ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα

Κατάσταση: Σε επεξεργασία
Κωδικός Διαβούλευσης: #1690
Ημ/νία Ανάρτησης: Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2026, 21:30
Η διαβούλευση έκλεισε: Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2026, 21:30

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας καλεί τους πολίτες, την κεντρική διοίκηση και τοπική αυτοδιοίκηση, τους παρόχους υπηρεσιών ύδατος, τους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς, την ακαδημαϊκή κοινότητα, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις και κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη να συμμετάσχουν ενεργά στη δημόσια διαβούλευση για την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα.

Η συμβολή των πολιτών και των φορέων θεωρείται καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της χώρας και θα διασφαλίζει τη βιώσιμη διαχείριση του νερού για τις σημερινές και τις επόμενες γενιές.

Με την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, η Ελλάδα αποκτά για πρώτη φορά έναν ενιαίο και μακρόπνοο οδικό χάρτη που θέτει τις βάσεις για τη διαφύλαξη του νερού ως στρατηγικού εθνικού πόρου, ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στις προκλήσεις της κλιματικής κρίσης και υπηρετεί ένα βιώσιμο μέλλον για το περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία.

Η διαβούλευση θα διαρκέσει ως τις 22 Ιουλίου 2026, και ώρα 21:30.

O Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Σταύρος Ν. Παπασταύρου

Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα
Δημοσιευμένα σχόλια
Ένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης-Αποχέτευσης (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
15 Ιούλ 2026, 11:15
Σύνδεσμος σχολίου
Απόψεις της Ε.Δ.Ε.Υ.Α. επί του Σχεδίου την Εθνική Στρατηγική Υδάτων
Οι απόψεις της Ε.Δ.Ε.Υ.Α. για τo Σχέδιο της Εθνικής Στρατηγικής Υδάτων συνοψίζονται στα εξής:
Η ανάπτυξη Εθνικής Στρατηγικής Υδάτων αποτελεί θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας που απορρέει τόσο από το ενωσιακό όσο και από το εθνικό θεσμικό πλαίσιο.
Η Εθνική Στρατηγική Υδάτων για να είναι αξιόπιστη και εφαρμόσιμη, θα πρέπει να βασίζεται σε αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης του τομέα υδάτων ώστε να αποτελεί στρατηγικό και επιχειρησιακό εργαλείο για όλους τους θεσμικούς φορείς που εμπλέκονται στην υδατική διακυβέρνηση.
Α. Γενικά σχόλια
1. Το Σχέδιο εστιάζει στη διαχείριση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης που αποτελεί το 12% της συνολικής χρήσης νερού στη χώρα, ενώ θα έπρεπε να δίνει έμφαση στο αρδευτικό νερό όπου παρουσιάζονται σοβαρότατα προβλήματα διαχείρισης και του οποίου η χρήση ανέρχεται στο 85% της συνολικής χρήσης νερού στη χώρα μας. Αναφέρεται, βεβαίως, ακροθιγώς στα προβλήματα της αρδευτικής χρήσης, κάνοντας όμως απλώς μια απλή καταγραφή χωρίς καμιά περαιτέρω αναφορά σε οργανωτική αναδιάρθρωση της διαχείρισής του. Η αναφορά στον ΟΔΥΘ Α.Ε. ο οποίος από το 2023 που ιδρύθηκε στη Θεσσαλία μετά την κακοκαιρία Daniel, δεν έχει ουσιαστικά λειτουργήσει, και δεν φαίνεται να λειτουργεί τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, αποδεικνύει την έλλειψη συνεκτικής και στοχευμένης στρατηγικής για το αρδευτικό νερό. Η ανάληψη της άρδευσης από την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ σε όμορες περιοχές δεν εγγυάται την ορθολογική διαχείριση του αρδευτικού νερού, αφού είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα για τους δύο φορείς που δεν έχουν μέχρι σήμερα καμιά σχέση με το νέο αντικείμενο που είναι σύνθετο και παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες, ενώ θα το αναλάβουν σε συνδυασμο και με την επέκτασή τους σε όμορες περιοχές στις οποίες θα αναλάβουν τη διαχείριση του πόσιμου νερού.

2. Αντιθέτως, και χωρίς να βασίζεται σε ακριβή καταγραφή και αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης και αντικειμενική τεκμηρίωση, ασχολείται κατά κύριο λόγο με τους φορείς διαχείρισης νερού ανθρώπινης κατανάλωσης και κυρίως τις Δ.Ε.Υ.Α. δίνοντας έμφαση στον κατακερματισμό του χώρου και επισημαίνοντας ότι αυτός ευθύνεται για τα προβλήματα διαχείρισης του πόσιμου νερού. Είναι, όμως, γνωστό ότι τα οικονομικά, αλλά και τα λειτουργικά προβλήματα των Δ.Ε.Υ.Α. οφείλονται σε τρεις βασικές αιτίες:


