Η συμβολή των πολιτών και των φορέων θεωρείται καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της χώρας και θα διασφαλίζει τη βιώσιμη διαχείριση του νερού για τις σημερινές και τις επόμενες γενιές.
Με την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, η Ελλάδα αποκτά για πρώτη φορά έναν ενιαίο και μακρόπνοο οδικό χάρτη που θέτει τις βάσεις για τη διαφύλαξη του νερού ως στρατηγικού εθνικού πόρου, ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στις προκλήσεις της κλιματικής κρίσης και υπηρετεί ένα βιώσιμο μέλλον για το περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία.
Η διαβούλευση θα διαρκέσει ως τις 22 Ιουλίου 2026, και ώρα 21:30.
O Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Σταύρος Ν. Παπασταύρου
Δημοσιευμένα σχόλια
Η δημοσιοποίηση της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική θεσμική πρωτοβουλία. Για πρώτη φορά επιχειρείται η διαμόρφωση ενός ενιαίου, ολιστικού στρατηγικού πλαισίου που συνδέει την υδατική ασφάλεια, την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή, τη διαχείριση κινδύνων, τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών ύδατος και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης.
Αναγνωρίζεται εύστοχα ότι το νερό αποτελεί στρατηγικό εθνικό πόρο και ότι η προστασία του συνδέεται άμεσα με τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ασφάλεια. Παράλληλα, αναδεικνύονται οι πιέσεις από την κλιματική αλλαγή, τη λειψυδρία, τις πλημμύρες, την αυξανόμενη ζήτηση και τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων των εμπλεκόμενων φορέων — μια παθογένεια η οποία, ήδη από την εφαρμογή του Ν. Καλλικράτη, δεν έχει οδηγήσει σε αλλαγή της νοοτροπίας προσέγγισης του τομέα των υδάτων.
Ωστόσο, πίσω από τις επιμέρους πολιτικές κατευθύνσεις του Σχεδίου (π.χ. συγχώνευση παρόχων υπηρεσιών ύδατος) αναδεικνύεται ένα βαθύτερο και ίσως σημαντικότερο ζήτημα. Η ίδια η Στρατηγική καταγράφει, για πρώτη φορά με τόσο σαφή τρόπο, ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά ελλείμματα γνώσης για την πραγματική κατάσταση των υδατικών της πόρων. Και αυτό ακριβώς αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας: όχι η διαχείριση του νερού, αλλά η διαχείριση της γνώσης για το νερό.
Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί προσωπική εκτίμηση, αλλά συμπέρασμα που προκύπτει από τα ίδια τα στοιχεία της Έκθεσης. Στην ενότητα αξιολόγησης της ποιοτικής κατάστασης των επιφανειακών υδατικών συστημάτων αναφέρεται ότι για περίπου το 60–65% των υδατικών συστημάτων χρησιμοποιήθηκαν διαδικασίες ομαδοποίησης και επέκτασης δεδομένων αντί επιτόπιων μετρήσεων, ενώ περίπου το 14% ταξινομήθηκε χωρίς διαθέσιμες μετρήσεις, με βάση αξιολόγηση πιέσεων και κρίση εμπειρογνωμόνων. Παράλληλα, μόλις το 13,4% των επιφανειακών υδατικών συστημάτων παρουσιάζει υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης ως προς την οικολογική του ταξινόμηση, ενώ για τη χημική κατάσταση δεν καταγράφεται κανένα υδατικό σύστημα με υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική παραδοχή.
Συνάγεται, επομένως, ότι η χώρα εξακολουθεί να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις διαχείρισης υδάτων σε ένα περιβάλλον όπου η επιστημονική βεβαιότητα παραμένει περιορισμένη. Η ίδια η Στρατηγική, άλλωστε, αναγνωρίζει ότι η αξιολόγηση της ποιοτικής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων χαρακτηρίζεται από περιορισμένη αξιοπιστία δεδομένων και υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης Υδάτων.
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και για τα υπόγεια ύδατα. Η Στρατηγική αναφέρει ότι το 14,6% των Υπόγειων Υδατικών Συστημάτων βρίσκεται σε κακή ποιοτική κατάσταση και το 14,1% σε κακή ποσοτική κατάσταση, με τα σημαντικότερα προβλήματα να εντοπίζονται σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, η Αττική και τα νησιά του Αιγαίου, ενώ επισημαίνεται η ανάγκη συστηματικότερης παρακολούθησης, βελτίωσης των δεδομένων και ενίσχυσης του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης.
Τα στοιχεία αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε συνδυασμό με μια δεύτερη κρίσιμη παρατήρηση του ίδιου του Σχεδίου. Στην ενότητα της υφιστάμενης κατάστασης αναγνωρίζεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ελλείψεις στην παρακολούθηση των υδάτων, αδυναμίες στην υλοποίηση και συντήρηση υποδομών, κενά στελέχωσης και περιορισμένη λειτουργική αποτελεσματικότητα των αρμόδιων δομών.
Με απλά λόγια, η Έκθεση αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα της χώρας δεν είναι πλέον η έλλειψη θεσμικού πλαισίου. Εντοπίζεται κυρίως στην παραγωγή αξιόπιστης γνώσης και στη δυνατότητα μετατροπής της γνώσης αυτής σε τεκμηριωμένες πολιτικές.
Η χώρα έχει επενδύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στη θεσμική εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, στην κατάρτιση Σχεδίων Διαχείρισης, στην ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων και στην ψηφιοποίηση διοικητικών διαδικασιών. Οφείλει, ωστόσο, να γίνει σαφές ότι τα προβλήματα των χωρών του Νότου διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα των βόρειων περιοχών της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, το ζήτημα εστιάζεται στα υπόγεια νερά, τα οποία βρίσκονται σε διαρκή πίεση (water stress) καθώς αποτελούν βασική πηγή εκμετάλλευσης, ενώ στην Κεντρική Ευρώπη οι πιέσεις εντοπίζονται κυρίως στα επιφανειακά ύδατα. Άλλωστε, το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο δίνει ιστορικά μεγαλύτερο βάρος στην ποιότητα των υδάτων· η ποσοτική διάσταση, αν και ρυθμίζεται ρητά για τα υπόγεια ύδατα (ποσοτική κατάσταση κατά την Οδηγία 2000/60/ΕΚ), παραμένει στην πράξη υποεκπροσωπούμενη σε σχέση με την κρισιμότητά της για τον ευρωπαϊκό Νότο.
