Η συμβολή των πολιτών και των φορέων θεωρείται καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της χώρας και θα διασφαλίζει τη βιώσιμη διαχείριση του νερού για τις σημερινές και τις επόμενες γενιές.
Με την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, η Ελλάδα αποκτά για πρώτη φορά έναν ενιαίο και μακρόπνοο οδικό χάρτη που θέτει τις βάσεις για τη διαφύλαξη του νερού ως στρατηγικού εθνικού πόρου, ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στις προκλήσεις της κλιματικής κρίσης και υπηρετεί ένα βιώσιμο μέλλον για το περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία.
Η διαβούλευση θα διαρκέσει ως τις 22 Ιουλίου 2026, και ώρα 21:30.
O Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Σταύρος Ν. Παπασταύρου
Δημοσιευμένα σχόλια
Επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τους Παρόχους Υπηρεσιών
Ύδατος
Οι κάτωθι οκτώ (8) Τ.Ο.Ε.Β του Ν. Θεσσαλονίκης καταθέτουν το παρόν υπόμνημα στο πλαίσιο της
δημόσιας διαβούλευσης επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που
εισάγει νέο μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας των παρόχων υπηρεσιών ύδατος.
Θεωρούμε ότι κάθε μεταρρύθμιση στη διαχείριση των υδάτινων πόρων πρέπει να στηρίζεται στις αρχές
της αποτελεσματικότητας, της βιωσιμότητας, της αποκέντρωσης, της διαφάνειας και της συμμετοχής των
τοπικών κοινωνιών.
Το νερό αποτελεί δημόσιο αγαθό, φυσικό πόρο ζωτικής σημασίας και βασική προϋπόθεση για την
αγροτική παραγωγή, την προστασία του περιβάλλοντος και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Για τον
λόγο αυτό, οποιαδήποτε μεταβολή στο θεσμικό πλαίσιο οφείλει να προκύπτει μετά από ουσιαστικό
διάλογο με τους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς, τους εργαζόμενους, τους παραγωγούς.Το παρόν
υπόμνημα αποσκοπεί στην κατάθεση τεκμηριωμένων παρατηρήσεων και προτάσεων επί των βασικών
διατάξεων του σχεδίου νόμου, με γνώμονα την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, την εύρυθμη
λειτουργία των Ο.Ε.Β. και τη διασφάλιση της αγροτικής παραγωγής.
Οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων του Ν. Θεσσαλονίκης συστάθηκαν στις αρχες της δεκαετίας του
1960 και αποτελούν εδώ και δεκαετίες βασικό πυλώνα της τοπικής αγροτικής οικονομίας.
Η λειτουργία τους δεν περιορίζεται στην παροχή αρδευτικού νερού σε αγροτεμάχια υψηλής
παραγωγικότητας με εκτατικές καλλιέργειες , αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων, όπως:
1.λειτουργία και συντήρηση αρδευτικών δικτύων,
2.λειτουργία αντλιοστασίων,
3.διαχείριση υδάτινων πόρων,
4.προστασία εγγειοβελτιωτικών έργων,
5.αντιμετώπιση βλαβών,
6.συνεργασία με τις δημόσιες υπηρεσίες,
7.καθημερινή τεχνική υποστήριξη των παραγωγών.
Η σημασία των Ο.Ε.Β. για τον Νομό Θεσσαλονίκης
Η Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης διαθέτει μία από τις σημαντικότερες αγροτικές ζώνες της χώρας.
Χιλιάδες στρέμματα αρδεύονται κάθε χρόνο μέσω των οργανωμένων δικτύων των Ο.Ε.Β.,
εξυπηρετώντας παραγωγούς που δραστηριοποιούνται σε ένα ευρύ φάσμα καλλιεργειών.
Η εύρυθμη λειτουργία των οργανισμών εξασφαλίζει
1.την ασφάλεια της αγροτικής παραγωγής,
2.τη μείωση του κόστους καλλιέργειας,
3.την προστασία των φυσικών πόρων,
4.την αποφυγή απωλειών υδάτων,
5.τη στήριξη της τοπικής οικονομίας.
Οι Ο.Ε.Β. Νομού Θεσσαλονίκης αναγνωρίζουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού της διαχείρισης των υδάτων
και της βελτίωσης της λειτουργίας των οργανισμών.
Ωστόσο, θεωρεί ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να στηρίζονται: στην ενίσχυση των υφιστάμενων
δομών,στη χρηματοδότηση των αναγκαίων υποδομών,στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό,στην ενεργειακή
αναβάθμιση των αντλιοστασίων,στη διασφάλιση της αποκεντρωμένης διαχείρισης στην προστασία των
εργασιακών δικαιωμάτων.Η αντιμετώπιση πραγματικών προβλημάτων δεν μπορεί να βασίζεται σε
οριζόντιες παρεμβάσεις που εξομοιώνουν οργανισμούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικές
επιδόσεις και διαφορετικές ανάγκες.Κάθε θεσμική μεταρρύθμιση οφείλει να αξιοποιεί την εμπειρία των
εργαζομένων και να διασφαλίζει ότι η ποιότητα των υπηρεσιών προς τους αγρότες και τις τοπικές
κοινωνίες δεν θα υποβαθμιστεί.
Παρατηρήσεις επί του σχεδίου νόμου
Οι Τ.Ο.Ε.Β. Νομού Θεσσαλονίκης αναγνωρίζουν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στον τομέα της διαχείρισης
των υδάτων, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής, της αυξανόμενης πίεσης στους υδατικούς
πόρους και της ανάγκης εκσυγχρονισμού των υποδομών.Ωστόσο, η επιτυχία οποιασδήποτε
μεταρρύθμισης εξαρτάται από το κατά πόσο αυτή στηρίζεται στην εμπειρία των ανθρώπων που
υπηρετούν καθημερινά το αντικείμενο, στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και στις αρχές
της χρηστής διοίκησης.Το υπό εξέταση σχέδιο νόμου, παρά τους επιδιωκόμενους στόχους του,
δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την εφαρμογή του, καθώς μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο
λειτουργίας των Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων χωρίς να αποδεικνύεται επαρκώς ότι το νέο μοντέλο
θα είναι αποτελεσματικότερο από το υφιστάμενο.