- Στο πρόγραμμα «Καλλικράτης» με βάση το οποίο οι Δ.Ε.Υ.Α. ανέλαβαν τη διαχείριση της αχαρτογράφητης ενδοχώρας χωρίς τους απαιτούμενους πόρους, τον απαραίτητο εξοπλισμό και το αναγκαίο προσωπικό.
- Στην οικονομική και δημοσιονομική κρίση που επέφερε μείωση των εσόδων των Δ.Ε.Υ.Α. και σοβαρότατη έλλειψη προσωπικού λόγω των μνημονιακών ρυθμίσεων που υπήγαγαν τις Δ.Ε.Υ.Α. στις απαγορεύσεις προσλήψεων του δημοσίου χωρίς, ωστόσο, να υπάγονται στον δημόσιο τομέα και χωρίς να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό
- Στην υπέρογκη αύξηση του ενεργειακού κόστους των Δ.Ε.Υ.Α. που από το 2021 μέχρι σήμερα δεν είναι διαχειρίσιμο και έχει διπλασιασθεί, χωρίς, ωστόσο, η Πολιτεία να έχει προβεί σε περιοδικές παρεμβάσεις όπως αναληθώς αναγράφεται στο κείμενο. Η μόνη παρέμβαση που έχει γίνει και δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί είναι αυτή που έχει προβλέψει το άρθρο 274 του ν. 5314/2026 (Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης).
Εντύπωση προκαλεί επίσης η παντελής έλλειψη αναφοράς στην μελέτη που είχε αναθέσει η DG Regio «Τεχνική βοήθεια και συμβουλές σχετικά με τους τομείς του νερού και των λυμάτων στην Ελλάδα για την περίοδο 2021 – 2027», ολοκληρώθηκε το 2022 και αφορούσε 35 Δ.Ε.Υ.Α. Στις διαπιστώσεις της μελέτης αναφέρεται ότι οι Δ.Ε.Υ.Α. που λειτουργούν στη χώρα, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μπορούν υπό προϋποθέσεις να αντεπεξέλθουν με επιτυχία στο έργο τους. Στις προϋποθέσεις αυτές περιλαμβάνεται ο συστηματικός και οργανωμένος τρόπος λειτουργίας, η επαρκής στελέχωσή τους και η αυτόνομη λειτουργία τους ως δημόσιες επιχειρήσεις με ανεξάρτητο όμως χαρακτήρα κατά τη λήψη καίριων αποφάσεων.
Από το σχέδιο της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα προκύπτει ότι από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προωθείται νομοσχέδιο για την αναγκαστική επέκταση των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ στις περιφερειακές ενότητες Αττικής, Βοιωτίας, Εύβοιας και Φωκίδας και στην Περιφερειακή ενότητα Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής αντίστοιχα. Η νομοθετική πρωτοβουλία αυτή χαρακτηρίζεται εμβληματική και επισημαίνεται ότι «αποτελεί υπόδειγμα για μια ευρύτερη αναδιοργάνωση του τομέα σε εθνικό επίπεδο, θέτοντας τη βάση για ένα πιο συνεκτικό και αποδοτικό μοντέλο διακυβέρνησης των υδάτων». Πρόκειται για μία αξιωματική παραδοχή που δεν βασίζεται σε οικονομοτεχνική μελέτη όπως θα απαιτούνταν για μια τόσο σημαντική αλλαγή της αρχιτεκτονικής της διαχείρισης του αστικού νερού σε συγκεκριμένες περιφερειακές ενότητες.
Εντύπωση προκαλεί, επίσης, ότι η πρωτοβουλία αυτή εξελίσσεται, ενώ ήδη έχει ψηφισθεί πολύ πρόσφατα ο ν. 5314/2025 (Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης) ο οποίος στα άρθρα 250-280 (και σε πολλές άλλες διάσπαρτες διατάξεις) ρυθμίζει την ίδρυση, λειτουργία και λύση των Δ.Ε.Υ.Α. με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την εξυγίανσή τους. Ο ίδιος νόμος αναφέρεται μόνο σε οικειοθελείς συγχωνεύσεις των Δ.Ε.Υ.Α. (άρθρο 253) επιλέγοντας έτσι την συναινετική μεταβολή της αρχιτεκτονικής τους ως εργαλείο βιωσιμότητας. Πρόκειται για μια σοβαρή θεσμική αντίφαση που δείχνει έλλειψη συντονισμού μεταξύ των συναρμόδιων Υπουργείων, αφού το αρμόδιο για τις Δ.Ε.Υ.Α, Υπουργείο Εσωτερικών προκρίνει για της Δ.Ε.Υ.Α. ένα μοντέλο αυτοτελούς επιχειρησιακής λειτουργίας, θεσπίζοντας συγκεκριμένα οικονομικά και επιχειρησιακά εργαλεία για τη βελτίωσή της.
Θα πρέπει αν σημειωθεί ότι η Ε.Δ.Ε.Υ.Α. στο παρελθόν είχε προτείνει την λειτουργία Ειδικής Γραμματείας Υδάτων, ως ανεξάρτητου φορέα που θα συντονίζει τους φορείς της υδατικής διακυβέρνησης για να αποφεύγονται τα παραπάνω φαινόμενα.
Παραπέρα η αναγκαστική αυτή επέκταση των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ στις όμορες περιοχές είναι απολύτως αντισυνταγματική, αφού παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ (άρθρο 102 του Συντάγματος), ενώ είναι αντίθετη και με την αρχή της εγγύτητας των υπηρεσιών που κατοχυρώνεται από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (ΕΧΤΑ) υπό την έννοια ότι η άσκηση των δημοσίων αρμοδιοτήτων πρέπει, κατά τρόπο γενικό, να ανήκει κατά προτίμηση στις αρχές τις πιο πλησιέστερες στους πολίτες, και ότι πρέπει κανονικά να είναι πλήρεις και αποκλειστικές και να μην μπορούν να αμφισβητούνται ή να περιορίζονται από άλλη αρχή, κεντρική ή περιφερειακή, παρά στα πλαίσια του νόμου. Είναι πολύ πιθανό, αν η αναγκαστική επέκταση προχωρήσει να έχουμε προσφυγές στο ΣτΕ και όχι μόνο για την αναγκαστική επέκταση, αλλά και για την έμμεση ιδιωτικοποίηση των παρόχων ύδατος που θα απορροφηθούν από τις ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, αφού πρόκειται για Α.Ε.
Επίσης, η αναγκαστική επέκταση των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ παραβιάζει την αρχή της αποκέντρωσης που είναι από τις βασικές αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης.