Η Στρατηγική της Πολιτείας συνεχίζει εύλογα αυτή την κατεύθυνση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη διαλειτουργικότητα, στα μητρώα, στα δεδομένα και στα ψηφιακά εργαλεία. Η ψηφιοποίηση, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επιστήμη. Τα δεδομένα από μόνα τους δεν δημιουργούν γνώση· η γνώση προκύπτει μέσα από τη γεωλογική, υδρογεωλογική, υδρολογική και περιβαλλοντική ερμηνεία των δεδομένων. Δυστυχώς, οι φορείς απευθύνονται κατά κανόνα σε μηχανικούς με εξειδίκευση στην υδραυλική (επιφανειακή υδρολογία) και σπανίως στην αξιολόγηση του υπόγειου υδατικού δυναμικού (υπόγεια υδραυλική – υδρογεωλογία), αφού η παρουσία Υδρογεωλόγου παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη.
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι να γνωρίζουμε περισσότερους αριθμούς. Είναι να κατανοούμε καλύτερα τα φυσικά συστήματα που παράγουν, αποθηκεύουν και τροφοδοτούν το νερό. Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο σύνθετα υδρογεωλογικά περιβάλλοντα της Ευρώπης: καρστικά συστήματα διεθνούς σημασίας, εκτεταμένους παράκτιους υδροφορείς που απειλούνται από υφαλμύρινση, νησιωτικά συστήματα με περιορισμένα αποθέματα, έντονα τεκτονισμένες περιοχές και σημαντικές χωρικές διαφοροποιήσεις ως προς τη διαθεσιμότητα των πόρων — ένα περιβάλλον που απαιτεί συνεχή επιστημονική διερεύνηση.
Στο πλαίσιο αυτό, η επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση στον τομέα των υδάτων δεν θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά νέες υποδομές ή νέες διοικητικές διαδικασίες. Οφείλει να εστιάσει στον πόρο, από την αρχή της διαδρομής του μέχρι τον τελικό προορισμό του, δηλαδή την κατανάλωση ανεξαρτήτως χρήσης — καθώς η διάκριση της χρήσης από τη χρησιμοποίηση ορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να εξετάζεται η εκμετάλλευση του φυσικού πόρου. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να αφορά τη δημιουργία μιας Εθνικής Υποδομής Γνώσης για τα Ύδατα.
Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να περιλαμβάνει:
• Εθνικό πρόγραμμα υδρογεωλογικής χαρτογράφησης και επικαιροποίησης των υδροφορέων της χώρας. Η θεώρηση των Υπόγειων Υδατικών Συστημάτων σε πολλές περιοχές είναι εσφαλμένη.
• Συστηματική ανάπτυξη εννοιολογικών και αριθμητικών μοντέλων υπόγειας ροής για τα στρατηγικά υπόγεια υδατικά συστήματα.
• Πανελλαδική χαρτογράφηση τρωτότητας υδροφορέων και ζωνών προστασίας υδροληψιών. Έχουν ήδη καταρτιστεί τα περιεχόμενα ειδικών υδρογεωλογικών μελετών με συγκεκριμένες μεθοδολογίες, σε επίπεδο εφαρμογής ανάλογα με το είδος του υδροφόρου ορίζοντα (καρστικοί, πορώδους, μέσου ασυνεχειών).
• Ενίσχυση και ανασχεδιασμό των δικτύων παρακολούθησης με βάση τις πραγματικές υδρογεωλογικές συνθήκες.
• Ανάπτυξη ψηφιακών διδύμων (digital twins) και εργαλείων πρόγνωσης λειψυδρίας και υδατικών κινδύνων.
• Θεσμική ενσωμάτωση της γεωεπιστημονικής γνώσης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Οι ανωτέρω προτάσεις εντάσσονται άμεσα στον Άξονα 1 (διασφάλιση ποιοτικής και ποσοτικής επάρκειας των υδάτων) και στον Άξονα 4 (συστηματική επένδυση στον ψηφιακό μετασχηματισμό και τη γνώση) του Σχεδίου, τους οποίους και ενισχύουν, προσδίδοντάς τους το απαραίτητο επιστημονικό υπόβαθρο.
Η κλιματική αλλαγή–κρίση μεταβάλλει ήδη τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του υδρολογικού κύκλου. Η επόμενη δεκαετία δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο νερό διαθέτουμε σήμερα, αλλά από το κατά πόσο γνωρίζουμε πώς εξελίσσονται οι υδροφορείς μας, πώς μεταβάλλεται η φυσική τους τροφοδοσία και ποιες περιοχές θα αντιμετωπίσουν πρώτες κρίσεις επάρκειας ή υποβάθμισης. Οι χώρες που θα αποκτήσουν αυτή τη γνώση θα μπορούν να προλαμβάνουν τις κρίσεις· οι υπόλοιπες θα συνεχίσουν να τις διαχειρίζονται εκ των υστέρων.
Η νέα Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα θέτει ένα αναγκαίο θεσμικό θεμέλιο. Η μεγάλη πρόκληση που αναδεικνύει το ίδιο το κείμενο είναι η ανάγκη να περάσουμε από τη διαχείριση των υδάτων στη διαχείριση της γνώσης για τα ύδατα. Αυτό είναι το επόμενο βήμα που οφείλει να κάνει η χώρα.
Αναγνωρίζεται η θετική θεσμική πρωτοβουλία διαμόρφωσης ενός ενιαίου στρατηγικού πλαισίου για την υδατική ασφάλεια και την κλιματική ανθεκτικότητα.
ΕΝΟΤΗΤΑ 1: Υποστελέχωση Υπηρεσιών & Απουσία Γεωλόγων - Υδρογεωλόγων (Ενότητα Υφιστάμενης Κατάστασης & Διοικητικών Δομών)
Σοβαρή Υποστελέχωση των Αρμόδιων Φορέων: Στην ενότητα της υφιστάμενης κατάστασης του σχεδίου στρατηγικής καταγράφονται εμφανή κενά στελέχωσης και περιορισμένη λειτουργική αποτελεσματικότητα των αρμόδιων διοικητικών δομών. Εντοπίζεται οξεία έλλειψη εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, ενώ απουσιάζει οποιοσδήποτε σχεδιασμός διαγωνισμού για την πρόσληψη νέων επιστημόνων.
Μικρή Παρουσία Γεωλόγων - Υδρογεωλόγων: Διαπιστώνεται ότι η παρουσία Γεωλόγων - Υδρογεώλογων στις αρμόδιες υπηρεσίες και στους φορείς διαχείρισης είναι ανεπαρκής. Οι φορείς απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σε μηχανικούς με εξειδίκευση στην επιφανειακή υδρολογία, παραμελώντας την αξιολόγηση του υπόγειου υδατικού δυναμικού και της υπόγειας υδραυλικής.