1. Έλλειψη τεκμηριωμένης αξιολόγησης
Δεν προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση ότι έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση της λειτουργίας
όλων των έντεκα (11) Τ.Ο.Ε.Β. του Ν.Θεσσαλονίκης
Οι οργανισμοί παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς: την έκταση των αρδευτικών
δικτύων,τον αριθμό των εξυπηρετούμενων παραγωγών, τις ιδιαίτερες γεωμορφολογικές συνθήκες κάθε
περιοχής καθώς και το είδος των καλλιέργειών.
Η υιοθέτηση ενιαίων λύσεων για οργανισμούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά ενέχει τον κίνδυνο
δημιουργίας περισσότερων προβλημάτων από εκείνα που επιχειρεί να επιλύσει.
2. Υποβάθμιση της τοπικής διαχείρισης
Η αποτελεσματικότητα των Τ.Ο.Ε.Β. βασίζεται στη συνεχή παρουσία τους στην ύπαιθρο και στην άμεση
ανταπόκριση σε προβλήματα που προκύπτουν κατά την αρδευτική περίοδο.
Η απομάκρυνση της λήψης αποφάσεων από το τοπικό επίπεδο ενδέχεται να οδηγήσει σε:
καθυστερήσεις στην αποκατάσταση βλαβών ,δυσχέρεια στην εξυπηρέτηση των παραγωγών,αύξηση της
γραφειοκρατίας ,απώλεια της πολύτιμης τοπικής γνώσης που διαθέτουν οι εργαζόμενοι.
3. Επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή
Η άρδευση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα της ελληνικής γεωργίας.
Οποιαδήποτε μεταβολή στη λειτουργία των αρδευτικών οργανισμών οφείλει να διασφαλίζει ότι δεν θα
υπάρξουν διακοπές ή δυσλειτουργίες κατά τη μεταβατική περίοδο, καθώς αυτές θα μπορούσαν να
προκαλέσουν σημαντικές οικονομικές απώλειες στους παραγωγούς.
Προτάσεις των οκτώ (8) Τ.Ο.Ε.Β
Την απόσυρση των διατάξεων που μεταβάλλουν τη λειτουργία των Τ.Ο.Ε.Β.
Τη διατήρηση της αποκεντρωμένης διαχείρισης των αρδευτικών δικτύων.
Την ενίσχυση των Ο.Ε.Β. με μόνιμο προσωπικό, σύγχρονο εξοπλισμό και επαρκή
χρηματοδότηση.
Την υλοποίηση προγραμμάτων εκσυγχρονισμού των αρδευτικών υποδομών και
ενεργειακής αναβάθμισης των αντλιοστασίων.
Την πλήρη κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων όλων των εργαζομένων.
Τη συνέχιση ουσιαστικού διαλόγου με τους πριν από την οριστικοποίηση του νομοσχεδίου.
Οι οκτώ (8) υπογράφοντες Τ.Ο.Ε.Β. Νομού Θεσσαλονίκης :
1.Διοικούνται από ΑΜΙΣΘΟΥΣ αγρότες (Δ.Σ & Γ.Σ)
2.Δέν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ασφαλιστικά ταμεία , παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας,
προμηθευτές κτλ
3.Δέν επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προυπολογισμό αλλά από ιδίους πόρους.
Ζητούμε από το Υπουργείο να εξετάσει με προσοχή τις παρατηρήσεις μας και να προχωρήσει στις
απαραίτητες βελτιώσεις του σχεδίου νόμου, ώστε η τελική νομοθετική πρωτοβουλία να εξυπηρετεί
πραγματικά το δημόσιο συμφέρον, την αγροτική παραγωγή και τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων
πόρων.
Τ.Ο.Ε.Β ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Τ.Ο.Ε.Β ΒΡΑΧΙΑΣ
Τ.Ο.Ε.Β ΜΙΚΡΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
Τ.Ο.Ε.Β ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ
Τ.Ο.Ε.Β ΚΟΥΦΑΛΙΩΝ
Τ.Ο.Ε.Β ΧΑΛΑΣΤΡΑΣ-ΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ
Τ.Ο.Ε.Β ΝΕΑΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ
Τ.Ο.Ε.Β ΚΥΜΙΝΩΝ - ΜΑΛΓΑΡΩΝ
Επί του Σχεδίου Νόμου «Επέκταση αρμοδιοτήτων Ε.ΥΔ.Α.Π., ενίσχυση της Ρ.Α.Α.Ε.Υ., ρυθμίσεις Ο.Δ.Υ.Θ. Α.Ε. και λοιπές διατάξεις»
Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου εισάγει μία σημαντική μεταρρύθμιση στον τομέα των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης και δημιουργεί νέες προοπτικές για την Ε.ΥΔ.Α.Π.
Το νομοσχέδιο αποσκοπεί στον εξορθολογισμό της διαχείρισης του νερού και στην αξιοποίηση της τεχνογνωσίας και της εμπειρίας της Ε.ΥΔ.Α.Π.
Η διασφάλιση της απρόσκοπτης και οικονομικά προσιτής πρόσβασης όλων των πολιτών στο νερό, το οποίο αποτελεί τον πολυτιμότερο φυσικό και δημόσιο πόρο, θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη εθνική προτεραιότητα. Η κλιματική κρίση, η λειψυδρία και οι αυξανόμενες πιέσεις στους υδατικούς πόρους καθιστούν αναγκαία μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική διαχείριση του νερού.
Το νερό είναι ευθύνη όλων μας. Δεν ανήκει μόνο σε εμάς αλλά και στις επόμενες γενιές. Οφείλουμε να το προστατεύσουμε, να περιορίσουμε τη σπατάλη του και να το κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές ποιοτικό, με επάρκεια και οικονομικά προσιτό.
Η διεύρυνση της γεωγραφικής και επιχειρησιακής δραστηριότητας της Εταιρείας μπορεί να αποτελέσει ένα καθοριστικό βήμα για την περαιτέρω ανάπτυξή της και την ενίσχυση του δημόσιου ρόλου της. Η Ε.ΥΔ.Α.Π. διαθέτει αποδεδειγμένα σημαντική τεχνογνωσία, εμπειρία και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό ώστε να αναλάβει αυξημένες ευθύνες στη διαχείριση των υδάτινων πόρων της χώρας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων.