Τόσο η Ε.Δ.Ε.Υ.Α. όσο και η ΚΕΔΕ έχουν ταχθεί με αποφάσεις των συλλογικών τους οργάνων (Γενικών Συνελεύσεων, Δ.Σ.) κατά των αναγκαστικών συγχωνεύσεων των Δ.Ε.Υ.Α. και των Δήμων και υπέρ των οικειοθελών συγχωνεύσεων που γίνονται μετά από καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης και σχετική μελέτη βιωσιμότητας, έχοντας μάλιστα εκπονήσει κοινή πρόταση που βασίζεται στη διατήρηση των Δ.Ε.Υ.Α. (και των τεχνικών υπηρεσιών των Δήμων) και την ενίσχυση της διαδημοτικής συνεργασίας με λειτουργικές δομές που θα υποστηρίξουν επιχειρησιακά τη διαδημοτική συνεργασία ώστε να βοηθηθούν λειτουργικά και επιχειρησιακά οι αδύναμες Δ.Ε.Υ.Α.. Η πρόταση εστιάζει στην συνένωση λειτουργιών και όχι δομών. Δυστυχώς η κοινή πρόταση ΚΕΔΕ-ΕΔ.Ε.Υ.Α. δεν βρήκε την ανταπόκριση που θα έπρεπε, ουσιαστικά δηλ. απορρίφθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος.
Τέλος και όσον αφορά στην αναγκαστική επέκταση των ΕΥΔΑΠ-ΕΥΑΘ, δεν προκύπτει από το Σχέδιο αν αυτή αποτελεί πρόταση της ΡΑΑΕΥ, διότι σύμφωνα με τον ν. 5037/2023 (άρθρο 12) η ΡΑΑΕΥ έχει την αρμοδιότητα να προτείνει την αναδιοργάνωση των παρόχων ύδατος, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας διαδημοτικών συνεργασιών και σύναψης προγραμματικών συμβάσεων , καθώς και κάθε πρόσφορο μέτρο, προς ενίσχυση της διαχειριστικής τους ικανότητας.
3. Πλήρης ανάκτηση κόστους χωρίς επαρκή μεταβατικό σχεδιασμό
Ο στόχος της πλήρους ανάκτησης κόστους, αν και θεσμικά ορθός, ενέχει κινδύνους για περιοχές με χαμηλή φοροδοτική ικανότητα, νησιωτικό χαρακτήρα ή έντονη εποχικότητα λόγω του τουρισμού. Απαιτείται μεταβατικό πλαίσιο, εξειδίκευση του κοινωνικού τιμολογίου και ειδική πρόβλεψη για το κόστος των υποδομών που αξιοποιούνται λίγους μήνες τον χρόνο.
4. Ύπαρξη χρηματοδοτικού κενού
Στο Σχέδιο καταγράφονται τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες, άνω των 7 δισ. ευρώ αθροιστικά για ύδρευση και αποχέτευση, χωρίς όμως διασφαλισμένους πόρους, ενώ επισημαίνονται χρονοβόρες διαδικασίες ένταξης σε χρηματοδοτικά προγράμματα. Θεωρούμε ότι απαιτείται σταθερός χρηματοδοτικός μηχανισμός, απλοποίηση των διαδικασιών και προτεραιοποίηση των έργων αιχμής.
5. Υπερβολικός αριθμός μέτρων και ελλιπής ιεράρχηση
Ενώ το Σχέδιο αναγνωρίζει τον κίνδυνο του υπερβολικού αριθμού μέτρων στα ΣΔΛΑΠ, αναπτύσσει εννέα πολιτικές με μεγάλο πλήθος δράσεων, με κίνδυνο διάχυσης πόρων. Θεωρούμε ότι απαιτείται αυστηρή ιεράρχηση με βάση τα κριτήρια της αποδοτικότητας και της μέτρησης, ενώ διαπιστώνεται ότι εστιάζει σε λίγα έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
6. Αξιοπιστία δεδομένων
Η αξιολόγηση της κατάστασης στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ομαδοποιήσεις και εκτιμήσεις εμπειρογνωμόνων. Η αναβάθμιση του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης Υδάτων και των πληροφοριακών συστημάτων πρέπει να αντιμετωπιστεί ως προαπαιτούμενο, όχι απλώς ως ένας ακόμη στόχος, ώστε οι αποφάσεις να στηρίζονται σε αξιόπιστη βάση.
7. Ελλιπής επιχειρησιακή σύνδεση σχεδίων
Παρατηρείται αποσπασματικότητα και άνιση ωρίμανση μεταξύ ΣΔΛΑΠ, ΣΔΚΠ και Σχεδίων Αντιμετώπισης Λειψυδρίας και Ξηρασίας, ενώ παραμένει ασαφής η επιχειρησιακή αρχιτεκτονική ενεργοποίησης των μέτρων ξηρασίας. Απαιτείται ενοποίηση του σχεδιασμού και σαφής προσδιορισμός υπευθύνων ανά επίπεδο ετοιμότητας.
8. Απουσία λύσης για μικρούς παρόχους και νησιά
Η αντικειμενική αδυναμία στελέχωσης σε μικρούς παρόχους και μικρά νησιά αναγνωρίζεται, χωρίς όμως συγκεκριμένη λύση. Απαιτείται θεσμοθέτηση μηχανισμών κοινής τεχνικής υποστήριξης, διαβάθμισης δομών ή κοινών υπηρεσιών, ώστε να καλυφθεί το κενό ικανότητας χωρίς αναγκαστική απορρόφηση.
9. Έλεγχος παράνομων απολήψεων
Η πρόθεση αντιμετώπισης των άνω των 13.000 μη αδειοδοτημένων γεωτρήσεων εξαρτάται από υπηρεσίες που ήδη υπολειτουργούν λόγω υποστελέχωσης. Θεωρούμε ότι απαιτείται συνεκτικό και ρεαλιστικό σχέδιο με διασφαλισμένους πόρους, ψηφιακό μητρώο και σαφές χρονοδιάγραμμα, ώστε η δέσμευση να μη μείνει στο επίπεδο των καλών προθέσεων.
10. Απουσία αναφοράς στην ενέργεια ως συντελεστή της διαχείρισης των υδάτων
Γνωρίζοντας ότι νερό και ενέργεια συνδέονται μεταξύ τους τόσο λειτουργικά όσο και οικονομικά, εντύπωση προκαλεί η απουσία αναφοράς στο σχέδιο της ενέργειας ως συντελεστή διαχείρισης των υδάτων και μάλιστα σε μια περίοδο που η ενεργειακή αυτάρκεια των παρόχων ύδατος είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας, αλλά και οικολογικής διαχείρισης. Και μάλιστα, ενώ ισχύει η Οδηγία 3019/2024 (επίκειται η μεταφορά της στο εθνικό Δίκαιο) για την επεξεργασία λυμάτων που απαιτεί ενεργειακή ουδετερότητα.
Β. Ειδικά σχόλια
1. Στο κεφάλαιο 3 «Υφιστάμενη Κατάσταση» , στην σελίδα 8 του Σχεδίου της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα αναφέρεται: «Η εφαρμογή των πολιτικών για τα ύδατα προσκρούει διαχρονικά σε συστημικές αγκυλώσεις, που εντοπίζονται κυρίως σε ανεπάρκειες στον συντονισμό των αρμόδιων φορέων, έντονο κατακερματισμό και περιορισμένη λειτουργική αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών ύδατος, και σημαντικά κενά στελέχωσης και τεχνικής υποστήριξης των διοικητικών δομών. Παράλληλα διαπιστώνονται ελλείψεις στην παρακολούθηση της κατάστασης των υδάτων, καθώς και αδυναμίες στην υλοποίηση και συντήρηση των αναγκαίων υποδομών. Οι παραπάνω υστερήσεις συνοδεύονται από μειωμένη αποδοτικότητα των συστημάτων ελέγχου και εποπτείας, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων και αποδυναμώνει τη συνολική διακυβέρνηση του τομέα. Τα προβλήματα αυτά εντείνουν τις πιέσεις στην ποσοτική και ποιοτική κατάσταση των υδάτων, δημιουργούν σημαντικά κενά στην αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών στη διαχείριση της ζήτησης του νερού και υπονομεύουν την ανθεκτικότητα στους υδατικούς κινδύνους.». Η διαπίστωση αυτή απαιτεί συγκροτημένη αιτιολόγηση, ώστε να διακρίνεται ποιες αδυναμίες οφείλονται σε θεσμικό κατακερματισμό, ποιες σε έλλειψη προσωπικού, ποιες σε ανεπαρκή χρηματοδότηση και ποιες σε ελλιπή δεδομένα και εποπτεία. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος η στρατηγική να μην τεκμηριώνει επαρκώς ποια παρέμβαση απαντά σε ποια αιτία.