Αναγκαιότητα της Γεωεπιστημονικής Γνώσης: Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο σύνθετα υδρογεωλογικά περιβάλλοντα της Ευρώπης, το οποίο περιλαμβάνει διεθνούς σημασίας καρστικά συστήματα, παράκτιους υδροφορείς υπό απειλή υφαλμύρινσης και νησιωτικά συστήματα. Η ορθολογική αξιολόγηση και προστασία των πόρων αυτών είναι αδύνατη χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των Γεωλόγων, Υδρογεωλόγων στη λήψη αποφάσεων.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2: Αξιολόγηση Ποιοτικής & Ποσοτικής Κατάστασης Υδάτων – Ελλείμματα Γνώσης (Ενότητες Αξιολόγησης Υδατικών Συστημάτων)
Πιέσεις στα Υπόγεια Υδατικά Συστήματα (Water Stress): Στην αντίστοιχη ενότητα της Στρατηγικής αναφέρεται ότι το 14,6% των Υπόγειων Υδατικών Συστημάτων βρίσκεται σε κακή ποιοτική κατάσταση και το 14,1% σε κακή ποσοτική κατάσταση. Σε αντίθεση με την Κεντρική Ευρώπη όπου οι πιέσεις εστιάζονται στα επιφανειακά νερά, στην Ελλάδα τα υπόγεια νερά αποτελούν τη βασική πηγή εκμετάλλευσης και βρίσκονται υπό συνεχή πίεση.
ΕΝΟΤΗΤΑ 3: Θεσμικό Πλαίσιο, Νομοθετήματα & Διοικητικές Μεταρρυθμίσεις
Κριτική στον Ν. 5106/2024 (ΟΔΥΘ ΑΕ - Θεσσαλία): Εκφράζεται έντονος προβληματισμός για το μοντέλο της Ανώνυμης Εταιρείας (ΟΔΥΘ ΑΕ) στη Θεσσαλία, καθώς μεταβιβάζει τόσο τη διαχείριση όσο και τον έλεγχο των υδάτων στον ίδιο πάροχο, δημιουργώντας συνθήκες ιδιωτικοποίησης του πόρου.
Υποχρεωτικές Συγχωνεύσεις & Επεκτάσεις (ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ): Η προωθούμενη υποχρεωτική επέκταση των φορέων ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ σε όμορες περιοχές χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των τοπικών κοινωνιών κρίνεται επιχειρησιακά προβληματική και θεσμικά αντισυνταγματική.
Σχεσιακή Αποτίμηση με Ν. 1739/1987 & Ν. 3199/2003: Επισημαίνεται η ανάγκη αξιοποίησης των θετικών στοιχείων προγενέστερων θεσμικών πλαισίων (όπως ο Ν. 1739/1987), αποφεύγοντας τον περαιτέρω κατακερματισμό αρμοδιοτήτων που προκλήθηκε από μεταγενέστερες ρυθμίσεις (όπως ο Ν. 3199/2003).
ΕΝΟΤΗΤΑ 4: Σχέδια Διαχείρισης, Υποδομές & Χρηματοδότηση
Μη Υλοποίηση Μέτρων ΣΔΛΑΠ/ΣΔΚΠ: Διαπιστώνεται η συστηματική μη υλοποίηση μέτρων που έχουν ήδη προταθεί στα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών και Κινδύνων Πλημμύρας (ΣΔΛΑΠ/ΣΔΚΠ), χωρίς το νέο σχέδιο να προβλέπει συγκεκριμένους μηχανισμούς εφαρμογής τους.
Απένταξη Κρίσιμων Έργων: Καταγράφεται η απένταξη πληθώρας εγγειοβελτιωτικών, αντιπλημμυρικών έργων και φραγμάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, με αποτέλεσμα ζωτικές υποδομές για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας να παραμένουν ημιτελείς ή σε επίπεδο μελέτης.
ΕΝΟΤΗΤΑ 5: Προτάσεις – «Εθνική Υποδομή Γνώσης για τα Ύδατα»
Για την ουσιαστική θεραπεία των παραπάνω ελλείψεων, προτείνεται η ενσωμάτωση των εξής αξόνων στη Στρατηγική:
Άμεση Στελέχωση & Θεσμική Ενσωμάτωση: Προκήρυξη διαγωνισμών για προσλήψεις εξειδικευμένων επιστημόνων (όπως υδρογεωλόγων) στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και ΔΕΥΑ, καθώς και θεσμική ενσωμάτωση της γεωεπιστημονικής γνώσης στη λήψη αποφάσεων.
Εθνικό Πρόγραμμα Υδρογεωλογικής Χαρτογράφησης: Επαναξιολόγηση και επικαιροποίηση των υπόγειων υδατικών συστημάτων και των υδροφορέων της χώρας.
Αριθμητική Μοντελοποίηση & Τρωτότητα: Ανάπτυξη εννοιολογικών και αριθμητικών μοντέλων υπόγειας ροής, καθώς και πανελλαδική χαρτογράφηση τρωτότητας υδροφορέων και ζωνών προστασίας υδροληψιών.
Προτεραιοποίηση Έργων ανά Περιφέρεια: Καθορισμός συγκεκριμένων έργων εξοικονόμησης, αποθήκευσης και επαναχρησιμοποίησης με εξασφαλισμένους πόρους και αυστηρά χρονοδιαγράμματα.
Αναγνωρίζεται η θετική θεσμική πρωτοβουλία διαμόρφωσης ενός ενιαίου στρατηγικού πλαισίου για την υδατική ασφάλεια και την κλιματική ανθεκτικότητα.
ΕΝΟΤΗΤΑ 1: Υποστελέχωση Υπηρεσιών & Απουσία Γεωλόγων - Υδρογεωλόγων (Ενότητα Υφιστάμενης Κατάστασης & Διοικητικών Δομών)
Σοβαρή Υποστελέχωση των Αρμόδιων Φορέων: Στην ενότητα της υφιστάμενης κατάστασης του σχεδίου στρατηγικής καταγράφονται εμφανή κενά στελέχωσης και περιορισμένη λειτουργική αποτελεσματικότητα των αρμόδιων διοικητικών δομών. Εντοπίζεται οξεία έλλειψη εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, ενώ απουσιάζει οποιοσδήποτε σχεδιασμός διαγωνισμού για την πρόσληψη νέων επιστημόνων.