Ιδιαίτερης σημασίας διατάξεις του νομοσχεδίου είναι η συνένωση των φορέων παροχής υπηρεσιών ύδατος, η επέκταση της χωρικής αρμοδιότητας της Ε.ΥΔ.Α.Π. σε νέες περιοχές, καθώς και η ανάθεση, για πρώτη φορά, της ευθύνης της άρδευσης στην Εταιρεία, γεγονός που ενισχύει την ολοκληρωμένη διαχείριση του υδατικού κύκλου.
Η αναβάθμιση των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης αναμένεται να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των υδατικών πόρων, στην προστασία της δημόσιας υγείας και στην αποτροπή περιστατικών περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
Σημαντικές είναι επίσης οι
διατάξεις του άρθρου 26 για τη ρύθμιση των οικονομικών οφειλών της Ε.ΥΔ.Α.Π. Παγίων έναντι της Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε., καθώς και των άρθρων 35 και 36, που επιταχύνουν την υλοποίηση έργων αντιμετώπισης της λειψυδρίας.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η πρόβλεψη για την ενσωμάτωση και πλήρη ένταξη του προσωπικού που μεταφέρεται από τις ΔΕΥΑ και τους Δήμους στον Κανονισμό Προσωπικού της Ε.ΥΔ.Α.Π., με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών, μισθολογικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων του.
Ωστόσο, η επιτυχία του εγχειρήματος δεν θα κριθεί μόνο από τις νέες αρμοδιότητες που αναλαμβάνει η Εταιρεία, αλλά κυρίως από το κατά πόσο θα διασφαλιστεί ότι αυτές μπορούν να υλοποιηθούν με επάρκεια προσωπικού, επαρκείς οικονομικούς πόρους και πλήρη προστασία των εργαζομένων.
Ως εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.ΥΔ.Α.Π., θεωρώ ότι το σχέδιο νόμου οφείλει να ενισχυθεί με συγκεκριμένες θεσμικές προβλέψεις που θα εξασφαλίζουν την επιτυχία της μεταρρύθμισης.
Προτείνεται να προβλεφθούν ρητά:
1. Άμεση στελέχωση της Ε.ΥΔ.Α.Π. με μόνιμο προσωπικό
Η ανάληψη νέων αρμοδιοτήτων πρέπει να συνοδεύεται από την απαραίτητη ενίσχυση της Εταιρείας με επαρκές μόνιμο προσωπικό. Η επέκταση των δραστηριοτήτων δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις υφιστάμενες δυνάμεις ούτε στη διαρκή υπερεπιβάρυνση των εργαζομένων.
2. Ταχείες και αξιοκρατικές διαδικασίες προσλήψεων
Απαιτείται ειδική πρόβλεψη ώστε οι αναγκαίες προσλήψεις να πραγματοποιούνται με γρήγορες, διαφανείς και αντικειμενικές διαδικασίες, χωρίς γραφειοκρατικές καθυστερήσεις που θα δυσχεράνουν την εφαρμογή του νόμου.
3. Αναγνώριση της εμπειρίας των εργαζομένων
Η πολύχρονη εμπειρία των εργαζομένων της Ε.ΥΔ.Α.Π. αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα της Εταιρείας και πρέπει να αξιοποιηθεί και να αναγνωριστεί θεσμικά.
Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να υπάρξει και για τους εργαζόμενους που απασχολούνται επί σειρά ετών μέσω παρόχων και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Ε.ΥΔ.Α.Π. Η συνεχής και αδιάλειπτη εργασία τους έχει συμβάλει ουσιαστικά στην εύρυθμη λειτουργία της Εταιρείας και η εμπειρία τους αποτελεί πολύτιμο κεφάλαιο.
Για τον λόγο αυτό είναι επιβεβλημένο να αναγνωριστεί η συνεχής προϋπηρεσία τους και να προβλεφθεί η μοριοδότησή τους στις επερχόμενες διαδικασίες προσλήψεων, ώστε να ενταχθούν στο μόνιμο προσωπικό.
4. Διασφάλιση της χρηματοδότησης
Η ανάληψη νέων δικτύων, εγκαταστάσεων και περιοχών ευθύνης πρέπει να πραγματοποιείται μόνο εφόσον εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για τη λειτουργία, τη συντήρηση και τις απαιτούμενες επενδύσεις.
Κάθε επέκταση αρμοδιοτήτων πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη πρόβλεψη χρηματοδότησης, ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η οικονομική βιωσιμότητα της Εταιρείας ούτε η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
5. Διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού
Το νερό αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό και η διαχείρισή του πρέπει να συνεχίσει να υπηρετεί πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον, με υψηλής ποιότητας υπηρεσίες για όλους τους πολίτες σε χαμηλές τιμές.
6. Άρθρο 6 – Όμβρια
Το άρθρο αναθέτει στην Ε.ΥΔ.Α.Π. νέες αρμοδιότητες σχετικά με τα δίκτυα ομβρίων, χωρίς όμως να προβλέπεται η αναγκαία ενίσχυση της Εταιρείας με μόνιμο προσωπικό και τον απαιτούμενο εξοπλισμό.
Παράλληλα, δεν προβλέπεται προηγούμενη πλήρης απογραφή και τεχνική αξιολόγηση της κατάστασης των δικτύων ομβρίων πριν από την ανάληψή τους από την Ε.ΥΔ.Α.Π., όπως αντίστοιχα προβλέπεται για τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης.
Η ανάληψη δικτύων άγνωστης τεχνικής κατάστασης δημιουργεί σοβαρούς επιχειρησιακούς και οικονομικούς κινδύνους.
Προτείνεται η ανάληψη των αρμοδιοτήτων να πραγματοποιείται μόνο μετά την ολοκλήρωση της απογραφής των δικτύων, την εξασφάλιση της απαιτούμενης χρηματοδότησης και την ενίσχυση της Εταιρείας με το αναγκαίο μόνιμο προσωπικό και εξοπλισμό.