2. Το Σχέδιο αναγνωρίζει την απουσία μετρήσεων και χαμηλή αξιοπιστία δεδομένων που περιορίζουν την αντιπροσωπευτικότητα της υφιστάμενης διάγνωσης και, κατ’ επέκταση, την προτεραιοποίηση των μέτρων. Συνεπώς θα πρέπει να προηγηθεί μελέτη αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης με την συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων και η Στρατηγική να βασιστεί στα αποτελέσματα της μελέτης αυτής και όχι σε αποσπασματικές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί χρησιμοποιώντας ελλιπή δεδομένα και με βάση την κρίση εμπειρογνωμόνων.
3. Στο Κεφάλαιο 3.3 «Εθνικό Δίκτυο Παρακολούθησης Υδάτων», θα μπορούσαν οι Δ.Ε.Υ.Α. που διαθέτουν διαπιστευμένα εργαστήρια αναλύσεων ποιότητας νερού να ενισχύσουν την παρακολούθηση των υδάτων, με τη συμμετοχή τους στο Εθνικό Δίκτυο Παρακολούθησης Υδάτων, όπως γίνεται και με την Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας.
4. Στο Κεφάλαιο 3.4 «Πολιτικές Διαχείρισης Υδάτων» στην σελίδα 28 της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα αναφέρεται: «Επιπλέον, εντοπίζονται περιπτώσεις όπου τα προτεινόμενα μέτρα δεν αντιστοιχούν επαρκώς στις καταγεγραμμένες πιέσεις ή/και στην κατάσταση των υδατικών συστημάτων» Η φράση αυτή αποτυπώνει πρόβλημα στη διαδικασία εκπόνησης των ΣΔΛΑΠ, η οποία θα πρέπει να ανασχεδιαστεί και να γίνει πιο συμμετοχική, και όχι με την μορφή της απλής διαβούλευσης.
5. Στο Κεφάλαιο 3.6 «Υπηρεσίες Ύδατος και Οικονομική Βιωσιμότητα» αξίζει να αναφερθούν τα παρακάτω:
• Ο κεντρικός μηχανισμός παρακολούθησης της επιχειρησιακής λειτουργίας των παρόχων σχεδιάστηκε χωρίς να λαμβάνει υπόψη ιδιαιτερότητες των παρόχων, όπως ότι σε αρκετές περιπτώσεις τα λογιστικά συστήματα των παρόχων δεν διαχωρίζουν χρήσεις νερού (βιομηχανική, οικιακή), ή ότι υπάρχουν αχαρτογράφητα δίκτυα (Καλλικράτης), ή ακόμα και μεικτά δίκτυα. Γι΄ αυτό αρκετά στοιχεία μπορεί να είναι ελλιπή ή να βασίζονται σε εκτιμήσεις.
• Η τεχνική και λειτουργική απόδοση όπως περιγράφεται στη Στρατηγική βασίζεται σε δεδομένα, «που σημειώνονται σημαντικά κενά τόσο στη συνέπεια υποβολής στοιχείων όσο και στην ποιότητά τους, εγείροντας ζητήματα αξιοπιστίας και αντιπροσωπευτικότητας» Πρέπει να αποφευχθούν οι γενικεύσεις ως προς την αποδοτικότητα των παρόχων.
• Η αναφορά στα Γενικά Σχέδια Υπηρεσιών Ύδατος καθώς και στη διαδικασία απόκτησης διαχειριστικής επάρκειας από την ΡΑΑΕΥ είναι τουλάχιστον ατυχής, καθώς όταν εκκίνησε η διαδικασία δεν υπήρχαν ούτε Οδηγοί, αλλά ούτε και πρότυπα τεύχη για την υποβοήθηση των παρόχων, αλλά ούτε και η ΡΑΑΕΥ ήταν επαρκώς στελεχωμένη για να μπορεί να απαντήσει ερωτήματα των παρόχων και να διαχειρισθεί τον όγκο των δεδομένων που προκύπταν από την διαδικασία της διαχειριστικής επάρκειας.
6. Στο κεφάλαιο 3.7 «Εμπλεκόμενοι Φορείς και Αρμοδιότητες», η Στρατηγική εστιάζει στο τρίπτυχο: θεσμική επάρκεια - διοικητική ικανότητα - επιχειρησιακή λειτουργία των παρόχων υπηρεσιών ύδατος. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζει την ιεράρχηση μεταξύ των τριών. Η θεσμική επάρκεια αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, καθώς καθορίζει ρόλους, αρμοδιότητες και λογοδοσία. Παρ’ όλα αυτά, το βασικό έλλειμμα που αναδεικνύεται είναι η αδυναμία εφαρμογής, δηλαδή η διοικητική, τεχνική και επιστημονική ικανότητα των φορέων (χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα του ΟΔΥΘ). Συνεπώς, πριν από οποιαδήποτε οριζόντια αναδιάρθρωση των παρόχων, απαιτείται δεσμευτικό σχέδιο ενίσχυσης ικανότητας, με στελέχωση, τεχνική υποστήριξη, αξιόπιστα δεδομένα, δείκτες απόδοσης και χρηματοδότηση. Μόνο στη συνέχεια μπορεί να αξιολογηθεί τεκμηριωμένα η αναγκαία επιχειρησιακή αναδιοργάνωση των παρόχων υπηρεσιών ύδατος (επέκταση ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ).
7. Το κεφάλαιο 5 «Κατευθύνσεις πολιτικής – Επιχειρησιακή Στόχευση» του Σχεδίου, σε μεγάλο βαθμό είναι γενικό και θεωρητικό σε σχέση με τον τίτλο του περί «επιχειρησιακής στόχευσης». Η Στρατηγική περιγράφει μια διαδικασία κεντρικού σχεδιασμού χωρίς να αποσαφηνίζει επαρκώς την ενεργό εμπλοκή των παρόχων υπηρεσιών ύδατος στον σχεδιασμό, στην ιεράρχηση, στην υλοποίηση και στην αξιολόγηση των μέτρων. Δεδομένου ότι οι πάροχοι διαθέτουν την επιχειρησιακή γνώση, τα δίκτυα, τα δεδομένα και την ευθύνη καθημερινής λειτουργίας, η απλή ανάθεση εφαρμογής σε τοπικό επίπεδο δεν αρκεί. Απαιτείται ρητή πρόβλεψη μηχανισμού συνδιαμόρφωσης με Δ.Ε.Υ.Α., δημοτικές υπηρεσίες, παρόχους άρδευσης και λοιπούς τοπικούς φορείς. Έτσι θα αποφευχθούν αποτυχίες, όπως το πρόγραμμα "Απόλλων" ή το πρόγραμμα για την "Προώθηση της ενεργειακής απόδοσης στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης" που δεν προχώρησαν.