Μικρή Παρουσία Γεωλόγων - Υδρογεωλόγων: Διαπιστώνεται ότι η παρουσία Γεωλόγων - Υδρογεώλογων στις αρμόδιες υπηρεσίες και στους φορείς διαχείρισης είναι ανεπαρκής. Οι φορείς απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σε μηχανικούς με εξειδίκευση στην επιφανειακή υδρολογία, παραμελώντας την αξιολόγηση του υπόγειου υδατικού δυναμικού και της υπόγειας υδραυλικής.
Αναγκαιότητα της Γεωεπιστημονικής Γνώσης: Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο σύνθετα υδρογεωλογικά περιβάλλοντα της Ευρώπης, το οποίο περιλαμβάνει διεθνούς σημασίας καρστικά συστήματα, παράκτιους υδροφορείς υπό απειλή υφαλμύρινσης και νησιωτικά συστήματα. Η ορθολογική αξιολόγηση και προστασία των πόρων αυτών είναι αδύνατη χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των Γεωλόγων, Υδρογεωλόγων στη λήψη αποφάσεων.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2: Αξιολόγηση Ποιοτικής & Ποσοτικής Κατάστασης Υδάτων – Ελλείμματα Γνώσης (Ενότητες Αξιολόγησης Υδατικών Συστημάτων)
Πιέσεις στα Υπόγεια Υδατικά Συστήματα (Water Stress): Στην αντίστοιχη ενότητα της Στρατηγικής αναφέρεται ότι το 14,6% των Υπόγειων Υδατικών Συστημάτων βρίσκεται σε κακή ποιοτική κατάσταση και το 14,1% σε κακή ποσοτική κατάσταση. Σε αντίθεση με την Κεντρική Ευρώπη όπου οι πιέσεις εστιάζονται στα επιφανειακά νερά, στην Ελλάδα τα υπόγεια νερά αποτελούν τη βασική πηγή εκμετάλλευσης και βρίσκονται υπό συνεχή πίεση.
ΕΝΟΤΗΤΑ 3: Θεσμικό Πλαίσιο, Νομοθετήματα & Διοικητικές Μεταρρυθμίσεις
Κριτική στον Ν. 5106/2024 (ΟΔΥΘ ΑΕ - Θεσσαλία): Εκφράζεται έντονος προβληματισμός για το μοντέλο της Ανώνυμης Εταιρείας (ΟΔΥΘ ΑΕ) στη Θεσσαλία, καθώς μεταβιβάζει τόσο τη διαχείριση όσο και τον έλεγχο των υδάτων στον ίδιο πάροχο, δημιουργώντας συνθήκες ιδιωτικοποίησης του πόρου.
Υποχρεωτικές Συγχωνεύσεις & Επεκτάσεις (ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ): Η προωθούμενη υποχρεωτική επέκταση των φορέων ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ σε όμορες περιοχές χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των τοπικών κοινωνιών κρίνεται επιχειρησιακά προβληματική και θεσμικά αντισυνταγματική.
Σχεσιακή Αποτίμηση με Ν. 1739/1987 & Ν. 3199/2003: Επισημαίνεται η ανάγκη αξιοποίησης των θετικών στοιχείων προγενέστερων θεσμικών πλαισίων (όπως ο Ν. 1739/1987), αποφεύγοντας τον περαιτέρω κατακερματισμό αρμοδιοτήτων που προκλήθηκε από μεταγενέστερες ρυθμίσεις (όπως ο Ν. 3199/2003).
ΕΝΟΤΗΤΑ 4: Σχέδια Διαχείρισης, Υποδομές & Χρηματοδότηση
Μη Υλοποίηση Μέτρων ΣΔΛΑΠ/ΣΔΚΠ: Διαπιστώνεται η συστηματική μη υλοποίηση μέτρων που έχουν ήδη προταθεί στα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών και Κινδύνων Πλημμύρας (ΣΔΛΑΠ/ΣΔΚΠ), χωρίς το νέο σχέδιο να προβλέπει συγκεκριμένους μηχανισμούς εφαρμογής τους.
Απένταξη Κρίσιμων Έργων: Καταγράφεται η απένταξη πληθώρας εγγειοβελτιωτικών, αντιπλημμυρικών έργων και φραγμάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, με αποτέλεσμα ζωτικές υποδομές για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας να παραμένουν ημιτελείς ή σε επίπεδο μελέτης.
ΕΝΟΤΗΤΑ 5: Προτάσεις – «Εθνική Υποδομή Γνώσης για τα Ύδατα»
Για την ουσιαστική θεραπεία των παραπάνω ελλείψεων, προτείνεται η ενσωμάτωση των εξής αξόνων στη Στρατηγική:
Άμεση Στελέχωση & Θεσμική Ενσωμάτωση: Προκήρυξη διαγωνισμών για προσλήψεις εξειδικευμένων επιστημόνων (όπως υδρογεωλόγων) στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και ΔΕΥΑ, καθώς και θεσμική ενσωμάτωση της γεωεπιστημονικής γνώσης στη λήψη αποφάσεων.
Εθνικό Πρόγραμμα Υδρογεωλογικής Χαρτογράφησης: Επαναξιολόγηση και επικαιροποίηση των υπόγειων υδατικών συστημάτων και των υδροφορέων της χώρας.
Αριθμητική Μοντελοποίηση & Τρωτότητα: Ανάπτυξη εννοιολογικών και αριθμητικών μοντέλων υπόγειας ροής, καθώς και πανελλαδική χαρτογράφηση τρωτότητας υδροφορέων και ζωνών προστασίας υδροληψιών.
Προτεραιοποίηση Έργων ανά Περιφέρεια: Καθορισμός συγκεκριμένων έργων εξοικονόμησης, αποθήκευσης και επαναχρησιμοποίησης με εξασφαλισμένους πόρους και αυστηρά χρονοδιαγράμματα.