7. Άρθρο 19 – Δαπάνη κατασκευής διακλάδωσης αποχέτευσης
Η πρόβλεψη ότι από 27.7.2026 η Ε.ΥΔ.Α.Π. αναλαμβάνει την κατασκευή των διακλαδώσεων αποχέτευσης σε όλους τους Δήμους της Αττικής αποτελεί σημαντική διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Εταιρείας.
Για την ομαλή εφαρμογή της διάταξης απαιτείται έγκαιρη οργανωτική και επιχειρησιακή προετοιμασία, καθώς πρόκειται για μία νέα δραστηριότητα με αυξημένες απαιτήσεις σε προσωπικό, εξοπλισμό και τεχνική υποστήριξη.
Παράλληλα, πρέπει να εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι πόροι, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και έγκαιρη εξυπηρέτηση των πολιτών.
——————————————————————————————————
Η Ε.ΥΔ.Α.Π. μπορεί και πρέπει να πρωταγωνιστήσει στη νέα εποχή των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης της χώρας.
Η επιτυχία όμως της μεταρρύθμισης προϋποθέτει ότι η Πολιτεία θα παράσχει τις αναγκαίες θεσμικές, οικονομικές και εργασιακές εγγυήσεις.
Οι εργαζόμενοι αποτελούν το σημαντικότερο κεφάλαιο της Εταιρείας και οφείλουν να βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε μεταρρύθμισης.
Η Ε.ΥΔ.Α.Π. χρειάζεται ανάπτυξη.
Χρειάζεται επενδύσεις.
Χρειάζεται σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο. Πάνω απ’ όλα όμως χρειάζεται ανθρώπους που θα μπορούν να υπηρετήσουν με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και προοπτική τις νέες αυξημένες αρμοδιότητες.
Αυτή είναι η σωστή κατεύθυνση για μια ισχυρή Ε.ΥΔ.Α.Π., με ισχυρούς εργαζόμενους και με διασφαλισμένο το δημόσιο συμφέρον.
Το Σχέδιο «Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα» κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αναγνωρίζει τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα στη διαχείριση των υδατικών πόρων και καταγράφει ορθά σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος διαχείρισης. Ωστόσο, ορισμένες κρίσιμες προϋποθέσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή της Στρατηγικής δεν αναδεικνύονται με την απαιτούμενη έμφαση. Η επίτευξη των στρατηγικών στόχων δεν εξαρτάται μόνο από την ορθότητα του σχεδιασμού, αλλά και από την ύπαρξη διοικητικών δομών με επαρκή στελέχωση, επιστημονική και τεχνική υποστήριξη, σταθερή χρηματοδότηση και σύγχρονα εργαλεία διοίκησης.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται οι ακόλουθες συμπληρώσεις και βελτιώσεις, με στόχο την ενίσχυση της εφαρμοσιμότητας της Εθνικής Στρατηγικής, της διοικητικής αποτελεσματικότητας των αρμόδιων υπηρεσιών και της επιχειρησιακής ικανότητας εφαρμογής των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ).
1. Ενίσχυση της διοικητικής και επιχειρησιακής ικανότητας των Διευθύνσεων Υδάτων
Η επιτυχία της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα εξαρτάται τόσο από την ποιότητα του στρατηγικού σχεδιασμού όσο και από την ικανότητα εφαρμογής του. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ενίσχυση του κεφαλαίου της διακυβέρνησης, ώστε να καθορίζονται με σαφήνεια οι αρμοδιότητες, οι μηχανισμοί εφαρμογής, οι διαθέσιμοι πόροι και οι διαδικασίες παρακολούθησης της προόδου.
Οι Διευθύνσεις Υδάτων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων αποτελούν τον βασικό μηχανισμό εφαρμογής της υδατικής πολιτικής σε επίπεδο Υδατικού Διαμερίσματος. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούν με περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό και ανεπαρκείς οικονομικούς και τεχνικούς πόρους, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα συστηματικής παρακολούθησης των υδατικών συστημάτων, διενέργειας ελέγχων, εφαρμογής των μέτρων των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) και υποστήριξης των αναγκαίων έργων.
Η εφαρμογή των ΣΔΛΑΠ προϋποθέτει διεπιστημονική στελέχωση (υδρογεωλόγους, υδρολόγους, μηχανικούς, περιβαλλοντικούς επιστήμονες, ειδικούς GIS, οικονομολόγους ύδατος και άλλο εξειδικευμένο προσωπικό), καθώς και σταθερό μηχανισμό χρηματοδότησης και διοικητικής υποστήριξης για την ωρίμανση, υλοποίηση και παρακολούθηση των προβλεπόμενων δράσεων. Η σημερινή εξάρτηση από αποσπασματικά χρηματοδοτικά προγράμματα δεν διασφαλίζει τη συνέχεια και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής.
Παράλληλα, απαιτείται η θεσμοθέτηση ενός ενιαίου πλαισίου διακυβέρνησης των υδάτων, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, σταθερό μηχανισμό χρηματοδότησης, ενιαίο σύστημα παρακολούθησης της προόδου, ποσοτικοποιημένους δείκτες επίδοσης και τακτική δημόσια δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων. Η εφαρμογή της υδατικής πολιτικής πρέπει να βασίζεται σε κοινές διαδικασίες, διαφάνεια και λογοδοσία, ώστε να αποφεύγονται επικαλύψεις αρμοδιοτήτων, καθυστερήσεις και αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Η εμπειρία από πρόσφατες θεσμικές παρεμβάσεις στη διαχείριση των υδάτων καταδεικνύει ότι η δημιουργία νέων δομών, χωρίς την αντίστοιχη ενίσχυση σε προσωπικό, χρηματοδότηση, ψηφιακά εργαλεία και μηχανισμούς παρακολούθησης, δεν αρκεί για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διοίκησης. Η διακυβέρνηση των υδάτων πρέπει να στηρίζεται σε λειτουργικούς θεσμούς με πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα εφαρμογής των πολιτικών και όχι μόνο σε οργανωτικές μεταβολές.
