριστικής κυρίως φύσεως αγωγές.
9) περαιτέρω, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, είναι το θέμα αν πλέον αποφάσεις που απορρίπτουν αγωγές μπορούν να προσβληθούν με αναίρεση. Αν ισχύει ο περιορισμός για την περίπτωση που το επιδικαζόμενο ποσό είναι μικρότερο των 20.000 ευρώ, τότε για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα πρέπει να ισχύει το ίδιο αν απορρίπτεται.
Τέλος, για την εισαγωγή ενός τέτοιου μέτρου προϋποτίθεται ότι υπάρχουν αξιόπιστα στατιστικά δεδομένα με τα οποία καταδεικνύεται η ιδιαίτερη επιβάρυνση του Αρείου Πάγου. Το θέμα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με γενικής φύσεως προβλέψεις και εικασίες. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο ενόψει της μακράς δικονομικής παράδοσης της χώρας που δεν γνωρίζει για τις αστικές υποθέσεις τη θέση χρηματικού ορίου για το επιτρεπτό της αναιρέσεως. Η μεταφορά ρυθμίσεων από τη διοικητική δίκη στην πολιτική χωρίς να γίνεται κατάλληλη προσαρμογή, δεν αποτελεί μία ορθή λύση ενόψει των διαφορετικών δογματικών θεμελίων και της διαφορετικής φύσεως των υπαγόμενων διαφορών. Η διοικητική δίκη χαρακτηρίζεται και από το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται. Εκτός τούτου, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ο περιορισμός των ενδίκων μέσων στη διοικητική δίκη έχει οδηγήσει πολλές φορές στην μη πραγμάτωση του εξ αντικειμένου δικαίου, γεγονός για το οποίο έχει ασκηθεί κατ’ επανάληψη κριτική. Σημειώνεται μόνο το εξής: Διεθνώς παρατηρείται πτώση, ενίοτε και μεγάλη, των αστικών υποθέσεων που απασχολούν τα δικαστήρια. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε διάφορους λόγους. Μία αντίστοιχη εξέλιξη διαγράφεται και στη χώρα μας αν ήθελαν εξαιρεθεί τα «κόκκινα δάνεια». Στη βάση αυτής της παραδοχής θα πρέπει η προσπάθεια του νομοθέτη από ‘δω και πέρα να επικεντρωθεί στη βελτίωση της απονομής της δικαιοσύνης και όχι, όπως συνέβαινε τις τελευταίες δεκαετίες, στην επιτάχυνση της δίκης.
Περαιτέρω γίνεται κακή χρήση από την Πολιτεία ενός θεσμού, που μόνο σκοπό έχει την πλέον ανώδυνη, σύντομη, λιγότερο κοστοβόρα, συνολικά και οριστική επίλυση των διαφορών - εκκρεμοτήτων. Κι αυτό γιατί παραμορφώνεται και ανατρέπεται εκ βάθρων η ιδιότητα του διαμεσολαβητή, ο οποίος μόνο κριτής δεν είναι και δεν εμπλέκεται σε τέτοιου είδους ελέγχους, σύμφωνα με όσα ορίζει το ενωσιακό δίκαιο και αναγνωρίζεται από τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Σε κανένα κράτος του κόσμου, ασχολείται ο διαμεσολαβητής και μάλιστα υποχρεωτικά (!!!!) με τέτοιου είδους ζητήματα. Με αυτή την προτεινόμενη ρύθμιση, την οποία ζητούμε να απαλειφθεί εξ ολοκλήρου, είναι βέβαιο ότι δεν θα προχωρήσουν θετικά οι υποθέσεις τέτοιου είδους, αντιθέτως θα σημειωθεί οπισθοχώρηση, αμφισβήτηση της κτηματολογικής διαμεσολάβησης και διαιώνιση των εκκρεμοτήτων.