Η Στρατηγική εστιάζει στη διαχείριση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης που αποτελεί το 18% της συνολικής χρήσης νερού στη χώρα, ενώ θα έπρεπε να δίνει έμφαση στο αρδευτικό νερό όπου παρουσιάζονται σοβαρότατα προβλήματα διαχείρισης και του οποίου η χρήση ανέρχεται στο 82% της συνολικής χρήσης νερού στη χώρα μας. Αναφέρεται, βεβαίως, ακροθιγώς στα προβλήματα της αρδευτικής χρήσης, κάνοντας όμως απλώς μια απλή καταγραφή χωρίς καμιά περαιτέρω αναφορά σε οργανωτική αναδιάρθρωση της διαχείρισής του. Η αναφορά στον ΟΔΥΘ Α.Ε. ο οποίος από το 2023 που ιδρύθηκε στη Θεσσαλία μετά την κακοκαιρία Daniel, δεν έχει ουσιαστικά λειτουργήσει, και δεν φαίνεται να λειτουργεί τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, αποδεικνύει την έλλειψη συνεκτικής και στοχευμένης στρατηγικής για το αρδευτικό νερό. Η ανάληψη της άρδευσης από την ΕΥ-ΔΑΠ και την ΕΥΑΘ σε όμορες περιοχές δεν εγγυάται την ορθολογική διαχείριση του αρδευτικού νερού, αφού είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα για τους δύο φορείς που δεν έχουν μέχρι σήμερα καμιά σχέση με το νέο αντικείμενο που είναι σύνθετο και παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες, ενώ θα το αναλάβουν σε συνδυασμό και με την επέκτασή τους σε όμορες περιοχές στις οποίες θα αναλάβουν τη διαχείριση του πόσιμου νερού.
Από την Στρατηγική απουσιάζουν οι ακριβείς καταγραφές και αποτυπώσεις της υφιστάμενης κατάστασης, καθώς και οι αντικειμενικές τεκμηριώσεις. Ασχολείται κατά κύριο λόγο με τους φορείς διαχείρισης νερού ανθρώπινης κατανάλωσης και κυρίως τις Δ.Ε.Υ.Α. δίνοντας έμφαση στον κατακερματισμό του χώρου και επισημαίνοντας ότι αυτός ευθύνεται για τα προβλήματα διαχείρισης του πόσιμου νερού. Είναι, όμως, γνωστό ότι τα οικονομικά, αλλά και τα λειτουργικά προβλήματα των Δ.Ε.Υ.Α. οφείλονται σε τρεις βασικές αιτίες: 1) Στο πρόγραμμα «Καλλικράτης» με βάση το οποίο οι Δ.Ε.Υ.Α. ανέλαβαν τη διαχείριση της αχαρτογράφητης ενδοχώρας χωρίς τους απαιτούμενους πόρους, τον απαραίτητο εξοπλισμό και το αναγκαίο προσωπικό, 2) Στην οικονομική και δημοσιονομική κρίση που επέφερε μείωση των εσόδων των Δ.Ε.Υ.Α. και σοβαρότατη έλλειψη προσωπικού λόγω των μνημονιακών ρυθμίσεων που υπήγαγαν τις Δ.Ε.Υ.Α. στις απαγορεύσεις προσλήψεων του δημοσίου χωρίς, ωστόσο, να υπάγονται στον δημόσιο τομέα και χωρίς να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, και 3) Στην υπέρογκη αύξηση του ενεργειακού κόστους των Δ.Ε.Υ.Α. που από το 2021 μέχρι σήμερα δεν είναι διαχειρίσιμο και έχει διπλασιασθεί, χωρίς, ωστόσο, η Πολιτεία να έχει προβεί σε περιοδικές παρεμβάσεις όπως αναληθώς αναγράφεται στο κείμενο. Η μόνη παρέμβαση που έχει γίνει και δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί είναι αυτή που έχει προβλέψει το άρθρο 274 του ν. 5314/2026 (Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης).
Εντύπωση προκαλεί επίσης η παντελής έλλειψη αναφοράς στην μελέτη που είχε αναθέσει η DG Regio «Τεχνική βοήθεια και συμβουλές σχετικά με τους τομείς του νερού και των λυμάτων στην Ελλάδα για την περίοδο 2021 – 2027», ολοκληρώθηκε το 2022 και αφορούσε 35 Δ.Ε.Υ.Α. Στις διαπιστώσεις της μελέτης αναφέρεται ότι οι Δ.Ε.Υ.Α. που λειτουργούν στη χώρα, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μπορούν υπό προϋποθέσεις να αντεπεξέλθουν με επιτυχία στο έργο τους. Στις προϋποθέσεις αυτές περιλαμβάνεται ο συστηματικός και οργανωμένος τρόπος λειτουργίας, η επαρκής στελέχωσή τους και η αυτόνομη λειτουργία τους ως δημόσιες επιχειρήσεις με ανεξάρτητο όμως χαρακτήρα κατά τη λήψη καίριων αποφάσεων.
Η Εθνική Στρατηγική αναφέρεται στην αναγκαστική επέκταση των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ στις περιφερειακές ενότητες Βοιωτίας, Εύβοιας και Φωκίδας και στην Περιφερειακή ενότητα Χαλκιδικής αντίστοιχα. Η νομοθετική πρωτοβουλία αυτή χαρακτηρίζεται εμβληματική μια παραδοχή όμως που δεν βασίζεται σε οικονομοτεχνική μελέτη όπως θα απαιτούνταν για μια τόσο σημαντική αλλαγή της αρχιτεκτονικής της διαχείρισης του αστικού νερού σε συγκεκριμένες περιφερειακές ενότητες. Εντύπωση προκαλεί, επίσης, ότι η πρωτοβουλία αυτή εξελίσσεται, ενώ ήδη έχει ψηφισθεί πολύ πρόσφατα ο ν. 5314/2025 (Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης) ο οποίος στα άρθρα 250-280 (και σε πολλές άλλες διάσπαρτες διατάξεις) ρυθμίζει την ίδρυση, λειτουργία και λύση των ΔΕΥΑ με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την εξυγίανσή τους. Ο ίδιος νόμος αναφέρεται μόνο σε οικειοθελείς συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ (άρθρο 253) επιλέγοντας έτσι την συναινετική μεταβολή της αρχιτεκτονικής τους ως εργαλείο βιωσιμότητας. Πρόκειται για μια σοβαρή θεσμική αντίφαση.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι, η ΚΕΔΕ και η ΕΔΕΥΑ έχουν ταχθεί με αποφάσεις των συλλογικών τους οργάνων κατά των αναγκαστικών συγχωνεύσεων των ΔΕΥΑ και υπέρ των οικειοθελών συγχωνεύσεων που γίνονται μετά από καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης και σχετική μελέτη βιωσιμότητας, έχοντας μάλιστα εκπονήσει κοινή πρόταση που βασίζεται στη διατήρηση των ΔΕΥΑ (και των τεχνικών υπηρεσιών των Δήμων) και την ενίσχυση της δια-δημοτικής συνεργασίας με λειτουργικές δομές που θα υποστηρίξουν επιχειρησιακά τη διαδημοτική συνεργασία, ώστε να βοηθηθούν λειτουργικά και επιχειρησιακά οι αδύναμες ΔΕΥΑ. Η πρόταση εστιάζει στην συνένωση λειτουργιών και όχι δομών.