2. Ψηφιακός μετασχηματισμός της διαχείρισης και αδειοδότησης των υδατικών πόρων
Οι διαπιστώσεις του Σχεδίου σχετικά με την έλλειψη δεδομένων και την περιορισμένη αξιοπιστία τους δεν αποτυπώνουν ομοιόμορφα την κατάσταση σε όλα τα Υδατικά Διαμερίσματα. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί, σε ορισμένες Διευθύνσεις Υδάτων, σημαντικές ψηφιακές υποδομές, γεωβάσεις δεδομένων και γεωχωρικές εφαρμογές, οι οποίες έχουν βελτιώσει ουσιαστικά την καταγραφή των υδροληψιών και την υποστήριξη των αδειοδοτικών διαδικασιών.
Ωστόσο, η ανάπτυξη των πληροφοριακών υποδομών παραμένει αποσπασματική και δεν ακολουθεί ενιαίες εθνικές προδιαγραφές. Ως αποτέλεσμα, εξακολουθούν να παρατηρούνται διαφοροποιήσεις ως προς την πληρότητα της καταγραφής των υδροληψιών, την ποιότητα και τη δομή των γεωχωρικών δεδομένων, καθώς και τις μεθοδολογίες συλλογής, επεξεργασίας και αξιοποίησης των πληροφοριών μεταξύ των Υδατικών Διαμερισμάτων.
Προτείνεται η ανάπτυξη ενός ενιαίου εθνικού ψηφιακού συστήματος υποστήριξης της αδειοδοτικής διαδικασίας των υδροληψιών, το οποίο θα καλύπτει το σύνολο του κύκλου ζωής των αδειών χρήσης ύδατος και εκτέλεσης έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων, από την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης έως την αξιολόγηση, την έκδοση, την τροποποίηση, την ανανέωση και την παρακολούθηση της τήρησης των όρων των αδειών.
Ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα αδειοδότησης επιτρέπει την ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας από όλες τις Διευθύνσεις Υδάτων, μπορεί να μειώσει τον χρόνο αξιολόγησης, τα σφάλματα και τις αστοχίες χωρικών ελέγχων όπως έχει ήδη αποδειχθεί από ημιαυτοματοποιημένες διαδικασίες που εφαρμόζονται σε επιμέρους Διευθύνσεις Υδάτων.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου εθνικού πληροφοριακού συστήματος για τη διαχείριση των υδατικών πόρων, το οποίο θα εξασφαλίζει:
• ενιαία γεωβάση υδατικών δεδομένων,
• κοινές προδιαγραφές καταγραφής και διαχείρισης των πληροφοριών,
• διαλειτουργικότητα με το Εθνικό Μητρώο Σημείων Υδροληψίας (ΕΜΣΥ), τα ΣΔΛΑΠ, τα γεωχωρικά πληροφοριακά συστήματα (GIS) και τα λοιπά πληροφοριακά συστήματα της δημόσιας διοίκησης (π.χ. Κτηματολόγιο),
• αυτοματοποιημένους γεωχωρικούς και διοικητικούς ελέγχους,
• συνεχή επικαιροποίηση και αξιοποίηση των δεδομένων για τον σχεδιασμό, την παρακολούθηση και τη λήψη αποφάσεων.
Η διασφάλιση αξιόπιστων, ομοιογενών και διαλειτουργικών δεδομένων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την τεκμηριωμένη αξιολόγηση της κατάστασης των υδατικών συστημάτων, την εκτίμηση των πιέσεων και την αποτελεσματική επιλογή και παρακολούθηση των μέτρων της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα.
Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί θεωρητική πρόταση. Αντίστοιχες ημιαυτοματοποιημένες διαδικασίες, βασισμένες σε γεωβάσεις δεδομένων, γεωχωρικούς ελέγχους και τυποποιημένους κανόνες εφαρμογής της νομοθεσίας, εφαρμόζονται ήδη σε επιμέρους Διευθύνσεις Υδάτων, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι η μετάβαση σε ένα ενιαίο εθνικό ψηφιακό σύστημα είναι τεχνικά εφικτή και διοικητικά ώριμη.
3. Ανάδειξη της αποθήκευσης των υδάτων ως διακριτού στρατηγικού πυλώνα
Η εξοικονόμηση νερού, η επαναχρησιμοποίηση, η βελτίωση της αποδοτικότητας των δικτύων και ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελούν σημαντικούς άξονες της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα. Ωστόσο, δεν αναδεικνύεται με την απαιτούμενη έμφαση η ανάγκη ενίσχυσης της φυσικής και τεχνικής ικανότητας αποθήκευσης των υδάτων ως βασικού μέσου προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Η συγκράτηση και αξιοποίηση των υδάτων κατά τις περιόδους αυξημένης διαθεσιμότητας αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων, ιδιαίτερα υπό τις συνθήκες αυξανόμενης συχνότητας και έντασης των φαινομένων λειψυδρίας και πλημμυρών. Παρά τη σημασία της, η αποθήκευση των υδάτων αντιμετωπίζεται στο Σχέδιο αποσπασματικά και όχι ως διακριτός στρατηγικός άξονας.
Προτείνεται η ενίσχυση της Στρατηγικής με ειδικό πυλώνα για την αύξηση της φυσικής και τεχνικής ικανότητας αποθήκευσης των υδάτων, μέσω παρεμβάσεων όπως τεχνητός εμπλουτισμός, έργα ορεινής υδρονομίας, μικρά έργα συγκράτησης, αποκατάσταση υγροτόπων και λύσεις βασισμένες στη φύση. Η αποθήκευση αποτελεί κρίσιμο μέσο προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των υδατικών συστημάτων.
Η ενίσχυση της αποθηκευτικής ικανότητας των υδάτων συνιστά επένδυση πρόληψης και ανθεκτικότητας, καθώς επιτρέπει την καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων υδατικών πόρων πριν εκδηλωθούν φαινόμενα λειψυδρίας ή ακραίων πλημμυρικών γεγονότων. Παράλληλα, συμβάλλει στη δημιουργία ενός πιο ισορροπημένου και ανθεκτικού υδατικού ισοζυγίου, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την ασφαλή κάλυψη όλων των χρήσεων νερού. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η αποθήκευση των υδάτων να αποτελέσει διακριτό στρατηγικό πυλώνα της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα.