Καλλιόπη Σηφακάκη (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
14 Ιούλ 2026, 11:35
Σύνδεσμος σχολίου
Εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας για τις κατευθύνσεις που περιέχονται στον υπό διαβούλευση νομοθέτημα διότι προωθείται ξεκάθαρα η αναγκαστική συνένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), με εταιρικά σχήματα εκτός της τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδίως σε περιοχές που οι ΔΕΥΑ γειτνιάζουν με τα δίκτυα της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ.
Η προσέγγιση αυτή εμφανίζεται να βρίσκεται σε αντίφαση με τις αρχές που εισάγει ο πρόσφατα ψηφισθείς νόμος με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το πλαίσιο μεταρρύθμισης στον τομέα των υδάτων στην Ελληνική περιφέρεια, ν. 5314/2026 (Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης) και ο οποίος διασφαλίζει την αυτοτέλεια των ΟΤΑ χωρίς να προβλέπει αναγκαστικές συνενώσεις δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης.
Οι ΔΕΥΑ δεν αποτελούν απλούς παρόχους υπηρεσιών στον τομέα των υδάτων. Αποτελούν περιουσία των τοπικών κοινωνιών, η οποία δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε με πόρους των δημοτών, εθνική και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και πολυετή εργασία των εργαζομένων τους.
Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μεταφορά υποδομών, δικτύων, παγίων ή αρμοδιοτήτων σε ανώνυμες εταιρείες δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη διασφάλιση της δημοτικής περιουσίας και του δημόσιου ελέγχου των υπηρεσιών ύδατος.
Οποιαδήποτε λοιπόν Εθνική Στρατηγική Υδάτων οφείλει να αποτελεί νομική και θεσμική εγγύηση ότι περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στους δημότες δεν θα απομακρυνθούν από τον έλεγχο των τοπικών κοινωνιών.
Παράλληλα η ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου δημοτικών επιχειρήσεων εξασφαλίζει όλα αυτά τα χρόνια την δυνατότητα άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων του τομέα υδάτων σε τοπικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Οι ανάγκες των μικρών οικισμών αποτελούν προτεραιότητα και δεν παραβλέπονται σε σχέση με αυτές των μεγάλων αστικών κέντρων ακόμη και σε περιπτώσεις που το κόστος είναι αυξημένο. Το δικαίωμα στην πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό είναι ίδιο για όλους. Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο αυτό δεν φαίνεται να διασφαλίζεται με αποτέλεσμα να εγκυμονούν σοβαροί κίνδυνοι για περαιτέρω απομόνωση των απομακρυσμένων από τα αστικά κέντρα περιοχών.
Η ίδια η προτεινόμενη Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα αναγνωρίζει ότι το νερό αποτελεί, «…αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό και στρατηγικό εθνικό απόθεμα..». Η αρχή αυτή δεν μπορεί να διασφαλιστεί με αποσπασματικές ρυθμίσεις που αποδυναμώνουν τον άμεσο έλεγχο των τοπικών κοινωνιών επί των υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης.
Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να προκύψει ένας σαφές πλαίσιο διαχείρισης και στον τομέα της άρδευσης που αποτελεί την πιο «υδροβόρα» χρήση νερού στην χώρα μας. Σχεδόν τον 85% της συνολικής χρήσης νερού αφορά την άρδευση.
Ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι:
• Καμία συνένωση, συγχώνευση ή μεταφορά αρμοδιοτήτων, υποδομών ή περιουσιακών στοιχείων ΔΕΥΑ δεν θα πραγματοποιείται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των οικείων δημοτικών συμβουλίων, όπως αυτή θα προκύπτει από πλήρη τεχνοοικονομική τεκμηρίωση αλλά και δημόσια διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες ώστε να αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη λύση αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
• Η κυριότητα των υποδομών, των δικτύων και των παγίων θα παραμένει στους οικείους δήμους, σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, χωρίς δυνατότητα μεταβίβασης ή αποξένωσης της δημοτικής περιουσίας.
• Δεν θα επέρχεται, άμεσα ή έμμεσα, μεταβίβαση ή εκχώρηση δημοτικής περιουσίας ή δικαιωμάτων διαχείρισης σε εταιρικά σχήματα στα οποία συμμετέχουν ιδιωτικά συμφέροντα.
• Θα διασφαλίζεται ο δημόσιος, κοινωνικός και ανταποδοτικός χαρακτήρας των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, με αποκλειστικό γνώμονα την καθολική και ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε ασφαλές και ποιοτικό νερό.
• Θα διασφαλίζονται οι υφιστάμενες θέσεις εργασίας αλλά και καθολικά όλα τα εργασιακά, ασφαλιστικά και μισθολογικά δικαιώματα των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένης και της υπηρεσιακής εξέλιξης που περιλαμβάνει την διατήρηση και των επιδομάτων θέσης.
• Θα εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, τη μείωση των απωλειών νερού, την ενεργειακή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων, την πλήρη στελέχωση των ΔΕΥΑ και την αντιμετώπιση του ολοένα και αυξανόμενου ενεργειακού κόστους λειτουργίας τους.
Το κεντρικό κράτος οφείλει να διαμορφώσει ένα πλήρες αλλά και τεκμηριωμένο πλαίσιο Εθνικής Στρατηγικής Υδάτων που σε κάθε περίπτωση θα σέβεται την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και θα αποδίδει τους πόρους που εισπράττονται μέσω της φορολογίας για την βελτίωση των υποδομών ώστε να μην επιβαρυνθούν για ακόμη μία φορά οι πολίτες.