Αναφορικά με τον στόχο της πλήρους ανάκτησης του κόστους, αν και θεσμικά ορθός, ενέχει κινδύνους για περιοχές με χαμηλή φοροδοτική ικανότητα, νησιωτικό χαρακτήρα ή έντονη εποχικότητα λόγω του τουρισμού. Απαιτείται μεταβατικό πλαίσιο, εξειδίκευση του κοινωνικού τιμολογίου και ειδική πρόβλεψη για το κόστος των υποδομών που αξιοποιούνται λίγους μήνες τον χρόνο.
Στην Στρατηγική καταγράφονται τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες, άνω των 7 δισ. ευρώ αθροιστικά για ύδρευση και αποχέτευση, χωρίς όμως διασφαλισμένους πόρους, ενώ επισημαίνονται χρονοβόρες διαδικασίες ένταξης σε χρηματοδοτικά προγράμματα. Για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου χρηματοδοτικού κενού απαιτείται ένας σταθερός χρηματοδοτικός μηχανισμός, απλοποίηση των διαδικασιών και προτεραιοποίηση των έργων αιχμής.
Στην Στρατηγική αναπτύσσονται 9 Πολιτικές (βλ. αναλυτικά και το συνημμένο Παράρτημα) με μεγάλο πλήθος δράσεων και με κίνδυνο διάχυσης πόρων. Απαιτείται αυστηρή ιεράρχηση με βάση τα κριτήρια της αποδοτικότητας και της μέτρησης, ενώ διαπιστώνεται ότι η εστίαση α-φορά σε λίγα έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Σύμφωνα με την Στρατηγική, τα δεδομένα πρέπει να γίνουν πληρέστερα και αξιόπιστα, μέσω της αναβάθμισης του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης. Η αναβάθμιση, όμως, του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης Υδάτων και των πληροφοριακών συστημάτων πρέπει να αντιμετωπιστεί ως προαπαιτούμενο, όχι απλώς ως ένας ακόμη στόχος, ώστε οι αποφάσεις να στηρίζονται σε αξιόπιστη βάση.
Στην Στρατηγική, διαπιστώνεται αποσπασματικότητα και άνιση ωρίμανση μεταξύ των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ), των Σχεδίων Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας (ΣΔΚΠ) και των Σχεδίων Αντιμετώπισης Λειψυδρίας και Ξηρασίας, ενώ παραμένει ασαφής η επιχειρησιακή αρχιτεκτονική ενεργοποίησης των μέτρων ξηρασίας. Απαιτείται ενοποίηση του σχεδιασμού και σαφής προσδιορισμός υπευθύνων ανά επίπεδο ετοιμότητας.
Στην Στρατηγική αναγνωρίζεται η αντικειμενική αδυναμία στελέχωσης σε μικρούς παρόχους και μικρά νησιά, χωρίς όμως συγκεκριμένη λύση. Απαιτείται θεσμοθέτηση μηχανισμών κοινής τεχνικής υποστήριξης, διαβάθμισης δομών ή κοινών υπηρεσιών, ώστε να καλυφθεί το κενό ικανότητας χωρίς αναγκαστική απορρόφηση. Επίσης, στην Στρατηγική δεν διαφαίνεται η πρόθεση αντιμετώπισης των άνω των 13.000 μη αδειοδοτημένων γεωτρήσεων. Απαιτείται συνεκτικό και ρεαλιστικό σχέδιο με διασφαλισμένους πόρους, ψηφιακό μητρώο και σαφές χρονοδιάγραμμα, ώστε η δέσμευση να μη μείνει στο επίπεδο των καλών προθέσεων. Τέλος, γνωρίζοντας ότι νερό και ενέργεια συνδέονται μεταξύ τους τόσο λειτουργικά όσο και οικονομικά, εντύπωση προκαλεί η απουσία αναφοράς στο σχέδιο της ενέργειας ως συντελεστή διαχείρισης των υδάτων και μάλιστα σε μια περίοδο που η ενεργειακή αυτάρκεια των παρόχων ύδατος είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας, αλλά και οικολογικής διαχείρισης. Και μάλιστα, ενώ ισχύει η Οδηγία 3019/2024 (επίκειται η μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο) για την επεξεργασία λυμάτων που απαιτεί ενεργειακή ουδετερότητα.
Γενική αξιολόγηση της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα
Ως τεχνικό κείμενο στρατηγικής, το σχέδιο περιλαμβάνει μια σαφής δομή, αλλά εξαντλείται σε θεωρητική βάση. Απουσιάζει η ισχυρή σύνδεση των διαπιστώσεων γύρω από τα Ύδατα με την υλοποίηση συγκεκριμένων κατευθύνσεων και με ένα πλαίσιο εφαρμογής. Επαναλαμβάνονται σταθερά τέσσερις κεντρικές έννοιες: διαχείριση της ζήτησης, κλιματική ανθεκτικότητα, ψηφιακή διακυβέρνηση και ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας, χωρίς ωστόσο να διακρίνεται μια ολιστική προσέγγιση.
1. Κίνηση για την Προστασία & Ανάδειξη του Μεγάλου Ρέματος Ραφήνας
2. Εμμανουέλα Τερζοπούλου, Δημοτική Σύμβουλος Ραφήνας-Πικερμίου
3. Παναγιώτα Πετρόγλου, δικηγόρος
4. Γιώργος Αποστολόπουλος, ερευνητής ΕΚΕΦΕ "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ"
Η από 4.6.2025 Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ανθεκτικότητα των Υδάτων (2025), υιοθετώντας μια ολοκληρωμένη και συνεκτική θεώρηση όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα εσωτερικά και τα θαλάσσια ύδατα, και δη την προσέγγιση «από την πηγή έως τη θάλασσα» με στόχο τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτων, που κατοχυρώνεται στις Οδηγία Πλαίσιο για τα Υδστα και Οδηγία Πλαίσιο για τις Πλημμύρες,, προβλέπει ότι η δράση για τη διαχείριση των υδάτων θα πρέπει να δίνει προτεραιότητα σε Λύσεις βασισμένες στη Φύση (NbS), αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με δομικές λύσεις, και να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω δράσεις αποτελούν μέρος μιας ολοκληρωμένης και βιώσιμης στρατηγικής διαχείρισης των υδάτων, η οποία θα αντικατοπτρίζει πλήρως τα μακροπρόθεσμα σενάρια και προβλέψεις αναφοράς για το κλίμα.