4. Επίλογος
Οι ανωτέρω προτάσεις αποσκοπούν στην ενίσχυση της εφαρμοσιμότητας της Εθνικής Στρατηγικής και στη δημιουργία των αναγκαίων διοικητικών, τεχνικών και ψηφιακών προϋποθέσεων για την αποτελεσματική υλοποίηση της υδατικής πολιτικής και των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών.
Η επιτυχία της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα δεν θα κριθεί από την πληρότητα των κειμένων, αλλά από την ικανότητα της Δημόσιας Διοίκησης να εφαρμόσει τις προβλεπόμενες δράσεις. Η ενίσχυση της διοικητικής και επιχειρησιακής ικανότητας των υπηρεσιών, η διασφάλιση σταθερών πόρων, η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και η ανάπτυξη ενός ενιαίου, αξιόπιστου και διαλειτουργικού συστήματος υδατικών πληροφοριών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ΣΔΛΑΠ και την προσαρμογή στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η Στρατηγική μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο για την προστασία και βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων εφόσον συνοδευτεί από συστηματική ενίσχυση των υπηρεσιών, σταθερή χρηματοδότηση, ψηφιακό μετασχηματισμό, αξιόπιστα δεδομένα και τεχνικά μετρήσιμη λογοδοσία. Η χώρα διαθέτει τεχνογνωσία και καλές πρακτικές· αυτό που απαιτείται πλέον είναι η θεσμική συνέπεια και η αποφασιστικότητα να μετατραπούν σε συνεκτική πολιτική.
Μπέλλος Θεόδωρος / Διεύθυνση Υδάτων Αττικής / Γεωλόγος
1. Απουσία θεσμικού μηχανισμού εφαρμογής στον πρωτογενή τομέα:
Στην Ενότητα 5.1 (σ. 60-61) προβλέπονται μέτρα όπως η γεωργία ακριβείας και η «σύνδεση των αγροτικών ενισχύσεων με τεκμηριωμένα κριτήρια αποδοτικότητας χρήσης νερού», χωρίς όμως να ορίζεται ο φορέας υλοποίησής τους στο πεδίο. Ο πιστοποιημένος γεωργικός σύμβουλος, στο πλαίσιο του συστήματος AKIS (Καν. (ΕΕ) 2021/2115), αποτελεί ήδη θεσμοθετημένο κλάδο με άμεση πρόσβαση στην εκμετάλλευση, ικανό να στηρίξει την τεχνική τεκμηρίωση, τη σύνταξη σχεδίων εξοικονόμησης και την παρακολούθηση εφαρμογής. Χωρίς αυτόν, υπάρχει κίνδυνος η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην πράξη —που το ίδιο το κείμενο αναγνωρίζει ως κύρια πρόκληση (σ. 26, 59)— να παραμείνει ημιτελής, όπως συνέβη με τα μέτρα προηγούμενων κύκλων ΣΔΛΑΠ (σ. 27),
2. Ο Άξονας 3 (σ. 55-56) θεωρητικοποιεί τη διασύνδεση νερού-ενέργειας-αγροδιατροφής-οικοσυστημάτων, χωρίς να ορίζει τον μηχανισμό εφαρμογής της στο επίπεδο εκμετάλλευσης. Το ΕΣΣ ΚΑΠ 2023-2027 αναφέρεται μόνο ως χρηματοδοτικό εργαλείο (σ. 40), όχι ως σύστημα γνώσης/συμβουλευτικής,
3. Ανάγκη συνοχής με τη διαβούλευση για τη νέα ΚΑΠ 2028-2034:
Η Στρατηγική εκδόθηκε εν μέσω της παράλληλης δημόσιας διαβούλευσης ΕΣΣ ΚΑΠ 2028-2034 χωρίς καμία διασταύρωση αναφορών.
4. Απουσία πλαισίου δεικτών-στόχων-χρονοδιαγράμματος:
Η Ενότητα 6 θέτει τη «Μετρησιμότητα» ως θεμελιώδη αρχή εξειδίκευσης μέτρων (σ. 71), όμως το ίδιο το κείμενο δεν συνοδεύεται από ποσοτικοποιημένους στόχους ανά Άξονα (π.χ. για τον δείκτη υδατικής καταπόνησης WEI+, 37,3% το 2023, σ. 21, ή τις απώλειες αρδευτικών δικτύων, 34%, σ. 39).
Επομένως, προτείνω να αναφερθούν στο τελικό κείμενο τα εξής:
1.στην Ενότητα 5.1: να γίνει αναφορά του θεσμού του πιστοποιημένου γεωργικού συμβούλου (Υ.Α. 139732/2025) ως φορέα υλοποίησης της «σύνδεσης αγροτικών ενισχύσεων με στόχους εξοικονόμησης νερού», με πρόβλεψη τεχνικής υποστήριξης εκπόνησης ατομικών σχεδίων υδατικής αποδοτικότητας ανά εκμετάλλευση.
2.την αναγνώριση του συστήματος AKIS ως θεσμικό δίαυλο εφαρμογής του WEFE Nexus, αντίστοιχα με τον τρόπο που ήδη αναγνωρίζονται οι ΓΟΕΒ/ΤΟΕΒ, η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ στην Ενότητα 3.7.
3.ενσωμάτωση πίνακα δεικτών-στόχων-χρονοδιαγράμματος (baseline/target/year) ανά Άξονα στην τελική έκδοση, ώστε η αρχή «Μετρησιμότητα» της Ενότητας 6 να έχει πρακτικό αντίκρισμα.
4.να συνδεθεί με το υπό διαβούλευση ΕΣΣ ΚΑΠ 2028-2034, ιδίως ως προς τη θέση των:α) αιρεσιμότητα που σχετίζεται με το νερό στον σχεδιασμό της νέας ΚΑΠ, και β) ενισχυμένη δομή συστήματος AKIS στον Πυλώνα 2.
Σύνταξη: Τομέας Περιβάλλοντος και Ενέργειας-Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη
Παρόλο που η προσπάθεια κατάρτισης μιας Εθνικής Στρατηγικής αξιολογείται θετικά ως πρωτοβουλία, το κείμενο είναι γενικόλογο, στο οποίο απουσιάζουν κυρίως η εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση των αλλαγών και πολιτικών που θα έπρεπε να προτείνονται για την επίλυση των προβλημάτων, τα οποία, ως συνήθως, αποδίδονται στις «παθογένειες του παρελθόντος», αλλά και μετρήσιμοι δείκτες και στόχοι για την παρακολούθηση της επιτυχίας της υλοποίησης της Εθνικής Στρατηγικής.