Καλλιόπη Σηφακάκη
Αντιπρόεδρος ΠΟΕ ΔΕΥΑ
Πρόεδρος Σωματείου Εργαζομένων ΔΕΥΑ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΔΕΥΑ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
14 Ιούλ 2026, 11:33
Σύνδεσμος σχολίου
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της για τις κατευθύνσεις που περιέχονται στον υπό διαβούλευση νομοθέτημα διότι προωθείται ξεκάθαρα η αναγκαστική συνένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), με εταιρικά σχήματα εκτός της τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδίως σε περιοχές που οι ΔΕΥΑ γειτνιάζουν με τα δίκτυα της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ.
Η προσέγγιση αυτή εμφανίζεται να βρίσκεται σε αντίφαση με τις αρχές που εισάγει ο πρόσφατα ψηφισθείς νόμος με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το πλαίσιο μεταρρύθμισης στον τομέα των υδάτων στην Ελληνική περιφέρεια, ν. 5314/2026 (Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης) και ο οποίος διασφαλίζει την αυτοτέλεια των ΟΤΑ χωρίς να προβλέπει αναγκαστικές συνενώσεις δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης.
Οι ΔΕΥΑ δεν αποτελούν απλούς παρόχους υπηρεσιών στον τομέα των υδάτων. Αποτελούν περιουσία των τοπικών κοινωνιών, η οποία δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε με πόρους των δημοτών, εθνική και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και πολυετή εργασία των εργαζομένων τους.
Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μεταφορά υποδομών, δικτύων, παγίων ή αρμοδιοτήτων σε ανώνυμες εταιρείες δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη διασφάλιση της δημοτικής περιουσίας και του δημόσιου ελέγχου των υπηρεσιών ύδατος.
Οποιαδήποτε λοιπόν Εθνική Στρατηγική Υδάτων οφείλει να αποτελεί νομική και θεσμική εγγύηση ότι περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στους δημότες δεν θα απομακρυνθούν από τον έλεγχο των τοπικών κοινωνιών.
Παράλληλα η ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου δημοτικών επιχειρήσεων εξασφαλίζει όλα αυτά τα χρόνια την δυνατότητα άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων του τομέα υδάτων σε τοπικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Οι ανάγκες των μικρών οικισμών αποτελούν προτεραιότητα και δεν παραβλέπονται σε σχέση με αυτές των μεγάλων αστικών κέντρων ακόμη και σε περιπτώσεις που το κόστος είναι αυξημένο. Το δικαίωμα στην πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό είναι ίδιο για όλους. Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο αυτό δεν φαίνεται να διασφαλίζεται με αποτέλεσμα να εγκυμονούν σοβαροί κίνδυνοι για περαιτέρω απομόνωση των απομακρυσμένων από τα αστικά κέντρα περιοχών.
Η ίδια η προτεινόμενη Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα αναγνωρίζει ότι το νερό αποτελεί, «…αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό και στρατηγικό εθνικό απόθεμα..». Η αρχή αυτή δεν μπορεί να διασφαλιστεί με αποσπασματικές ρυθμίσεις που αποδυναμώνουν τον άμεσο έλεγχο των τοπικών κοινωνιών επί των υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης.
Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να προκύψει ένας σαφές πλαίσιο διαχείρισης και στον τομέα της άρδευσης που αποτελεί την πιο «υδροβόρα» χρήση νερού στην χώρα μας. Σχεδόν τον 85% της συνολικής χρήσης νερού αφορά την άρδευση.
Ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι:
• Καμία συνένωση, συγχώνευση ή μεταφορά αρμοδιοτήτων, υποδομών ή περιουσιακών στοιχείων ΔΕΥΑ δεν θα πραγματοποιείται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των οικείων δημοτικών συμβουλίων, όπως αυτή θα προκύπτει από πλήρη τεχνοοικονομική τεκμηρίωση αλλά και δημόσια διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες ώστε να αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη λύση αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
• Η κυριότητα των υποδομών, των δικτύων και των παγίων θα παραμένει στους οικείους δήμους, σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, χωρίς δυνατότητα μεταβίβασης ή αποξένωσης της δημοτικής περιουσίας.
• Δεν θα επέρχεται, άμεσα ή έμμεσα, μεταβίβαση ή εκχώρηση δημοτικής περιουσίας ή δικαιωμάτων διαχείρισης σε εταιρικά σχήματα στα οποία συμμετέχουν ιδιωτικά συμφέροντα.
• Θα διασφαλίζεται ο δημόσιος, κοινωνικός και ανταποδοτικός χαρακτήρας των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, με αποκλειστικό γνώμονα την καθολική και ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε ασφαλές και ποιοτικό νερό.
• Θα διασφαλίζονται οι υφιστάμενες θέσεις εργασίας αλλά και καθολικά όλα τα εργασιακά, ασφαλιστικά και μισθολογικά δικαιώματα των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένης και της υπηρεσιακής εξέλιξης που περιλαμβάνει την διατήρηση και των επιδομάτων θέσης.
• Θα εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, τη μείωση των απωλειών νερού, την ενεργειακή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων, την πλήρη στελέχωση των ΔΕΥΑ και την αντιμετώπιση του ολοένα και αυξανόμενου ενεργειακού κόστους λειτουργίας τους.
Το κεντρικό κράτος οφείλει να διαμορφώσει ένα πλήρες αλλά και τεκμηριωμένο πλαίσιο Εθνικής Στρατηγικής Υδάτων που σε κάθε περίπτωση θα σέβεται την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και θα αποδίδει τους πόρους που εισπράττονται μέσω της φορολογίας για την βελτίωση των υποδομών ώστε να μην επιβαρυνθούν για ακόμη μία φορά οι πολίτες.
ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΗΦΑΚΑΚΗ (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
14 Ιούλ 2026, 11:27
Σύνδεσμος σχολίου
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
10/07/2026