Η υπό διαβούλευση Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, παρότι επαγγέλλεται την ολιστική αυτή προσέγγιση, δεν εντοπίζει τις ασυμβατότητες μεταξύ των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκάνης Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) Αττικής (2η Αναθεώρηση - 2024) και των Σχεδίων Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας (ΣΔΚΠ) Αττικής (1η Αναθεώρηση - 2025), όσον αφορά τα έργα διευθέτησης στο Μεγάλο Ρέμα Ραφήνας και τον Ερασίνο, τα δύο τελευταία ελεύθερα ποτάμια της Αττικής.
Τόσο η 2η Αναθεώρηση ΣΔΛΑΠ Αττικής όσο και η 1η αναθεώρηση ΣΔΚΠ Αττικής για την καθυστερημένη υιοθέτηση των οποίων καταδικάστηκε η χώρα μας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, 5.6.2025, C-359/24 Επιτροπή κ. Ελλάδας), έχουν προσβληθεί δικαστικά στο ΣτΕ (Ε΄ τμ., δικάσιμος 7.10.2026) από περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολίτες όσον αφορά το Μεγάλο Ρέμα Ραφήνας και τον Ερασίνο και τα αδειοδοτημένα «γκρίζα» έργα αντιπλημμυρικής προστασίας (τσιμέντο, σαραζανέτια), που υποβιβάζουν την ποιότητα των εσωτερικών υδάτων χωρίς να τηρούν τις απαιτήσεις της Οδηγίας για τα Ύδατα ενώ εξάλλου δεν αποτελούν κλιματικά ανθεκτική προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Ι. 2η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΚΑΝΩΝ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ΠΟΤΑΜΩΝ (ΣΔΛΑΠ) ΑΤΤΙΚΗΣ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΡΥΘΙΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ»
Με την υπ’ αριθμ. 14/29.4.2024 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α´ 73/20.05.2024), εγκρίθηκε: 1) η 2η Αναθεώρηση του Σχεδίου Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) του Υδατικού Διαμερίσματος Αττικής και 2) η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτής. Η 2η Αναθεώρηση ΣΔΛΑΠ Αττικής κατά το μέρος που αφορά τη Ραφήνα και τον Ερασίνο έχει προσβληθεί δικαστικώς από πολίτες και περιβαλλοντικές οργανώσεις γιατί:
• διαπιστώνεται η υποβάθμιση των υδάτων λόγω των έργων διευθέτησης σε Ραφήνα και Ερασίνο χωρίς η εξαίρεση του άρ. 4.7 της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα (ΟΠΥ)να έχει χορηγηθεί εκ των προτέρων (δηλ. ήδη κατά το στάδιο της αδειοδότησης, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ενώ προβλέπεται ότι στην επόμενη (3η) Αναθεώρηση ΣΔΛΑΠ Αττικής τα φυσικά ΥΣ Ραφήνας και Ερασίνου θα επανεξεταστούν προκειμένου να οριστούν ως «Ιδιαιτέρως Τροποποιημένα Υδατικά Συστήματα» (ΒΛ.ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ στο τέλος του κειμένου) .δηλ. καναλοποιημένα, όπως ο Κηφισός.
• κατ’ εξαίρεση για τα έργα «εθνικής σημασίας», δηλ. αυτά που εκτελούνται από το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών (ΥΠΟΜΕ), για πρώτη φορά προβλέπεται ότι η εξαίρεση του άρ. 4.7 μπορεί να χορηγείται εκ των υστέρων (δηλ. μετά την περιβαλλοντική αδειοδότηση) με αίτημα του ΥΠΟΜΕ προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος.
Συναφώς, βλ. «ΚΟΙΝΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 10 ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ: ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ στα πλαίσια έργων που χαρακτηρίζονται «εθνικής σημασίας» - Οι περιπτώσεις Ραφήνας-Ερασίνου», https://megalo-rema.blogspot.com/2024/06/10.html
ΙΙ. 1Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ (ΣΔΚΠ) ΑΤΤΙΚΗΣ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑ «ΜΕ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ» ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ
Με την υπ’ αριθμ. ΥΠΕΝ/ΔΠΔΥΠ/59164/852/29.5.2025, ΦΕΚ Β΄2752/4.6.2025 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εγκρίθηκε η 1η Αναθεώρηση του Σχεδίου Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας του Υδατικού Διαμερίσματος Αττικής (EL06) και η σχετική ΣΜΠΕ. Η 2η Αναθεώρηση ΣΔΛΑΠ Αττικής έχει προσβληθεί δικαστικώς από πολίτες και περιβαλλοντικές οργανώσεις γιατί μετά τη διαβούλευση και τα κοινά σχόλια περιβαλλοντικών οργανώσεων, το έργα με εγκεκριμένη χρηματοδότηση εξαιρέθηκαν από την υποχρέωση αυτή προτεραιοποίησης του νέου μέτρου «Έργα φυσικής συγκράτησης υδάτων στα πεδινά» με κωδικό «EL_06_31_02», που περιλαμβάνει λύσεις βασισμένες στη Φύση, όπως διατήρηση και αποκατάσταση υγροτόπων και πλημμυρικών πεδίων, έναντι του παλιού μέτρου «Έργα Αντιπλημμυρικής προστασίας» με κωδικό EL_06_33_02, που πλέον υλοποιείται μόνον εφόσον δεν είναι εφικτή ή επαρκής η εφαρμογή του νέου μέτρου.
Στο αναρτηθέν στη διαβούλευση Προσχέδιο της 1ης Αναθεώρησης ΣΔΚΠ Αττικής το νέο μέτρο «Έργα φυσικής συγκράτησης υδάτων στα πεδινά» με κωδικό «EL_06_31_02» είχε τεκμηριωθεί ως εξής (σελ. 357 αναρτηθέντος Προσχεδίου):
«Τεκμηρίωση ανάγκης πρότασης του μέτρου, σύμφωνα με τους υπολογισμούς διερεύνησης πλημμυρικού κινδύνου και Κλιματικής Αλλαγής. Τα συμβατικά («γκρι») έργα αντιπλημμυρικής προστασίας, κατασκευάζονται κατά κύριο λόγο από «σκληρά» υλικά (όπως σκυρόδεμα ή και εύκαμπτα - συρματοκιβώτια), προσφέρουν συνήθως μεμονωμένη λειτουργία (αντιπλημμυρική προστασία), και συνεπάγονται σημαντικό κόστος κατασκευής και συντήρησης, με μεγάλη απαίτηση σε υλικούς πόρους, επιφέροντας ενδεχομένως αξιοσημείωτες μορφολογικές αλλοιώσεις με αποτέλεσμα και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ χαρακτηρίζονται από μειωμένη ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες».