Ακολουθούν κάποια γενικά σχόλια και ακολουθούν και επιμέρους σχόλια σε συγκεκριμένες ενότητες του κειμένου.
Α. ΓΕΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
1. Το νερό αποτελεί δημόσιο αγαθό και παρόλο που αναφέρεται ως τέτοιο στο Προοίμιο δεν ακολουθείται από δεσμεύσεις ότι θα παραμείνει δημόσιο.
2. Απουσιάζει η προτεραιοποίηση συγκεκριμένων έργων ανά περιφέρεια (εξοικονόμησης, αποθήκευσης, επαναχρησιμοποίησης), ή εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα υλοποίησης των έργων. Ταυτόχρονα υπενθυμίζεται ότι πολλά κρίσιμα έργα (όπως π.χ. φράγματα, αρδευτικά δίκτυα, κ.λπ.), για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και την προσαρμογή στην κλιματική κρίση παραμένουν ημιτελή και άλλα σε επίπεδο μελέτης.
3. Απουσιάζουν από το κείμενο συγκεκριμένοι και μετρήσιμοι δείκτες παρακολούθησης της Εθνικής Στρατηγικής. Πώς θα αξιολογηθεί η υλοποίησης της Στρατηγικής αν απουσιάζουν δείκτες υλοποίησης και σχετικά ορόσημα; Η απουσία αυτή περιορίζει σημαντικά την εκ των υστέρων αξιολόγηση του Σχεδίου.
4. Το Σχέδιο υιοθετεί ανεπιφύλακτα την αρχή της «πλήρους ανάκτησης κόστους» (βλ. Ενότητα 5.7) ως βασικό εργαλείο οικονομικής βιωσιμότητας των παρόχων, χωρίς όμως να διασφαλίζει εκ των προτέρων ένα εγγυημένο ελάχιστο όριο δωρεάν ή χαμηλού κόστους νερού για κάθε νοικοκυριό, ως εφαρμογή της αρχής του νερού ως δημόσιου και όχι απλώς εμπορεύσιμου αγαθού. Η αναφορά σε «στοχευμένα κοινωνικά τιμολόγια για ευάλωτες ομάδες» παραπέμπει σε ένα μοντέλο ελέγχου εισοδήματος, αντί σε ένα οριζόντιο, καθολικό δικαίωμα πρόσβασης.
Β. ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΣΧΟΛΙΑ
1. Ενότητα 3: Υφιστάμενη κατάσταση (σελ. 7). Αναγνωρίζονται οι σημαντικές χρονικές αποκλίσεις αναθεώρησης των σχεδίων διαχείρισης λεκανών απορροής ποταμών και κινδύνων πλημύρας (ΣΔΛΑΠ/ΣΔΚΠ), αλλά δεν προτείνονται λύσεις για την άρση αυτών των αποκλίσεων. Το πρόβλημα αποδίδεται, ως συνήθως, στις παθογένειες του παρελθόντος! Σημειώνουμε επίσης ότι στην πράξη δεν υλοποιούνται αρκετά από τα μέτρα που προβλέπονται από τα υπάρχοντα σχέδια ΣΔΛΑΠ/ΣΔΚΠ και δυστυχώς απουσιάζουν προτάσεις για τη βελτίωση και αυτού του δείκτη.
2. Ενότητα 3.1 (σελ. 12 και σελ. 17): Υφιστάμενη κατάσταση σε Επιφανειακά Υδατικά Συστήματα (ΕΥΣ) και Υπόγεια Υδατικά Συστήματα. Σύμφωνα με το αναρτημένο Σχέδιο, αναγνωρίζεται ότι τα Επιφανειακά Υδατικά Συστήματα (ΕΥΣ) στη Θεσσαλία σε μεγάλο ποσοστό παρουσιάζουν κακή χημική κατάσταση (36%). Αντιστοίχως στα Υπόγεια Υδατικά Συστήματα, η Περιφέρεια Αττικής παρουσιάζει σημαντική υποβάθμιση (33%). Δυστυχώς όμως απουσιάζουν συγκεκριμένες προτάσεις ή σχέδια για τη βελτίωση αυτών των ποσοστών, τα οποία απέχουν πολύ από τους εθνικούς μέσους όρους (και προφανώς από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς).
3. Ενότητα 3.3 (σελ. 23-26): Εθνικό Δίκτυο Παρακολούθησης Υδάτων. Είναι τουλάχιστον ανησυχητική η αναφορά ότι μόνο το 1/3 των αναγνωρισμένων ΕΥΣ παρακολουθείται και ακόμα πιο ανησυχητικό ότι δεν υπάρχει αναφορά σε κάποια στρατηγική βελτίωσης των δεικτών παρακολούθησης (βλ. και γενικό σχόλιο #3). Απαιτείται η αύξηση, με άμεσο διπλασιασμό, των σημείων παρακολούθησης της ποιότητας και ποσότητας των υδάτων, στοιχείων που είναι απαραίτητα για την προσομοίωση της ροής και των αποθεμάτων σε διάφορα κλιματικά και διαχειριστικά σενάρια.
4. Ενότητα 3.5 (σελ. 29-33): Πολιτικές διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας και Ξηρασίας. Απουσιάζει οποιαδήποτε στρατηγική δημιουργίας Συστημάτων Έγκαιρης Προειδοποίησης για τις πλημμύρες, το οποίο ζητά μετ’ επιτάσεως και ο ΟΗΕ (πρωτοβουλία warnings for all).