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΥΔΑΤΑ

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της για τις κατευθύνσεις που περιέχονται στον υπό διαβούλευση νομοθέτημα διότι προωθείται ξεκάθαρα η αναγκαστική συνένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), με εταιρικά σχήματα εκτός της τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδίως σε περιοχές που οι ΔΕΥΑ γειτνιάζουν με τα δίκτυα της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ.
Η προσέγγιση αυτή εμφανίζεται να βρίσκεται σε αντίφαση με τις αρχές που εισάγει ο πρόσφατα ψηφισθείς νόμος με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το πλαίσιο μεταρρύθμισης στον τομέα των υδάτων στην Ελληνική περιφέρεια, ν. 5314/2026 (Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης) και ο οποίος διασφαλίζει την αυτοτέλεια των ΟΤΑ χωρίς να προβλέπει αναγκαστικές συνενώσεις δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης.
Οι ΔΕΥΑ δεν αποτελούν απλούς παρόχους υπηρεσιών στον τομέα των υδάτων. Αποτελούν περιουσία των τοπικών κοινωνιών, η οποία δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε με πόρους των δημοτών, εθνική και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και πολυετή εργασία των εργαζομένων τους.
Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μεταφορά υποδομών, δικτύων, παγίων ή αρμοδιοτήτων σε ανώνυμες εταιρείες δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη διασφάλιση της δημοτικής περιουσίας και του δημόσιου ελέγχου των υπηρεσιών ύδατος.
Οποιαδήποτε λοιπόν Εθνική Στρατηγική Υδάτων οφείλει να αποτελεί νομική και θεσμική εγγύηση ότι περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στους δημότες δεν θα απομακρυνθούν από τον έλεγχο των τοπικών κοινωνιών.
Παράλληλα η ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου δημοτικών επιχειρήσεων εξασφαλίζει όλα αυτά τα χρόνια την δυνατότητα άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων του τομέα υδάτων σε τοπικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Οι ανάγκες των μικρών οικισμών αποτελούν προτεραιότητα και δεν παραβλέπονται σε σχέση με αυτές των μεγάλων αστικών κέντρων ακόμη και σε περιπτώσεις που το κόστος είναι αυξημένο. Το δικαίωμα στην πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό είναι ίδιο για όλους. Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο αυτό δεν φαίνεται να διασφαλίζεται με αποτέλεσμα να εγκυμονούν σοβαροί κίνδυνοι για περαιτέρω απομόνωση των απομακρυσμένων από τα αστικά κέντρα περιοχών.
Η ίδια η προτεινόμενη Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα αναγνωρίζει ότι το νερό αποτελεί, «…αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό και στρατηγικό εθνικό απόθεμα..». Η αρχή αυτή δεν μπορεί να διασφαλιστεί με αποσπασματικές ρυθμίσεις που αποδυναμώνουν τον άμεσο έλεγχο των τοπικών κοινωνιών επί των υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης.
Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να προκύψει ένας σαφές πλαίσιο διαχείρισης και στον τομέα της άρδευσης που αποτελεί την πιο «υδροβόρα» χρήση νερού στην χώρα μας. Σχεδόν τον 85% της συνολικής χρήσης νερού αφορά την άρδευση.
Ζητούμε να προβλεφθεί ρητά ότι:
• Καμία συνένωση, συγχώνευση ή μεταφορά αρμοδιοτήτων, υποδομών ή περιουσιακών στοιχείων ΔΕΥΑ δεν θα πραγματοποιείται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των οικείων δημοτικών συμβουλίων, όπως αυτή θα προκύπτει από πλήρη τεχνοοικονομική τεκμηρίωση αλλά και δημόσια διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες ώστε να αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη λύση αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
• Η κυριότητα των υποδομών, των δικτύων και των παγίων θα παραμένει στους οικείους δήμους, σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, χωρίς δυνατότητα μεταβίβασης ή αποξένωσης της δημοτικής περιουσίας.
• Δεν θα επέρχεται, άμεσα ή έμμεσα, μεταβίβαση ή εκχώρηση δημοτικής περιουσίας ή δικαιωμάτων διαχείρισης σε εταιρικά σχήματα στα οποία συμμετέχουν ιδιωτικά συμφέροντα.
• Θα διασφαλίζεται ο δημόσιος, κοινωνικός και ανταποδοτικός χαρακτήρας των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, με αποκλειστικό γνώμονα την καθολική και ισότιμη πρόσβαση των πολιτών σε ασφαλές και ποιοτικό νερό.
• Θα διασφαλίζονται οι υφιστάμενες θέσεις εργασίας αλλά και καθολικά όλα τα εργασιακά, ασφαλιστικά και μισθολογικά δικαιώματα των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένης και της υπηρεσιακής εξέλιξης που περιλαμβάνει την διατήρηση και των επιδομάτων θέσης.
• Θα εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, τη μείωση των απωλειών νερού, την ενεργειακή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων, την πλήρη στελέχωση των ΔΕΥΑ και την αντιμετώπιση του ολοένα και αυξανόμενου ενεργειακού κόστους λειτουργίας τους.
Το κεντρικό κράτος οφείλει να διαμορφώσει ένα πλήρες αλλά και τεκμηριωμένο πλαίσιο Εθνικής Στρατηγικής Υδάτων που σε κάθε περίπτωση θα σέβεται την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και θα αποδίδει τους πόρους που εισπράττονται μέσω της φορολογίας για την βελτίωση των υποδομών ώστε να μην επιβαρυνθούν για ακόμη μία φορά οι πολίτες.
Για την ΠΟΕ ΔΕΥΑ,
Καλλιόπη Σηφακάκη
Αντιπρόεδρος ΔΣ
Χαράλαμπος Δουλγέρης (μη ταυτοποιημένος χρήστης)
13 Ιούλ 2026, 16:47
Σύνδεσμος σχολίου
Παρατηρήσεις επί του Σχεδίου Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα
Το Σχέδιο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση ως προς την ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων, ωστόσο θεωρώ ότι απαιτείται μεγαλύτερη έμφαση στα ακόλουθα ζητήματα:

1. Συστηματική αξιοποίηση υδρολογικών και υδροδυναμικών μοντέλων
Η Στρατηγική αναφέρεται στην ψηφιοποίηση και στη λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων, χωρίς όμως να προβλέπει ρητά την αξιοποίηση σύγχρονων υδρολογικών και υδραυλικών μοντέλων (π.χ. MIKE SHE, MIKE HYDRO Basin, MIKE+, HEC-HMS, WEAP κ.ά.) ως βασικών εργαλείων σχεδιασμού.
Προτείνεται:
• η ανάπτυξη και διαρκής επικαιροποίηση εθνικών και περιφερειακών μοντέλων υδατικών πόρων,
• η υποχρεωτική χρήση τους κατά την αναθεώρηση των ΣΔΛΑΠ και ΣΔΚΠ,
• η αξιοποίηση σεναρίων κλιματικής αλλαγής για την εκτίμηση της μελλοντικής διαθεσιμότητας νερού,
• η σύνδεσή τους με τα συστήματα τηλεμετρίας και τα δίκτυα παρακολούθησης ώστε να υποστηρίζεται η επιχειρησιακή διαχείριση σε πραγματικό χρόνο.
Η μετάβαση σε μοντέλα «ψηφιακού διδύμου» (digital twins) για τις λεκάνες απορροής θα αναβάθμιζε σημαντικά την αξιοπιστία του σχεδιασμού.

2. Θεσμοθέτηση οικολογικής παροχής και οικολογικής στάθμης
Παρότι η Στρατηγική δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των υδατικών οικοσυστημάτων, δεν προβλέπεται σαφές πλαίσιο θεσμοθέτησης:
• οικολογικής παροχής για όλους τους κύριους ποταμούς,
• ελάχιστης οικολογικής στάθμης για φυσικές λίμνες και ταμιευτήρες.
Προτείνεται η θεσμοθέτηση συγκεκριμένων ορίων ανά υδατικό σύστημα, βάσει υδρολογικών, οικολογικών και υδρομορφολογικών κριτηρίων, ώστε να εξασφαλίζεται η διατήρηση των οικοσυστημικών λειτουργιών ακόμη και κατά τις περιόδους ξηρασίας.

3. Παρακολούθηση τήρησης της οικολογικής παροχής
Η θεσμοθέτηση οικολογικής παροχής δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς μηχανισμό ελέγχου.
Προτείνεται:
• εγκατάσταση μόνιμων υδρομετρικών σταθμών στις εκβολές των κύριων ποταμών και σε κρίσιμα σημεία κατάντη μεγάλων έργων υδροληψίας ή φραγμάτων,
• συνεχής τηλεμετρική καταγραφή παροχής και στάθμης,
• δημόσια διάθεση των δεδομένων μέσω ενιαίας ψηφιακής πλατφόρμας,
• αυτόματος έλεγχος συμμόρφωσης ως προς τις θεσμοθετημένες οικολογικές παροχές.
Με τον τρόπο αυτό θα είναι δυνατή η αντικειμενική αξιολόγηση των επιπτώσεων των απολήψεων νερού και η εφαρμογή διορθωτικών μέτρων όταν απαιτείται.

4. Τιμολόγηση αρδευτικού νερού με βάση τον πραγματικό όγκο κατανάλωσης
Η Στρατηγική αναγνωρίζει ότι ο αγροτικός τομέας αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο ποσοστό των απολήψεων νερού και ότι σήμερα η τιμολόγηση συχνά βασίζεται σε στρεμματικές χρεώσεις και όχι στην πραγματική κατανάλωση. [Σχέδιο_Εθ...́δατα_.pdf | PDF]
Προτείνεται:
• η σταδιακή μετάβαση σε ογκομετρική χρέωση του αρδευτικού νερού,
• η καθολική εγκατάσταση υδρομέτρων και συστημάτων τηλεμετρίας σε δίκτυα ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ και ιδιωτικές γεωτρήσεις,
• η σύνδεση της τιμολόγησης με την πραγματική κατανάλωση και όχι με την έκταση της καλλιέργειας,
• η παροχή κινήτρων για την εφαρμογή τεχνολογιών εξοικονόμησης νερού και γεωργίας ακριβείας.
Η ογκομετρική τιμολόγηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής «ο χρήστης πληρώνει», για την ανάκτηση του κόστους των υπηρεσιών ύδατος και κυρίως για τη μείωση της σπατάλης νερού στον γεωργικό τομέα. [Σχέδιο_Εθ...́δατα_.pdf | PDF]

5. Σύνδεση μετρήσεων – μοντέλων – λήψης αποφάσεων
Τέλος, προτείνεται η δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού συστήματος διαχείρισης υδάτων που θα συνδέει:
• τα δίκτυα παρακολούθησης,
• τα υδρολογικά/υδραυλικά μοντέλα,
• τα δεδομένα απολήψεων,
• τις αποφάσεις αδειοδότησης και διαχείρισης.
Η αποτελεσματική εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής προϋποθέτει η διαχείριση των υδάτων να βασίζεται σε μετρήσεις και επιστημονικά τεκμηριωμένες προσομοιώσεις και όχι μόνο σε διοικητικές διαδικασίες.

Σημείωση επί των Χαρτών 4 και 5 (σελ. 16 και 18)
Να ελεγχθεί η ορθότητα των Χαρτών 4 και 5, καθώς πιθανολογείται ότι έχουν αντιστραφεί μεταξύ τους (ποσοτική και ποιοτική κατάσταση υπόγειων υδατικών συστημάτων). Προτείνεται η διόρθωση της διάταξης ή των τίτλων τους, εφόσον διαπιστωθεί το σχετικό σφάλμα

Χαράλαμπος Δουλγέρης
Κύριος Ερευνητής υδρολογίας και γεωργικής υδραυλικής
Ινστιτούτο Εδαφοϋδατικών Πόρων, ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ

Δεν βρήκατε απάντηση στην ερώτησή σας;

Για επιπλέον απορίες σχετικά με την παραπάνω διαβούλευση μπορείτε να στείλετε το ερώτημά σας απευθείας, μέσω της ειδικής φόρμας επικοινωνίας της διαβούλευσης.

Φόρμα επικοινωνίας

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εφόσον επιθυμείτε να υποβάλλετε σχόλια και προτάσεις επί της διαβούλευσης, παρακαλούμε μην χρησιμοποιείτε την παρούσα φόρμα, αλλά μεταβείτε στο σχετικό πεδίο σχολιασμού.