Δηλ. η Διοίκηση γνώριζε και είχε συνομολογήσει γραπτώς τον αντιπεριβαλλοντικό και αντικλιματικό χαρακτήρα του μέτρου «Έργα Αντιπλημμυρικής Προστασίας», δηλ. των διευθετήσεων ποταμών, όπως στη Ραφήνα και τον Ερασίνο.
Μετά τη διαβούλευση, όπου περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολίτες ανέδειξαν την αντίθεση των έργων διευθέτησης σε Ραφήνα και Ερασίνο στο νέο μέτρο, η τεκμηρίωση αυτή αφαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε με άλλη γενικόλογη:
Βλ. ΦΕΚ σελ. 33252: «Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των Χαρτών Επιρροής της Κλιματικής Αλλαγής, οι περίοδοι επαναφοράς των πλημμυρών μειώνονται σημαντικά στο Υδατικό Διαμέρισμα. Σε συνδυασμό με τις εκτεταμένες πλημμυρικές κατακλύσεις, που αποτυπώνονται στους Χάρτες Επικινδυνότητας Πλημμύρας αναδεικνύεται η σημασία διερεύνησης εναλλακτικών πρακτικών με προσαρμοστικότητα και ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και μικρότερη επίπτωση στις φυσικές υδρολογικές διεργασίες».
Βλ. συναφώς:
-‘SOS από 11 περιβαλλοντικές οργανώσεις για την συμπερίληψη στην 1η Αναθεώρηση των Σχεδίων Πλημμύρας παρωχημένων αντιπλημμυρικών έργων (Μ. Ρέματος Ραφήνας, Ερασίνου)’, https://megalo-rema.blogspot.com/2024/08/sos-11-1.html.
-Από 14.11.2024 κοινή ανακοίνωση 11 περιβαλλοντικών οργανώσεων: «Το βολικό αφήγημα για το αττικόψαρο και τα αντιπλημμυρικά έργα στον Ερασίνο και την Αττική: Αντί για συμμόρφωση, και πάλι συγκάλυψη!», https://megalo-rema.blogspot.com/2024/11/11.html
ΙΙΙ. ΣΤΡΕΒΛΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ: ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ Μ. Ρ. ΡΑΦΗΝΑΣ ΣΤΟ ΕΣΠΑ 2021-2027.
Το Εθνικό Σχέδιο για το Νερό (σελ. 27, 28 και 33) αναγνωρίζει την ανάγκη «προώθησης μεταστροφής του μοντέλου αντιπλημμυρικής προστασίας» και αντί της μέχρι σήμερα έμφασης σε παραδοσιακά σκληρά τεχνικά έργα, που δεν επαρκούν υπό τις νέες κλιματικές συνθήκες, την υιοθέτηση ολοκληρωμένης πλέον προσέγγισης, που συνδυάζει ήπιες τεχνικές παρεμβάσεις, όπως οι Λύσεις Βασισμένες στη Φύση (Nature-based Solutions), που συνιστούν τα έργα αιχμής, όπου και πρέπει να στοχεύει η χρηματοδοτική ροή.
Στον αντίποδα, το έργο διευθέτησης σε Μεγάλο Ρέμα Ραφήνας, ένα κατεξοχήν «γκρίζο» έργο υποδομών, εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ 2021-2027 Πρόγραμμα «Περιβάλλον και Κλιματική Αλλαγή 2021-2027» (ΠΕΚΑ 2021-2027) στον Άξονα Προτεραιότητας 2: «Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή», ειδικός στόχος (RSO2.4) του οποίου είναι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή με λύσεις βασισμένες στη φύση (Nature-based solutions) και προσεγγίσεις που βασίζονται στο οικοσύστημα (ecosystem-based approach), πράσινες υποδομές και αποκατάσταση των φυσικών ροών των ποταμών. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολίτες έχουν προσβάλλει δικαστικά την ένταξη αυτή στο ΣτΕ (Δ΄ τμ., δικ. 6.10.2026).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ,, αντί να αρκείται σε γενικόλογες διακηρύξεις, το Εθνικό Σχέδιο για το Νερό όφειλε να εντοπίσει και να άρει τις υφιστάμενες ασυμβατότητες μεταξύ ΣΔΛΑΠ και ΣΔΚΠ και να προβλέψει άμεσα μέτρα για την προστασία των απειλούμενων υδατικών συστημάτων από έργα αντιπλημμυρικής προστασίας αδειοδοτημένα στο παρελθόν και με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, όπως αυτό του Μ. Ρέματος Ραφήνας (και μέχρι πρότινος του Ερασίνου). Αυτό αποτελεί διεθνή υποχρέωση της χώρας, απορρέουσα από το διεθνές, ενωσιακό και εθνικό κεκτημένο για την προστασία των υδάτων και του περιβάλλοντος καθώς και για την προσαρμογή στην κλιματική με βάση τα βέλτιστα δεδομένα, που απαιτούν λύσεις βασισμένες στη φύση και προσεγγίσεις με βάση το οικοσύστημα και για την αντιπλημμυρική προστασία.
Στον αντίποδα, αυτή τη στιγμή στο Μεγάλο Ρέμα Ραφήνας επιχειρείται η καταστροφή του φυσικού πλημμυρικού πεδίου της Πετρέζας από έργα εκβάθυνσης της κοίτης και πλήρους αποψίλωσης της βλάστησης, κατά παράβαση της ΑΕΠΟ του έργου διευθέτησης και με κίνδυνο πρόκλησης κινδύνου πλημμύρας κατάντη (Ραφήνα), όπως καταγγέλλουν 11 περιβαλλοντικές οργανώσεις σε κοινή ανακοίνωσή τους. (https://megalo-rema.blogspot.com/2026/06/11.html )
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ:
2η Αναθεώρηση, σελ.2592-3: «Επιπλέον, κατά τον αρχικό προσδιορισμό ΙΤΥΣ, εξετάστηκαν το ρέμα Ραφήνας και Ερασίνου λόγω των υπό κατασκευή σήμερα έργων διευθέτησης. Τελικά, τα ΥΣ χαρακτηρίστηκαν ως φυσικά ΥΣ θεωρώντας ότι τα έργα διευθέτησης, για λόγους αντιπλημμυρικής προστασίας, τα οποία βρίσκονται υπό κατασκευή και τα οποία αναμένεται να έχουν ολοκληρωθεί έως το 2027 θα έχουν κατασκευαστεί και θα λειτουργούν σύμφωνα με τους όρους της ΑΕΠΟ. Προτείνεται ωστόσο να επανεξεταστούν τα εν λόγω ΥΣ στον επόμενο διαχειριστικό κύκλο».