Στην ίδια ενότητα υπάρχει αναφορά (σελ. 32) στην «ανάγκη ενσωμάτωσης στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και επιχειρησιακή εξειδίκευση». Σημειώνουμε ότι τα εργαλεία παρέμβασης στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό είναι συγκεκριμένα και βασίζονται στη διεθνή επιστημονική γνώση και την εφαρμοσμένη εμπειρία. Σε αυτά περιλαμβάνονται ο περιορισμός της ανάπτυξης δραστηριοτήτων και η απαγόρευση ένταξης περιοχών υψηλού πλημμυρικού κινδύνου σε σχέδια πόλεων, η διεύρυνση των ζωνών προστασίας των παρόχθιων περιοχών ποταμών και ρεμάτων, ώστε να συμπεριλαμβάνονται οι φυσικές πλημμυρικές κοίτες, η δημιουργία πάρκων πλημμύρας (Flood Control Park) εντός και στις παρυφές των παραποτάμιων και παραρεμάτιων αστικών περιοχών, όπως και λεκανών ανάσχεσης συνδυασμένες με αστικό ή περιαστικό πράσινο, καθώς και η αντικατάσταση των έως σήμερα «σκληρών» εδαφοστρώσεων στους δημόσιους χώρους των πόλεων με υδατοπερατά υλικά.
Στη συνέχεια υπάρχει αναφορά (σελ. 33) στην «προώθηση μεταστροφής του μοντέλου αντιπλημμυρικής προστασίας». Σημειώνουμε ότι θεωρείται πλέον δεδομένο ότι ο εγκιβωτισμός και η υπογειοποίηση ποταμών και ρεμάτων – με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τον Κηφισό και τον Ιλισσό στο Λεκανοπέδιο Αττικής – αποτελούν τεχνικές που πρέπει να εγκαταλειφθούν, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου βρίσκονται σε εξέλιξη σχετικά έργα, όπως στην Πικροδάφνη, το Μέγα Ρέμα Ραφήνας. Σήμερα, ακολουθώντας τη διεθνή και, ιδίως, την εκτεταμένη ευρωπαϊκή εμπειρία, έχουμε πλέον τη δυνατότητα να περάσουμε στη φάση της ανάκτησης των χαμένων ποταμών και ρεμάτων, μέσω της αποκάλυψης, της αποκατάστασης και της οικολογικής τους αναβίωσης.
5. Ενότητα 3.6.1 (σελ. 37): Γίνεται αναφορά σε επενδυτικές ανάγκες και στο Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πόσιμο Νερό (με κοστολόγηση) το οποίο όμως καταρτίστηκε το 2022, επομένως δεν λαμβάνει υπόψιν του πρόσφατα διδάγματα από π.χ. τις καταστροφές στη Θεσσαλία τον Σεπτέμβριο του 2023, ούτε από το πρόσφατο θέμα διαθεσιμότητας νερού από τη λεκάνη του Μόρνου (φθινόπωρο 2025).
6. Ενότητα 3.7 ( σελ. 45-49): Γίνεται αναφορά στον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ ΑΕ) ως «μια σημαντική μεταρρύθμιση για τον εκσυγχρονισμό της διακυβέρνησης του τομέα υδάτων». Αυτός ο νόμος (5106/2024) εκτός από τη διαχείριση των υδάτων από ΝΠΙΔ μεταβιβάζει και τον έλεγχο, δηλ. ο διαχειριστής του νερού είναι και πάροχος. Αυτό είναι το κρίσιμο γιατί διαφαίνεται μια προσπάθεια ιδιωτικοποίησης του νερού. Επιπροσθέτως, προωθείται η υποχρεωτική επέκταση της ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ σε όμορες περιοχές χωρίς τη συμφωνία των τοπικών κοινωνιών που επένδυσαν για τις υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης. Αυτή η επέκταση είναι επιχειρησιακά προβληματική.
Στην ίδια ενότητα το κείμενο αναγνωρίζει επανειλημμένα ένα «διαρκές και πολυεπίπεδο έλλειμμα στελέχωσης» στη δημόσια διοίκηση και στους δημόσιους ερευνητικούς φορείς (π.χ. ΕΑΓΜΕ), χωρίς όμως να προτείνει τη μόνιμη και σταθερή στελέχωση των υπηρεσιών με προσωπικό. Ο κίνδυνος είναι η υποστελέχωση να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για περαιτέρω ανάθεση αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικούς συμβούλους και εταιρείες, αντί της ενίσχυσης του δημόσιου χαρακτήρα και της τεχνογνωσίας του κράτους.
7. Ενότητα 3.8 Διασυνοριακή Συνεργασία (σελ. 49-52): Η Στρατηγική αναλώνεται σε ευχολόγια περί «υδρο-διπλωματίας». Δεν παρουσιάζει καμία συγκεκριμένη, δυναμική πολιτική ή διεκδικητικό πλαίσιο απέναντι σε μονομερείς ενέργειες γειτονικών κρατών (π.χ. διακράτηση υδάτων από τα φράγματα της Βουλγαρίας στον Άρδα).
8. Ενότητα 4 (σελ. 56-57): Άξονες Στρατηγικής. Υπάρχει αναφορά σε «ένα σύγχρονο και ισχυρό Εθνικό Δίκτυο Παρακολούθησης Υδάτων», αλλά και εδώ απουσιάζει το σχέδιο για την υλοποίησή του. Σχετικά με αυτό, υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα ολοκληρώθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας ένα πολύ μεγάλο έργο αξίας 80 εκατομμυρίων ευρώ, χρηματοδοτούμενο από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με σκοπό τη δημιουργία ενός Πληροφοριακού Σύστηματος για την Οριοθέτηση των Υδατορεμάτων, το οποίο μάλιστα περιλαμβάνει και ανάπτυξη δικτύου έγκαιρης προειδοποίησης πλημμυρών (https://greece20.gov.gr/?projects=pliroforiako-systima-gia-tin-oriothetisi-ton-ydatorematon). Παρόλο που δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα κάπου διαθέσιμα τα αποτελέσματα αυτού του μεγαλεπήβολου έργου, δεν θα έπρεπε το Σχέδιο Στρατηγικής να ενσωματώνει κάποιο από τα αποτελέσματά του;
9. Ενότητα 5.2 (σελ. 61-62): Η τόσο απαραίτητη πολιτική επαναχρησιμοποίησης του νερού, κομβική πολιτική για τη διαχείριση των υδάτων, συμπυκνώνεται σε μισή σελίδα, με γενικόλογες αναφορές και χωρίς κανένα συγκεκριμένο προγραμματισμό και μετρήσιμους στόχους, οι οποίοι θα βοηθούσαν στην παρακολούθηση της απόδοσης των μέτρων επαναχρησιμοποίησης.